μπι-ρί-μπα ουσ. (θηλ.): χαρτοπαίγνιο που παίζεται συνήθ. με δύο τράπουλες και δύο ζευγάρια παικτών και στο οποίο αναδεικνύεται νικητής όποιος σχηματίσει κατάλληλους συνδυασμούς επτά φύλλων και συγκεντρώσει τους περισσότερους πόντους.
32779
μπιριμπάκι
μπι-ρι-μπά-κι ουσ. (ουδ.): καθεμία από τις δύο σειρές έντεκα φύλλων που μένουν στην άκρη στο παιχνίδι της μπιρίμπας, για να χρησιμοποιηθούν όταν τελειώσουν τα φύλλα που έχουν οι παίκτες στο χέρι.
32781
μπιρμπιλομάτης, μπιρμπιλομάτα
, ικο μπιρ-μπι-λο-μά-της επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει όμορφα, λαμπερά και παιχνιδιάρικα μάτια. Βλ. -μάτης.
32783
μπιρμπιλωτός
, ή, ό μπιρ-μπι-λω-τός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ., για μάτια) ζωηρός, εκφραστικός, παιχνιδιάρικος. 2. (για ρούχο, ύφασμα) φορτωμένος με δαντέλες ή γενικότ. με στολίδια.
μπι-σκό-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρό αρτοσκεύασμα, συνήθ. λεπτού πάχους, σε ποικίλα σχήματα που ψήνεται στο φούρνο: αλμυρό/γλυκό/σοκολατένιο/τραγανό ~. ~α αμυγδάλου/βουτύρου. Γεμιστά ~α με στρώση κρέμας/μαρμελάδας.|| (κατ' επέκτ.) Παγωτό ~ (: με γεύση ~ου). ● Υποκ.: μπισκοτάκι (το) [< μεσν. μπισκόττιν, πισκούττιν ‘παξιμάδι, γαλέτα’ < ιταλ. biscotto]
32788
μπιστάω
μπι-στά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άει ... -άνε | συνήθ. στον ενεστ. κ. στο γ' πρόσ.} & μπιστώ (αργκό): κάνω κάτι να αναπηδά: ~άει τη μπάλα. ● μπιστάει: τινάζεται: Το αυτοκίνητο ~. Πβ. κλοτσάει.
32789
μπιστικός
, ή, ό μπι-στι-κός επίθ. & πιστικός (λαϊκό): που εμπνέει εμπιστοσύνη ή δείχνει αφοσίωση: ~ός: σύντροφος/φίλος. ● Ουσ.: μπιστικός (ο) 1. βοσκός που δουλεύει στο κοπάδι κάποιου με μισθό ή γενικότ. μισθωτός στην υπηρεσία κάποιου. 2. έμπιστος και στενός συνεργάτης. ● επίρρ.: μπιστικά [< μεσν. μπιστικός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.