| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 32781 | μπιρμπιλομάτης, μπιρμπιλομάτα | , ικο μπιρ-μπι-λο-μά-της επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει όμορφα, λαμπερά και παιχνιδιάρικα μάτια. Βλ. -μάτης. | |
| 32783 | μπιρμπιλωτός | , ή, ό μπιρ-μπι-λω-τός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ., για μάτια) ζωηρός, εκφραστικός, παιχνιδιάρικος. 2. (για ρούχο, ύφασμα) φορτωμένος με δαντέλες ή γενικότ. με στολίδια. | |
| 32784 | μπιρόνι | μπι-ρό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): μπίρα. Βλ. -όνι. | |
| 32785 | μπιρσίμι | βλ. μπρισίμι | |
| 32786 | μπις | βλ. μπιζ1 | |
| 32787 | μπισκότο | μπι-σκό-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρό αρτοσκεύασμα, συνήθ. λεπτού πάχους, σε ποικίλα σχήματα που ψήνεται στο φούρνο: αλμυρό/γλυκό/σοκολατένιο/τραγανό ~. ~α αμυγδάλου/βουτύρου. Γεμιστά ~α με στρώση κρέμας/μαρμελάδας.|| (κατ' επέκτ.) Παγωτό ~ (: με γεύση ~ου). ● Υποκ.: μπισκοτάκι (το) [< μεσν. μπισκόττιν, πισκούττιν ‘παξιμάδι, γαλέτα’ < ιταλ. biscotto] | |
| 32788 | μπιστάω | μπι-στά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άει ... -άνε | συνήθ. στον ενεστ. κ. στο γ' πρόσ.} & μπιστώ (αργκό): κάνω κάτι να αναπηδά: ~άει τη μπάλα. ● μπιστάει: τινάζεται: Το αυτοκίνητο ~. Πβ. κλοτσάει. | |
| 32789 | μπιστικός | , ή, ό μπι-στι-κός επίθ. & πιστικός (λαϊκό): που εμπνέει εμπιστοσύνη ή δείχνει αφοσίωση: ~ός: σύντροφος/φίλος. ● Ουσ.: μπιστικός (ο) 1. βοσκός που δουλεύει στο κοπάδι κάποιου με μισθό ή γενικότ. μισθωτός στην υπηρεσία κάποιου. 2. έμπιστος και στενός συνεργάτης. ● επίρρ.: μπιστικά [< μεσν. μπιστικός] | |
| 32790 | μπιστολάκι | βλ. πιστολάκι | |
| 32791 | μπιστόλι | βλ. πιστόλι | |
| 32792 | μπιστολιά | βλ. πιστολιά | |
| 32793 | μπιστολίδι | βλ. πιστολίδι | |
| 32794 | μπιστρό | μπι-στρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό εστιατόριο, μπαρ ή και καφετέρια: ~ ξενοδοχείου. Καφέ-~. [< γαλλ. bistro(t)] | |
| 32795 | μπιστώ | βλ. μπιστάω | |
| 32801 | μπίτ(ι) | μπί-τι επίρρ. (λαϊκό): εντελώς, ολωσδιόλου. ΣΥΝ. ντιπ (1) ● ΦΡ.: μπιτ για μπιτ (επιτατ.): Είναι ~ ~ άσχετος. [< τουρκ. bit] | |
| 32796 | μπιτ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έντονος ρυθμός που κυριαρχεί και συνήθ. επαναλαμβάνεται σε ένα κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής: ~ από τα ντραμς/το συνθεσάιζερ. ● Υποκ.: μπιτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μπιτ γενιά: μπίτνικ. [< αμερικ. beat generation, 1952] [< αγγλ. beat, γαλλ. ~, 1966] | |
| 32797 | μπιτ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. δυαδικό ψηφίο (0 ή 1) που αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα της επιλογής ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές· μονάδα πληροφορίας στο δυαδικό σύστημα αρίθμησης. Βλ. μεγαμπίτ, μπάιτ. [< αμερικ. bit, σύντμηση του b(inary dig)it, 1948] | |
| 32798 | μπιτάτος | , η, ο [μπιτᾶτος] μπι-τά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που χαρακτηρίζεται από έντονο ρυθμό, μπιτ: ~ος: ήχος. ~ο: κομμάτι/τραγούδι. Χορευτικός και ~ δίσκος. Βλ. -άτος. | |
| 32799 | μπίτερ | μπί-τερ επίθ. {άκλ.}: (συνήθ. για σοκολάτες και ποτά) πικρός: κουβερτούρα ~ και γάλακτος (βλ. σοκολάτα υγείας). Μπίρα βαρελίσια ~. ● Ουσ.: μπίτερ (το) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό από φυτικά συστατικά με έντονο άρωμα και πικρή γεύση: κοκτέιλ με ~. ~ με βάση το ρούμι. Λικέρ και ~ς. [< γερμ. bitter] | |
| 32800 | μπιτζάμα & μπιζάμα | βλ. πιτζάμα | |