| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32755 | μπίλια | μπί-λια ουσ. (θηλ.): μικρή σφαίρα από συμπαγές υλικό: γυάλινη/μεταλλική/πλαστική ~. ~ βαλβίδας/κοτσαδόρου/ρουλεμάν. Ματάκι-~ (: μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι). Λάστιχα/στιλό με ~. Σκουλαρίκια με ~ιες. Η ~ πέφτει στον περιστρεφόμενο δίσκο της ρουλέτας. Πβ. σφαιρίδιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ποντίκι με ~. ● μπίλιες (οι): παιδικό παιχνίδι με βόλους. ΣΥΝ. γκαζάκια, γκαζές ● ΦΡ.: γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) (μτφ.-νεαν. αργκό): καβγαδίζω, τσακώνομαι πολύ άσχημα. ΣΥΝ. γίναμε/θα γίνουμε βίδες, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί [< ιταλ. biglia] | |
| 32756 | μπιλιά | μπι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με μπίλια. | |
| 32757 | μπιλιαρδάδικο | μπι-λιαρ-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος που διαθέτει αίθουσες με τραπέζια μπιλιάρδου. Πβ. σφαιριστήριο. Βλ. -άδικο. | |
| 32758 | μπιλιάρδο | μπι-λιάρ-δο ουσ. (ουδ.) 1. παιχνίδι και σπορ με μπάλες που χτυπούν οι παίκτες με στέκα πάνω σε ένα ορθογώνιο τραπέζι ντυμένο με τσόχα: αμερικανικό/γαλλικό ~. Παρτίδα ~ου. 2. (συνεκδ.) τραπέζι μπιλιάρδου: επαγγελματικό ~. ~ για το σπίτι. 3. {κυρ. στον πληθ.} (συνεκδ.) μπιλιαρδάδικο: Συχνάζει στα ~α. [< ιταλ. bigliardo] | |
| 32759 | μπιλιέτο | μπι-λιέ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κάθε γραπτό σημείωμα και συνεκδ. το χαρτί πάνω στο οποίο είναι γραμμένο: ~ από την εφορία (βλ. ειδοποιητήριο, μπουγιουρντί). ~ για παράνομη στάθμευση (πβ. κλήση, πρόστιμο). Λαμβάνω/στέλνω ~. Ερωτικό ~ (πβ. ραβασάκι). 2. κάρτα επισκεπτηρίου με τα στοιχεία κάποιου. 3. καρτελάκι με ευχές και το όνομα κάποιου που προσφέρει δώρο. 4. (παρωχ.) εισιτήριο. ● Υποκ.: μπιλιετάκι (το) [< ιταλ. biglietto | |
| 32760 | μπιμπελό | μπι-μπε-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) μπιμπλό 1. διακοσμητικό αντικείμενο συνήθ. μικρών διαστάσεων: ~ στον μπουφέ/στο σύνθετο. ~ από κρύσταλλο μουράνο/όνυχα. 2. (μτφ.-οικ.) για πρόσωπο πολύ κομψό, μικροκαμωμένο, χαριτωμένο και όμορφο: Την έχει/προσέχει σαν ~ μην του πάθει τίποτα! [< γαλλ. bibelot] | |
| 32761 | μπιμπερό | μπι-μπε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικό μπουκάλι από πλαστικό ή γυαλί με στόμιο από συνθετικό υλικό, κατάλληλο για το τάισμα μωρών: αποστειρωμένο ~. Λαστιχένιες πιπίλες για ~. Το βρέφος πίνει το γάλα από το ~. Βλ. -ερό, θήλαστρο. [< γαλλ. biberon] | |
| 32762 | μπιμπίκι | μπι-μπί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. είδος σπυριού, άσπρο ή μαύρο εξόγκωμα του δέρματος, που προκαλείται από φραγμένους πόρους: Έβγαλε ένα ~ στη μύτη. Σπάει τα ~ια. Η πλάτη του ήταν γεμάτη ~ια. Πβ. ακμή, φαγέσωρες. 2. ρακόρ, παξιμάδι: ορειχάλκινα ~ια. ● Υποκ.: μπιμπικάκι (το) | |
| 32763 | μπιμπίλα | μπι-μπί-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): λεπτή, στενή δαντέλα που πλέκεται με βελόνα στο τελείωμα ρούχων ή κεντημάτων: διακοσμητική ~. ~ στα μανίκια. ~ από άσπρη, χρωματιστή ή χρυσή κλωστή. | |
| 32764 | μπιμπλό | βλ. μπιμπελό | |
| 32765 | μπίμποπ | μπί-μποπ ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος γρήγορης τζαζ μουσικής με σύνθετες μελωδίες που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1940. Βλ. σουίνγκ. [< αμερικ. bebop, 1944, γαλλ. be-bop, περ. 1945] | |
| 32766 | μπίνγκο | μπίν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) μπίγκο 1. τυχερό παιχνίδι με αριθμημένες κάρτες, στο οποίο νικητής είναι ο παίκτης που θα καταφέρει να σημειώσει στην κάρτα του μια ολόκληρη σειρά αριθμών από αυτούς που κληρώνονται τυχαία: αίθουσες ~. ~ στο ίντερνετ. Πβ. τόμπολα. 2. ως επιφώνημα που δηλώνει νίκη, επιτυχία: ~! Βρήκα τη λύση! ● ΦΡ.: κάνει μπίνγκο (προφ.): σημειώνει επιτυχία: Η ηθοποιός στη νέα της ταινία έκανε ξανά ~. [< 1: αμερικ. bingo, 1923, γαλλ. ~, 1944 2: αμερικ. ~, 1925] | |
| 32767 | μπινελίκι | μπι-νε-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. απότομος και προσβλητικός λόγος, επίπληξη: Του έριξε/έχωσε ένα ~! Τι ~ έφαγε/έχει ακούσει/θα πέσει! Τον άρχισε στα ~ια! Πβ. βρισιά. Βλ. -λίκι. 2. {κυρ. στον πληθ.} λιχουδιά, μεζές ή γλυκό. | |
| 32768 | μπινελικώνω | μπι-νε-λι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {μπινελίκωσα} (λαϊκό): επιπλήττω, βρίζω. | |
| 32769 | μπινές | μπι-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.) 1. (μτφ.) για ανέντιμο, αχρείο άνθρωπο. Βλ. -ές, φτωχο~. 2. παθητικός και ενεργητικός ομοφυλόφιλος. [< τουρκ. ibne] | |
| 32770 | μπινιά | μπι-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ανήθικη πράξη σε βάρος κάποιου, ατιμία: Κάποια ~ έχει γίνει/έχει κάνει. | |
| 32771 | μπίντα | μπί-ντα ουσ. (θηλ.) ΝΑΥΤ. 1. δέστρα πλοίου: ~ αποβάθρας/προβλήτας. 2. μεταλλική βάση για το δέσιμο των σχοινιών σε σκάφος. | |
| 32772 | μπιντές | μπι-ντές ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): χαμηλή λεκάνη με βάση και βρύση για το πλύσιμο των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού: ~ από πορσελάνη. Βλ. είδη υγιεινής, -ές. ● ΦΡ.: κάνω μπιντέ (προφ.): πλένομαι στις παραπάνω ευαίσθητες περιοχές του σώματος. [< γαλλ. bidet] | |
| 32773 | μπιντόνι | βλ. μπιτόνι | |
| 32774 | μπιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σήμα ηχητικής ειδοποίησης, συνήθ. σε συσκευές: μονότονο/παρατεταμένο/σύντομο/χαμηλό ~. To ~ της κόρνας. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ~ (του τηλεφωνητή). Βλ. μπίπερ, τηλεειδοποίηση. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ηχητική κάλυψη πληροφορίας ή υβριστικής έκφρασης: O δημοσιογράφος έβαλε ~ στα ονόματα των εμπλεκομένων. Βλ. μωσαϊκό. [< λ. ηχομιμητ., αγγλ. beep, 1943, γαλλ. bip, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ