| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32741 | μπιζ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ομαδικό παιχνίδι στο οποίο κάποιος κλείνει με το ένα του χέρι τα μάτια του, ενώ το άλλο το απλώνει προς την πλάτη για χτύπημα και έπειτα προσπαθεί να μαντέψει ποιος τον χτύπησε στην παλάμη· ειδικότ. επιφώνημα των παικτών που ακούγεται μετά το χτύπημα. | |
| 32742 | μπιζάρισμα | μπι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): επευφημίες και χειροκροτήματα για επανεμφάνιση καλλιτεχνών στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. Πβ. ανκόρ. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. μπιζ1 [< ιταλ. bissare] | |
| 32743 | μπιζάρω | μπι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {μπιζάρισε· κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): (για κοινό) φωνάζω, ζητώντας από καλλιτέχνη να εμφανιστεί πάλι στη σκηνή μετά το τέλος της παράστασης. [< ιταλ. bissare, γαλλ. bisser] | |
| 32744 | μπιζέλι | μπι-ζέ-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αρακάς: ξερά/φρέσκα ~ια. [< ιταλ. piselli] | |
| 32745 | μπιζελιά | μπι-ζε-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες ετήσιο φυτό (γένος Pisum) της οικογένειας των ψυχανθών, με μακρόστενους πράσινους καρπούς (μπιζέλια) που περιέχουν μικρά εδώδιμα σπόρια. | |
| 32746 | μπίζνες | μπίζ-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {άκλ. | σπανιότ. στον εν. μπίζνα} (λαϊκό): επιχειρηματικές ενέργειες και εμπορικές δοσοληψίες: διεθνείς/χρυσές ~. Έχουν/κάνουν/κλείνουν/χάλασαν πολλές ~ με ξένες εταιρείες. [< αγγλ. business, γαλλ. ~, 1906] | |
| 32747 | μπίζνεσμαν, μπιζνεσγούμαν | μπίζ-νε-σμαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): επιχειρηματίας. [< αγγλ. businessman, businesswoman, γαλλ. ~ & biznessman, 1871, ~ & biznesswomann, 1987] | |
| 32748 | μπιζού | μπι-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο κυρ. κόσμημα: ~-ασημικά/χρυσαφικά. Κατάστημα με ~ (: βραχιόλια, δαχτυλίδια, κολιέ, σκουλαρίκια), αξεσουάρ και είδη δώρων. Βλ. φο-μπιζού. ● Υποκ.: μπιζουδάκι (το) [< γαλλ. bijou] | |
| 32749 | μπιζουτάρισμα | μπι-ζου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): στρογγύλεμα των γωνιών ή γενικότ. λέπτυνση των άκρων σε επιφάνειες ή επίπεδα σώματα· ειδικότ. λοξή γωνία ή τομή: ~ ακμών. Τροχός για ~. Φινίρισμα φακού-~. Πβ. λοξότμηση. [< γαλλ. biseautage] | |
| 32750 | μπιζουτέ | μπι-ζου-τέ επίθ. {άκλ.}: (για επιφάνεια) που έχει υποστεί μπιζουτάρισμα: ~ γυαλί/τελείωμα χωρίς πλαίσιο. [< γαλλ. biseauté] | |
| 32751 | μπιζουτιέρα | μπι-ζου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κοσμηματοθήκη: ασημένια/ξύλινη ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. bijoutière] | |
| 32752 | μπικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. στιλό διαρκείας. 2. ξυριστική μηχανή με πλαστική λαβή. 3. {στο αρσ.} πλαστικός αναπτήρας. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Bic, 1960] | |
| 32753 | μπικίνι | μπι-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο τμήματα, το πάνω για το στήθος και το κάτω για την περιοχή των γλουτών και των γεννητικών οργάνων: αποκαλυπτικό/καυτό/μικροσκοπικό ~. ~ με μπανέλα.|| Ολόσωμο ~ (: που ενώνει το πάνω με το κάτω μέρος). Βλ. μονοκίνι, ντε πιες. ● Υποκ.: μπικινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή του μπικίνι & (προφ.) μπικίνι: το όριο που διαγράφει στο γυναικείο σώμα το κάτω μέρος του μπικίνι, αφήνοντας ακάλυπτο ένα τμήμα του εφηβαίου στο οποίο γίνεται αποτρίχωση για αισθητικούς λόγους. [< αγγλ. bikini line, 1979] [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bikini, 1946, αγγλ. ~, 1947] | |
| 32754 | μπικουτί | μπι-κου-τί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπιγκουτί: μικρό ρολό, συνήθ. από πλαστικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται μια τούφα μαλλιών, για να αποκτήσει σχήμα μπούκλας: Βάζω ~. ΣΥΝ. ρόλεϊ [< γαλλ. bigoudi] | |
| 32755 | μπίλια | μπί-λια ουσ. (θηλ.): μικρή σφαίρα από συμπαγές υλικό: γυάλινη/μεταλλική/πλαστική ~. ~ βαλβίδας/κοτσαδόρου/ρουλεμάν. Ματάκι-~ (: μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι). Λάστιχα/στιλό με ~. Σκουλαρίκια με ~ιες. Η ~ πέφτει στον περιστρεφόμενο δίσκο της ρουλέτας. Πβ. σφαιρίδιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ποντίκι με ~. ● μπίλιες (οι): παιδικό παιχνίδι με βόλους. ΣΥΝ. γκαζάκια, γκαζές ● ΦΡ.: γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) (μτφ.-νεαν. αργκό): καβγαδίζω, τσακώνομαι πολύ άσχημα. ΣΥΝ. γίναμε/θα γίνουμε βίδες, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί [< ιταλ. biglia] | |
| 32756 | μπιλιά | μπι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με μπίλια. | |
| 32757 | μπιλιαρδάδικο | μπι-λιαρ-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος που διαθέτει αίθουσες με τραπέζια μπιλιάρδου. Πβ. σφαιριστήριο. Βλ. -άδικο. | |
| 32758 | μπιλιάρδο | μπι-λιάρ-δο ουσ. (ουδ.) 1. παιχνίδι και σπορ με μπάλες που χτυπούν οι παίκτες με στέκα πάνω σε ένα ορθογώνιο τραπέζι ντυμένο με τσόχα: αμερικανικό/γαλλικό ~. Παρτίδα ~ου. 2. (συνεκδ.) τραπέζι μπιλιάρδου: επαγγελματικό ~. ~ για το σπίτι. 3. {κυρ. στον πληθ.} (συνεκδ.) μπιλιαρδάδικο: Συχνάζει στα ~α. [< ιταλ. bigliardo] | |
| 32759 | μπιλιέτο | μπι-λιέ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κάθε γραπτό σημείωμα και συνεκδ. το χαρτί πάνω στο οποίο είναι γραμμένο: ~ από την εφορία (βλ. ειδοποιητήριο, μπουγιουρντί). ~ για παράνομη στάθμευση (πβ. κλήση, πρόστιμο). Λαμβάνω/στέλνω ~. Ερωτικό ~ (πβ. ραβασάκι). 2. κάρτα επισκεπτηρίου με τα στοιχεία κάποιου. 3. καρτελάκι με ευχές και το όνομα κάποιου που προσφέρει δώρο. 4. (παρωχ.) εισιτήριο. ● Υποκ.: μπιλιετάκι (το) [< ιταλ. biglietto | |
| 32760 | μπιμπελό | μπι-μπε-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) μπιμπλό 1. διακοσμητικό αντικείμενο συνήθ. μικρών διαστάσεων: ~ στον μπουφέ/στο σύνθετο. ~ από κρύσταλλο μουράνο/όνυχα. 2. (μτφ.-οικ.) για πρόσωπο πολύ κομψό, μικροκαμωμένο, χαριτωμένο και όμορφο: Την έχει/προσέχει σαν ~ μην του πάθει τίποτα! [< γαλλ. bibelot] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ