Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33440-33460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32775μπίπερμπί-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. -ς} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ασύρματη μικροσυσκευή τηλεειδοποίησης: (απ)ενεργοποίηση/σίγηση του ~. Κλήση/μήνυμα σε ~. Ειδοποιώ/εντοπίζω με ~. Βλ. συναγερμός. ΣΥΝ. βομβητής [< αμερικ. beeper, 1970]
32776μπίραμπί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται με ζύμωση διαλύματος δημητριακών καρπών, κυρ. βύνης κριθαριού, στους οποίους προστίθενται κώνοι λυκίσκου και νερό: βαρελίσια/γερμανική/δυνατή/κόκκινη/μαύρη/ξανθιά ~. ~ χύμα. ~ με/χωρίς αφρό. Μαγιά/ποτήρι ~ας.|| ~ χωρίς αλκοόλ. Πβ. μπιρόνι. ΣΥΝ. ζύθος 2. (συνεκδ.) μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί και η αντίστοιχη ποσότητα μπίρας που αυτό περιέχει. ● Υποκ.: μπιρίτσα & (σπάν.) μπιρούλα (η) [< ιταλ. birra]
32777μπιραρίαμπι-ρα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάστημα στο οποίο σερβίρουν διάφορα είδη μπίρας. Πβ. ζυθοπωλείο. [< ιταλ. birreria]
32780μπίρι-μπίριμπί-ρι ουσ. (ουδ.): ψιλοκουβέντα: Πιάσανε το ~. Πβ. μπούρου-μπούρου. Βλ. πίτσι-πίτσι.
32778μπιρίμπαμπι-ρί-μπα ουσ. (θηλ.): χαρτοπαίγνιο που παίζεται συνήθ. με δύο τράπουλες και δύο ζευγάρια παικτών και στο οποίο αναδεικνύεται νικητής όποιος σχηματίσει κατάλληλους συνδυασμούς επτά φύλλων και συγκεντρώσει τους περισσότερους πόντους.
32779μπιριμπάκιμπι-ρι-μπά-κι ουσ. (ουδ.): καθεμία από τις δύο σειρές έντεκα φύλλων που μένουν στην άκρη στο παιχνίδι της μπιρίμπας, για να χρησιμοποιηθούν όταν τελειώσουν τα φύλλα που έχουν οι παίκτες στο χέρι.
32781μπιρμπιλομάτης, μπιρμπιλομάτα, ικο μπιρ-μπι-λο-μά-της επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει όμορφα, λαμπερά και παιχνιδιάρικα μάτια. Βλ. -μάτης.
32783μπιρμπιλωτός, ή, ό μπιρ-μπι-λω-τός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ., για μάτια) ζωηρός, εκφραστικός, παιχνιδιάρικος. 2. (για ρούχο, ύφασμα) φορτωμένος με δαντέλες ή γενικότ. με στολίδια.
32784μπιρόνιμπι-ρό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): μπίρα. Βλ. -όνι.
32785μπιρσίμιβλ. μπρισίμι
32786μπιςβλ. μπιζ1
32787μπισκότομπι-σκό-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρό αρτοσκεύασμα, συνήθ. λεπτού πάχους, σε ποικίλα σχήματα που ψήνεται στο φούρνο: αλμυρό/γλυκό/σοκολατένιο/τραγανό ~. ~α αμυγδάλου/βουτύρου. Γεμιστά ~α με στρώση κρέμας/μαρμελάδας.|| (κατ' επέκτ.) Παγωτό ~ (: με γεύση ~ου). ● Υποκ.: μπισκοτάκι (το) [< μεσν. μπισκόττιν, πισκούττιν ‘παξιμάδι, γαλέτα’ < ιταλ. biscotto]
32788μπιστάωμπι-στά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άει ... -άνε | συνήθ. στον ενεστ. κ. στο γ' πρόσ.} & μπιστώ (αργκό): κάνω κάτι να αναπηδά: ~άει τη μπάλα.μπιστάει: τινάζεται: Το αυτοκίνητο ~. Πβ. κλοτσάει.
32789μπιστικός, ή, ό μπι-στι-κός επίθ. & πιστικός (λαϊκό): που εμπνέει εμπιστοσύνη ή δείχνει αφοσίωση: ~ός: σύντροφος/φίλος. ● Ουσ.: μπιστικός (ο) 1. βοσκός που δουλεύει στο κοπάδι κάποιου με μισθό ή γενικότ. μισθωτός στην υπηρεσία κάποιου. 2. έμπιστος και στενός συνεργάτης. ● επίρρ.: μπιστικά [< μεσν. μπιστικός]
32790μπιστολάκιβλ. πιστολάκι
32791μπιστόλιβλ. πιστόλι
32792μπιστολιάβλ. πιστολιά
32793μπιστολίδιβλ. πιστολίδι
32794μπιστρόμπι-στρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό εστιατόριο, μπαρ ή και καφετέρια: ~ ξενοδοχείου. Καφέ-~. [< γαλλ. bistro(t)]
32795μπιστώβλ. μπιστάω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.