| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32735 | μπιγκόνια | μπι-γκό-νια ουσ. (θηλ.) & μπιγόνια & (σπάν.) βιγόνια: ΒΟΤ. καλλωπιστικό ποώδες φυτό (γένος Begonia) εσωτερικού και εξωτερικού χώρου με ασύμμετρα πυκνά φύλλα και άνθη σε διάφορα χρώματα. [< ιταλ. bigonia, γαλλ. bégonia, γαλλ. ανθρ. Michel Bégon, πβ. γαλλ. bignonia] | |
| 32736 | μπιγκουτί | βλ. μπικουτί | |
| 32737 | μπιέλα | μπιέ-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. ράβδος που συνδέει το έμβολο μηχανής και τον στροφαλοφόρο άξονα και χρησιμεύει για τη μετάδοση της κίνησης από το ένα στο άλλο και τη μετατροπή της παλινδρομικής κίνησης σε περιστροφική και αντίστροφα. Βλ. πιστόνι. ΣΥΝ. διωστήρας ● ΦΡ.: βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες (προφ.) 1. (μτφ.) εξαντλούμαι σωματικά ή ψυχικά, καταπονούμαι: Βάρεσε ~ με τόση δουλειά. 2. {στο γ' πρόσ.} (για μηχανή) χαλά, τίθεται εκτός λειτουργίας. [< γαλλ. bielle] | |
| 32738 | μπιελάρ | μπι-ε-λάρ επίρρ.: για πολύ σοβαρή βλάβη σε μηχανή, της οποίας η επισκευή απαιτεί χρόνο. ● ΦΡ.: βγάζω κάποιον μπιελάρ (αργκό): τον εξαντλώ ή τον εξουδετερώνω. Πβ. (βγάζω) νοκ άουτ., βγαίνω μπιελάρ (αργκό): εξουδετερώνομαι, αποδυναμώνομαι. [< αγγλ. ακρ. b(eyond) l(ocal) r(epair)] | |
| 32739 | μπιενάλε | μπιε-νά-λε ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: πολιτιστικό γεγονός που λαμβάνει χώρα κάθε δύο χρόνια σε μία συγκεκριμένη πόλη με εκδηλώσεις και εκθέσεις κυρ. καλλιτεχνικών έργων: ~ της Βενετίας. ~ Αρχιτεκτονικής/Θεάτρου/Σύγχρονης Τέχνης/Χαρακτικής. Βλ. φουάρ. [< ιταλ. Biennale] | |
| 32740 | μπιζ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπις (προφ.): μπιζάρισμα. Πβ. ανκόρ. [< γαλλ. bis] | |
| 32741 | μπιζ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ομαδικό παιχνίδι στο οποίο κάποιος κλείνει με το ένα του χέρι τα μάτια του, ενώ το άλλο το απλώνει προς την πλάτη για χτύπημα και έπειτα προσπαθεί να μαντέψει ποιος τον χτύπησε στην παλάμη· ειδικότ. επιφώνημα των παικτών που ακούγεται μετά το χτύπημα. | |
| 32742 | μπιζάρισμα | μπι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): επευφημίες και χειροκροτήματα για επανεμφάνιση καλλιτεχνών στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. Πβ. ανκόρ. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. μπιζ1 [< ιταλ. bissare] | |
| 32743 | μπιζάρω | μπι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {μπιζάρισε· κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): (για κοινό) φωνάζω, ζητώντας από καλλιτέχνη να εμφανιστεί πάλι στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. [< ιταλ. bissare, γαλλ. bisser] | |
| 32744 | μπιζέλι | μπι-ζέ-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αρακάς: ξερά/φρέσκα ~ια. [< ιταλ. piselli] | |
| 32745 | μπιζελιά | μπι-ζε-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες ετήσιο φυτό (γένος Pisum) της οικογένειας των ψυχανθών, με μακρόστενους πράσινους καρπούς (μπιζέλια) που περιέχουν μικρά εδώδιμα σπόρια. | |
| 32746 | μπίζνες | μπίζ-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {άκλ. | σπανιότ. στον εν. μπίζνα} (λαϊκό): επιχειρηματικές ενέργειες και εμπορικές δοσοληψίες: διεθνείς/χρυσές ~. Έχουν/κάνουν/κλείνουν/χάλασαν πολλές ~ με ξένες εταιρείες. [< αγγλ. business, γαλλ. ~, 1906] | |
| 32747 | μπίζνεσμαν, μπιζνεσγούμαν | μπίζ-νε-σμαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): επιχειρηματίας. [< αγγλ. businessman, businesswoman, γαλλ. ~ & biznessman, 1871, ~ & biznesswomann, 1987] | |
| 32748 | μπιζού | μπι-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο κυρ. κόσμημα: ~-ασημικά/χρυσαφικά. Κατάστημα με ~ (: βραχιόλια, δαχτυλίδια, κολιέ, σκουλαρίκια), αξεσουάρ και είδη δώρων. Βλ. φο-μπιζού. ● Υποκ.: μπιζουδάκι (το) [< γαλλ. bijou] | |
| 32749 | μπιζουτάρισμα | μπι-ζου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): στρογγύλεμα των γωνιών ή γενικότ. λέπτυνση των άκρων σε επιφάνειες ή επίπεδα σώματα· ειδικότ. λοξή γωνία ή τομή: ~ ακμών. Τροχός για ~. Φινίρισμα φακού-~. Πβ. λοξότμηση. [< γαλλ. biseautage] | |
| 32750 | μπιζουτέ | μπι-ζου-τέ επίθ. {άκλ.}: (για επιφάνεια) που έχει υποστεί μπιζουτάρισμα: ~ γυαλί/τελείωμα χωρίς πλαίσιο. [< γαλλ. biseauté] | |
| 32751 | μπιζουτιέρα | μπι-ζου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κοσμηματοθήκη: ασημένια/ξύλινη ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. bijoutière] | |
| 32752 | μπικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. στιλό διαρκείας. 2. ξυριστική μηχανή με πλαστική λαβή. 3. {στο αρσ.} πλαστικός αναπτήρας. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Bic, 1960] | |
| 32753 | μπικίνι | μπι-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο τμήματα, το πάνω για το στήθος και το κάτω για την περιοχή των γλουτών και των γεννητικών οργάνων: αποκαλυπτικό/καυτό/μικροσκοπικό ~. ~ με μπανέλα.|| Ολόσωμο ~ (: που ενώνει το πάνω με το κάτω μέρος). Βλ. μονοκίνι, ντε πιες. ● Υποκ.: μπικινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή του μπικίνι & (προφ.) μπικίνι: το όριο που διαγράφει στο γυναικείο σώμα το κάτω μέρος του μπικίνι, αφήνοντας ακάλυπτο ένα τμήμα του εφηβαίου στο οποίο γίνεται αποτρίχωση για αισθητικούς λόγους. [< αγγλ. bikini line, 1979] [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bikini, 1946, αγγλ. ~, 1947] | |
| 32754 | μπικουτί | μπι-κου-τί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπιγκουτί: μικρό ρολό, συνήθ. από πλαστικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται μια τούφα μαλλιών, για να αποκτήσει σχήμα μπούκλας: Βάζω ~. ΣΥΝ. ρόλεϊ [< γαλλ. bigoudi] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ