Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33420-33440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32741μπιζ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ομαδικό παιχνίδι στο οποίο κάποιος κλείνει με το ένα του χέρι τα μάτια του, ενώ το άλλο το απλώνει προς την πλάτη για χτύπημα και έπειτα προσπαθεί να μαντέψει ποιος τον χτύπησε στην παλάμη· ειδικότ. επιφώνημα των παικτών που ακούγεται μετά το χτύπημα.
32742μπιζάρισμαμπι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): επευφημίες και χειροκροτήματα για επανεμφάνιση καλλιτεχνών στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. Πβ. ανκόρ. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. μπιζ1 [< ιταλ. bissare]
32743μπιζάρωμπι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {μπιζάρισε· κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): (για κοινό) φωνάζω, ζητώντας από καλλιτέχνη να εμφανιστεί πάλι στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. [< ιταλ. bissare, γαλλ. bisser]
32744μπιζέλιμπι-ζέ-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αρακάς: ξερά/φρέσκα ~ια. [< ιταλ. piselli]
32745μπιζελιάμπι-ζε-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες ετήσιο φυτό (γένος Pisum) της οικογένειας των ψυχανθών, με μακρόστενους πράσινους καρπούς (μπιζέλια) που περιέχουν μικρά εδώδιμα σπόρια.
32746μπίζνεςμπίζ-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {άκλ. | σπανιότ. στον εν. μπίζνα} (λαϊκό): επιχειρηματικές ενέργειες και εμπορικές δοσοληψίες: διεθνείς/χρυσές ~. Έχουν/κάνουν/κλείνουν/χάλασαν πολλές ~ με ξένες εταιρείες. [< αγγλ. business, γαλλ. ~, 1906]
32747μπίζνεσμαν, μπιζνεσγούμανμπίζ-νε-σμαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): επιχειρηματίας. [< αγγλ. businessman, businesswoman, γαλλ. ~ & biznessman, 1871, ~ & biznesswomann, 1987]
32748μπιζούμπι-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο κυρ. κόσμημα: ~-ασημικά/χρυσαφικά. Κατάστημα με ~ (: βραχιόλια, δαχτυλίδια, κολιέ, σκουλαρίκια), αξεσουάρ και είδη δώρων. Βλ. φο-μπιζού. ● Υποκ.: μπιζουδάκι (το) [< γαλλ. bijou]
32749μπιζουτάρισμαμπι-ζου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): στρογγύλεμα των γωνιών ή γενικότ. λέπτυνση των άκρων σε επιφάνειες ή επίπεδα σώματα· ειδικότ. λοξή γωνία ή τομή: ~ ακμών. Τροχός για ~. Φινίρισμα φακού-~. Πβ. λοξότμηση. [< γαλλ. biseautage]
32750μπιζουτέμπι-ζου-τέ επίθ. {άκλ.}: (για επιφάνεια) που έχει υποστεί μπιζουτάρισμα: ~ γυαλί/τελείωμα χωρίς πλαίσιο. [< γαλλ. biseauté]
32751μπιζουτιέραμπι-ζου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κοσμηματοθήκη: ασημένια/ξύλινη ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. bijoutière]
32752μπικουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. στιλό διαρκείας. 2. ξυριστική μηχανή με πλαστική λαβή. 3. {στο αρσ.} πλαστικός αναπτήρας. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Bic, 1960]
32753μπικίνιμπι-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο τμήματα, το πάνω για το στήθος και το κάτω για την περιοχή των γλουτών και των γεννητικών οργάνων: αποκαλυπτικό/καυτό/μικροσκοπικό ~. ~ με μπανέλα.|| Ολόσωμο ~ (: που ενώνει το πάνω με το κάτω μέρος). Βλ. μονοκίνι, ντε πιες. ● Υποκ.: μπικινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή του μπικίνι & (προφ.) μπικίνι: το όριο που διαγράφει στο γυναικείο σώμα το κάτω μέρος του μπικίνι, αφήνοντας ακάλυπτο ένα τμήμα του εφηβαίου στο οποίο γίνεται αποτρίχωση για αισθητικούς λόγους. [< αγγλ. bikini line, 1979] [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bikini, 1946, αγγλ. ~, 1947]
32754μπικουτίμπι-κου-τί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπιγκουτί: μικρό ρολό, συνήθ. από πλαστικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται μια τούφα μαλλιών, για να αποκτήσει σχήμα μπούκλας: Βάζω ~. ΣΥΝ. ρόλεϊ [< γαλλ. bigoudi]
32755μπίλιαμπί-λια ουσ. (θηλ.): μικρή σφαίρα από συμπαγές υλικό: γυάλινη/μεταλλική/πλαστική ~. ~ βαλβίδας/κοτσαδόρου/ρουλεμάν. Ματάκι-~ (: μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι). Λάστιχα/στιλό με ~. Σκουλαρίκια με ~ιες. Η ~ πέφτει στον περιστρεφόμενο δίσκο της ρουλέτας. Πβ. σφαιρίδιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ποντίκι με ~.μπίλιες (οι): παιδικό παιχνίδι με βόλους. ΣΥΝ. γκαζάκια, γκαζές ● ΦΡ.: γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) (μτφ.-νεαν. αργκό): καβγαδίζω, τσακώνομαι πολύ άσχημα. ΣΥΝ. γίναμε/θα γίνουμε βίδες, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί [< ιταλ. biglia]
32756μπιλιάμπι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με μπίλια.
32757μπιλιαρδάδικομπι-λιαρ-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος που διαθέτει αίθουσες με τραπέζια μπιλιάρδου. Πβ. σφαιριστήριο. Βλ. -άδικο.
32758μπιλιάρδομπι-λιάρ-δο ουσ. (ουδ.) 1. παιχνίδι και σπορ με μπάλες που χτυπούν οι παίκτες με στέκα πάνω σε ένα ορθογώνιο τραπέζι ντυμένο με τσόχα: αμερικανικό/γαλλικό ~. Παρτίδα ~ου. 2. (συνεκδ.) τραπέζι μπιλιάρδου: επαγγελματικό ~. ~ για το σπίτι. 3. {κυρ. στον πληθ.} (συνεκδ.) μπιλιαρδάδικο: Συχνάζει στα ~α. [< ιταλ. bigliardo]
32759μπιλιέτομπι-λιέ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κάθε γραπτό σημείωμα και συνεκδ. το χαρτί πάνω στο οποίο είναι γραμμένο: ~ από την εφορία (βλ. ειδοποιητήριο, μπουγιουρντί). ~ για παράνομη στάθμευση (πβ. κλήση, πρόστιμο). Λαμβάνω/στέλνω ~. Ερωτικό ~ (πβ. ραβασάκι). 2. κάρτα επισκεπτηρίου με τα στοιχεία κάποιου. 3. καρτελάκι με ευχές και το όνομα κάποιου που προσφέρει δώρο. 4. (παρωχ.) εισιτήριο. ● Υποκ.: μπιλιετάκι (το) [< ιταλ. biglietto
32760μπιμπελόμπι-μπε-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) μπιμπλό 1. διακοσμητικό αντικείμενο συνήθ. μικρών διαστάσεων: ~ στον μπουφέ/στο σύνθετο. ~ από κρύσταλλο μουράνο/όνυχα. 2. (μτφ.-οικ.) για πρόσωπο πολύ κομψό, μικροκαμωμένο, χαριτωμένο και όμορφο: Την έχει/προσέχει σαν ~ μην του πάθει τίποτα! [< γαλλ. bibelot]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.