| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32801 | μπίτ(ι) | μπί-τι επίρρ. (λαϊκό): εντελώς, ολωσδιόλου. ΣΥΝ. ντιπ (1) ● ΦΡ.: μπιτ για μπιτ (επιτατ.): Είναι ~ ~ άσχετος. [< τουρκ. bit] | |
| 32796 | μπιτ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έντονος ρυθμός που κυριαρχεί και συνήθ. επαναλαμβάνεται σε ένα κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής: ~ από τα ντραμς/το συνθεσάιζερ. ● Υποκ.: μπιτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μπιτ γενιά: μπίτνικ. [< αμερικ. beat generation, 1952] [< αγγλ. beat, γαλλ. ~, 1966] | |
| 32797 | μπιτ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. δυαδικό ψηφίο (0 ή 1) που αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα της επιλογής ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές· μονάδα πληροφορίας στο δυαδικό σύστημα αρίθμησης. Βλ. μεγαμπίτ, μπάιτ. [< αμερικ. bit, σύντμηση του b(inary dig)it, 1948] | |
| 32798 | μπιτάτος | , η, ο [μπιτᾶτος] μπι-τά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που χαρακτηρίζεται από έντονο ρυθμό, μπιτ: ~ος: ήχος. ~ο: κομμάτι/τραγούδι. Χορευτικός και ~ δίσκος. Βλ. -άτος. | |
| 32799 | μπίτερ | μπί-τερ επίθ. {άκλ.}: (συνήθ. για σοκολάτες και ποτά) πικρός: κουβερτούρα ~ και γάλακτος (βλ. σοκολάτα υγείας). Μπίρα βαρελίσια ~. ● Ουσ.: μπίτερ (το) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό από φυτικά συστατικά με έντονο άρωμα και πικρή γεύση: κοκτέιλ με ~. ~ με βάση το ρούμι. Λικέρ και ~ς. [< γερμ. bitter] | |
| 32800 | μπιτζάμα & μπιζάμα | βλ. πιτζάμα | |
| 32802 | μπιτκόιν | μπιτ-κό-ιν ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το πρώτο γνωστό κρυπτονόμισμα. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Bitcoin, 2008, γαλλ. ~, 2010, δημιουργήθηκε από άτομο ή ομάδα ατόμων με το ψευδώνυμο Satoshi Nakamoto] | |
| 32803 | μπίτνικ | μπίτ-νικ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: νεαρό άτομο το οποίο ανήκε στο κοινωνικό και λογοτεχνικό κίνημα ενάντια στις κατεστημένες μορφές έκφρασης, που επικράτησε στην Αμερική τη δεκαετία του 1950 και αποτέλεσε την ιδεολογική βάση του κινήματος των χίπις: Η γενιά των ~ς. Πβ. μπιτ γενιά. [< αμερικ. beatnik, 1958, γαλλ. ~, 1959] | |
| 32804 | μπιτόνι | μπι-τό-νι ουσ. (ουδ.) & μπετόνι & μπιντόνι: δοχείο με λαβή για τοποθέτηση, φύλαξη και μεταφορά υγρών και η αντίστοιχη ποσότητα που περιέχει: πλαστικό ~. ~ βενζίνης/λαδιού. Ένα ~ απιονισμένο νερό/με εύφλεκτο υγρό/πετρέλαιο. Βλ. ντεπόζιτο. ● Υποκ.: μπιτονάκι (το) [< γαλλ. bidon] | |
| 32805 | μπιτς βόλεϊ | μπιτς βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπιτς βόλεϊμπολ: ΑΘΛ. βόλεϊ σε αμμουδιά ή ειδικά διαμορφωμένο γήπεδο με άμμο, που παίζεται από δύο ομάδες των δύο αθλητών-αθλητριών η καθεμία. ΣΥΝ. παράκτια πετοσφαίριση [< αγγλ. beach volleyball, 1927, γαλλ. beach-volley, 1992] | |
| 32806 | μπιτς πάρτι | μπιτς πάρ-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πάρτι στην παραλία. [< αγγλ. beach party] | |
| 32807 | μπιτς σόκερ | μπιτς σό-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ποδόσφαιρο σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο σε αμμώδη παραλία, στο οποίο παίρνουν μέρος δύο ομάδες των πέντε παικτών και το παιχνίδι διεξάγεται σε τρεις δωδεκάλεπτες περιόδους. [< αγγλ. beach soccer] | |
| 32808 | μπιτς χάντμπολ | μπιτς χά-ντμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. χάντμπολ που παίζεται σε γήπεδο με άμμο. [< αγγλ. beach handball] | |
| 32809 | μπιφτέκι | μπι-φτέ-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παρασκεύασμα από κιμά που ζυμώνεται μαζί με διάφορα υλικά και καρυκεύματα, πλάθεται σε στρογγυλά κομμάτια και συνήθ. ψήνεται στο φούρνο ή στο τηγάνι: γεμιστό/μοσχαρίσιο/χοιρινό/ψητό ~. ~ γαλοπούλας/κοτόπουλου. Μερίδα ~ σκέτο ή με πίτα. ~ με λαχανικά/τυρί. Ζυμώνω/φτιάχνω ~ια. Βλ. κεφτές. ● Υποκ.: μπιφτεκάκι (το) ● Μεγεθ.: μπιφτεκάρα (η) [< γαλλ. bifteck] | |
| 32810 | μπιχεβιορισμός | μπι-χε-βι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μπεχαβιορισμός: ΨΥΧΟΛ. συμπεριφορισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 32811 | μπίχλα | μπί-χλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): βρομιά: Το σπίτι είναι μες στη ~, θέλει καθάρισμα. Πβ. μάκα. | |
| 32812 | μπίχλας | μπί-χλας ουσ. (αρσ.) (αργκό): βρομιάρης. Πβ. λέρα, λεχρίτης. | |
| 32813 | μπιχλιμπίδι | μπι-χλι-μπί-δι ουσ. (ουδ.): διακοσμητικό στοιχείο, στολίδι και γενικότ. κάθε μικρό αντικείμενο, συνήθ. ασήμαντης αξίας: φανταχτερά/χειροποίητα/χριστουγεννιάτικα ~ια. Πβ. λιλιά.|| Ηλεκτρονικά ~ια. ● Υποκ.: μπιχλιμπιδάκι (το) | |
| 32814 | μπλάβος | , α/η, ο μπλά-βος επίθ. (λαϊκό): μπλε, μελανός και γενικότ. σκούρος: ~ος: ουρανός.|| (μτφ.) Τον έκανε ~ο (: μαύρο) στο ξύλο. [< μεσν. μπλάβος < παλαιό ιταλ. blavo] | |
| 32815 | μπλαζέ | μπλα-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): αδιάφορος, υπεροπτικός ή απαξιωτικός: ~ βλέμμα/στάση/ύφος. [< γαλλ. blasé] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ