| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32761 | μπιμπερό | μπι-μπε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικό μπουκάλι από πλαστικό ή γυαλί με στόμιο από συνθετικό υλικό, κατάλληλο για το τάισμα μωρών: αποστειρωμένο ~. Λαστιχένιες πιπίλες για ~. Το βρέφος πίνει το γάλα από το ~. Βλ. -ερό, θήλαστρο. [< γαλλ. biberon] | |
| 32762 | μπιμπίκι | μπι-μπί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. είδος σπυριού, άσπρο ή μαύρο εξόγκωμα του δέρματος, που προκαλείται από φραγμένους πόρους: Έβγαλε ένα ~ στη μύτη. Σπάει τα ~ια. Η πλάτη του ήταν γεμάτη ~ια. Πβ. ακμή, φαγέσωρες. 2. ρακόρ, παξιμάδι: ορειχάλκινα ~ια. ● Υποκ.: μπιμπικάκι (το) | |
| 32763 | μπιμπίλα | μπι-μπί-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): λεπτή, στενή δαντέλα που πλέκεται με βελόνα στο τελείωμα ρούχων ή κεντημάτων: διακοσμητική ~. ~ στα μανίκια. ~ από άσπρη, χρωματιστή ή χρυσή κλωστή. | |
| 32764 | μπιμπλό | βλ. μπιμπελό | |
| 32765 | μπίμποπ | μπί-μποπ ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος γρήγορης τζαζ μουσικής με σύνθετες μελωδίες που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1940. Βλ. σουίνγκ. [< αμερικ. bebop, 1944, γαλλ. be-bop, περ. 1945] | |
| 32766 | μπίνγκο | μπίν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) μπίγκο 1. τυχερό παιχνίδι με αριθμημένες κάρτες, στο οποίο νικητής είναι ο παίκτης που θα καταφέρει να σημειώσει στην κάρτα του μια ολόκληρη σειρά αριθμών από αυτούς που κληρώνονται τυχαία: αίθουσες ~. ~ στο ίντερνετ. Πβ. τόμπολα. 2. ως επιφώνημα που δηλώνει νίκη, επιτυχία: ~! Βρήκα τη λύση! ● ΦΡ.: κάνει μπίνγκο (προφ.): σημειώνει επιτυχία: Η ηθοποιός στη νέα της ταινία έκανε ξανά ~. [< 1: αμερικ. bingo, 1923, γαλλ. ~, 1944 2: αμερικ. ~, 1925] | |
| 32767 | μπινελίκι | μπι-νε-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. απότομος και προσβλητικός λόγος, επίπληξη: Του έριξε/έχωσε ένα ~! Τι ~ έφαγε/έχει ακούσει/θα πέσει! Τον άρχισε στα ~ια! Πβ. βρισιά. Βλ. -λίκι. 2. {κυρ. στον πληθ.} λιχουδιά, μεζές ή γλυκό. | |
| 32768 | μπινελικώνω | μπι-νε-λι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {μπινελίκωσα} (λαϊκό): επιπλήττω, βρίζω. | |
| 32769 | μπινές | μπι-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.) 1. (μτφ.) για ανέντιμο, αχρείο άνθρωπο. Βλ. -ές, φτωχο~. 2. παθητικός και ενεργητικός ομοφυλόφιλος. [< τουρκ. ibne] | |
| 32770 | μπινιά | μπι-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ανήθικη πράξη σε βάρος κάποιου, ατιμία: Κάποια ~ έχει γίνει/έχει κάνει. | |
| 32771 | μπίντα | μπί-ντα ουσ. (θηλ.) ΝΑΥΤ. 1. δέστρα πλοίου: ~ αποβάθρας/προβλήτας. 2. μεταλλική βάση για το δέσιμο των σχοινιών σε σκάφος. | |
| 32772 | μπιντές | μπι-ντές ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): χαμηλή λεκάνη με βάση και βρύση για το πλύσιμο των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού: ~ από πορσελάνη. Βλ. είδη υγιεινής, -ές. ● ΦΡ.: κάνω μπιντέ (προφ.): πλένομαι στις παραπάνω ευαίσθητες περιοχές του σώματος. [< γαλλ. bidet] | |
| 32773 | μπιντόνι | βλ. μπιτόνι | |
| 32774 | μπιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σήμα ηχητικής ειδοποίησης, συνήθ. σε συσκευές: μονότονο/παρατεταμένο/σύντομο/χαμηλό ~. To ~ της κόρνας. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ~ (του τηλεφωνητή). Βλ. μπίπερ, τηλεειδοποίηση. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ηχητική κάλυψη πληροφορίας ή υβριστικής έκφρασης: O δημοσιογράφος έβαλε ~ στα ονόματα των εμπλεκομένων. Βλ. μωσαϊκό. [< λ. ηχομιμητ., αγγλ. beep, 1943, γαλλ. bip, περ. 1950] | |
| 32775 | μπίπερ | μπί-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. -ς} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ασύρματη μικροσυσκευή τηλεειδοποίησης: (απ)ενεργοποίηση/σίγηση του ~. Κλήση/μήνυμα σε ~. Ειδοποιώ/εντοπίζω με ~. Βλ. συναγερμός. ΣΥΝ. βομβητής [< αμερικ. beeper, 1970] | |
| 32776 | μπίρα | μπί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται με ζύμωση διαλύματος δημητριακών καρπών, κυρ. βύνης κριθαριού, στους οποίους προστίθενται κώνοι λυκίσκου και νερό: βαρελίσια/γερμανική/δυνατή/κόκκινη/μαύρη/ξανθιά ~. ~ χύμα. ~ με/χωρίς αφρό. Μαγιά/ποτήρι ~ας.|| ~ χωρίς αλκοόλ. Πβ. μπιρόνι. ΣΥΝ. ζύθος 2. (συνεκδ.) μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί και η αντίστοιχη ποσότητα μπίρας που αυτό περιέχει. ● Υποκ.: μπιρίτσα & (σπάν.) μπιρούλα (η) [< ιταλ. birra] | |
| 32777 | μπιραρία | μπι-ρα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάστημα στο οποίο σερβίρουν διάφορα είδη μπίρας. Πβ. ζυθοπωλείο. [< ιταλ. birreria] | |
| 32780 | μπίρι-μπίρι | μπί-ρι ουσ. (ουδ.): ψιλοκουβέντα: Πιάσανε το ~. Πβ. μπούρου-μπούρου. Βλ. πίτσι-πίτσι. | |
| 32778 | μπιρίμπα | μπι-ρί-μπα ουσ. (θηλ.): χαρτοπαίγνιο που παίζεται συνήθ. με δύο τράπουλες και δύο ζευγάρια παικτών και στο οποίο αναδεικνύεται νικητής όποιος σχηματίσει κατάλληλους συνδυασμούς επτά φύλλων και συγκεντρώσει τους περισσότερους πόντους. | |
| 32779 | μπιριμπάκι | μπι-ρι-μπά-κι ουσ. (ουδ.): καθεμία από τις δύο σειρές έντεκα φύλλων που μένουν στην άκρη στο παιχνίδι της μπιρίμπας, για να χρησιμοποιηθούν όταν τελειώσουν τα φύλλα που έχουν οι παίκτες στο χέρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ