Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33400-33420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32721μπετονιέραμπε-το-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μηχανή με περιστρεφόμενο κάδο μέσα στην οποία αναδεύονται τα υλικά για την παρασκευή μπετόν. Βλ. -ιέρα. 2. (συνεκδ.) μεγάλο όχημα που φέρει στο πίσω μέρος την ομώνυμη μηχανή: φορτηγό-~. [< γαλλ. bétonnière]
32722μπετονίτηςβλ. μπεντονίτης
32723μπετονόκαρφομπε-το-νό-καρ-φο ουσ. (ουδ.): ειδικό καρφί που μπήγεται σε μπετόν. || (μτφ.) Δηλώσεις με ~α. Πβ. μπηχτή, σπόντα.
32724μπετούγιαμπε-τού-για ουσ. (θηλ.) & πετούγια: πόμολο, χειρολαβή για το άνοιγμα και κλείσιμο πόρτας που τοποθετείται πάνω από την κλειδαριά. Πβ. χερούλι. [< ισπ. bedija]
32725μπεχαβιορισμόςβλ. μπιχεβιορισμός
32726μπήγωμπή-γω ρ. (μτβ.) {έμπη-ξα, μπή-ξω, μπη-γμένος, μπήγ-οντας} (λαϊκό) & (σπάν.) μπήζω & μπήχνω 1. πιέζω κάτι, ώστε να χωθεί μέσα σε κάτι άλλο, καρφώνω: ~ το καρφί στη σανίδα/το κοντάρι στη γη/πασσάλους στο χώμα. Βέλος ~γμένο στον κορμό του δέντρου.|| (μτφ.) ~ το μαχαίρι στο κόκαλο (: κυρ. για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη). Βλ. έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο. 2. (μτφ.) εκφράζομαι συναισθηματικά με έντονο τρόπο, ξεσπώ: ~ τα γέλια/τα κλάματα/τις φωνές. [< μεσν. μπήγω, μπήζω]
32727μπήκαβλ. μπαίνω
32728μπήξιμομπή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπήγω. Πβ. χώσιμο.
32729μπηχτήμπη-χτή ουσ. (θηλ.) (αργκό): ειρωνικός κυρ. υπαινιγμός, υπονοούμενο: Αμόλησε την ~ της πάλι. Την έπιασα (= κατάλαβα) την ~. Πβ. καρφί, σπόντα, ταβανόπροκα. ● ΦΡ.: αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα [< μεσν. επίθ. μπηχτός]
32730μπήχτηςμπή-χτης ουσ. (αρσ.) (αργκό): άνδρας που έχει έντονες σεξουαλικές επιθυμίες και επιδόσεις. Πβ. γυναικάς, επιβήτορας.
32731μπίγαμπί-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. γερανός καραβιού ή πλωτός γερανός: ~ ανύψωσης/φόρτωσης. Πβ. φορτωτήρας. Βλ. βίντσι. 2. γερανοφόρο όχημα. [< ιταλ. biga]
32732μπιγκ μπανγκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. η θεωρία της μεγάλης έκρηξης.
32733μπιγκλουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμου κυνηγετικού σκύλου, με κοντό, απαλό και πυκνό τρίχρωμο (καφέ, κόκκινο ή μαύρο και λευκό) τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά. Βλ. ιχνηλάτης, μπασέ, μπρακ, σέτερ. [< αγγλ. beagle]
32734μπίγκοβλ. μπίνγκο
32735μπιγκόνιαμπι-γκό-νια ουσ. (θηλ.) & μπιγόνια & (σπάν.) βιγόνια: ΒΟΤ. καλλωπιστικό ποώδες φυτό (γένος Begonia) εσωτερικού και εξωτερικού χώρου με ασύμμετρα πυκνά φύλλα και άνθη σε διάφορα χρώματα. [< ιταλ. bigonia, γαλλ. bégonia, γαλλ. ανθρ. Michel Bégon, πβ. γαλλ. bignonia]
32736μπιγκουτίβλ. μπικουτί
32737μπιέλαμπιέ-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. ράβδος που συνδέει το έμβολο μηχανής και τον στροφαλοφόρο άξονα και χρησιμεύει για τη μετάδοση της κίνησης από το ένα στο άλλο και τη μετατροπή της παλινδρομικής κίνησης σε περιστροφική και αντίστροφα. Βλ. πιστόνι. ΣΥΝ. διωστήρας ● ΦΡ.: βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες (προφ.) 1. (μτφ.) εξαντλούμαι σωματικά ή ψυχικά, καταπονούμαι: Βάρεσε ~ με τόση δουλειά. 2. {στο γ' πρόσ.} (για μηχανή) χαλά, τίθεται εκτός λειτουργίας. [< γαλλ. bielle]
32738μπιελάρμπι-ε-λάρ επίρρ.: για πολύ σοβαρή βλάβη σε μηχανή, της οποίας η επισκευή απαιτεί χρόνο. ● ΦΡ.: βγάζω κάποιον μπιελάρ (αργκό): τον εξαντλώ ή τον εξουδετερώνω. Πβ. (βγάζω) νοκ άουτ., βγαίνω μπιελάρ (αργκό): εξουδετερώνομαι, αποδυναμώνομαι. [< αγγλ. ακρ. b(eyond) l(ocal) r(epair)]
32739μπιενάλεμπιε-νά-λε ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: πολιτιστικό γεγονός που λαμβάνει χώρα κάθε δύο χρόνια σε μία συγκεκριμένη πόλη με εκδηλώσεις και εκθέσεις κυρ. καλλιτεχνικών έργων: ~ της Βενετίας. ~ Αρχιτεκτονικής/Θεάτρου/Σύγχρονης Τέχνης/Χαρακτικής. Βλ. φουάρ. [< ιταλ. Biennale]
32740μπιζ1ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπις (προφ.): μπιζάρισμα. Πβ. ανκόρ. [< γαλλ. bis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.