Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33460-33480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32781μπιρμπιλομάτης, μπιρμπιλομάτα, ικο μπιρ-μπι-λο-μά-της επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει όμορφα, λαμπερά και παιχνιδιάρικα μάτια. Βλ. -μάτης.
32783μπιρμπιλωτός, ή, ό μπιρ-μπι-λω-τός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ., για μάτια) ζωηρός, εκφραστικός, παιχνιδιάρικος. 2. (για ρούχο, ύφασμα) φορτωμένος με δαντέλες ή γενικότ. με στολίδια.
32784μπιρόνιμπι-ρό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): μπίρα. Βλ. -όνι.
32785μπιρσίμιβλ. μπρισίμι
32786μπιςβλ. μπιζ1
32787μπισκότομπι-σκό-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρό αρτοσκεύασμα, συνήθ. λεπτού πάχους, σε ποικίλα σχήματα που ψήνεται στο φούρνο: αλμυρό/γλυκό/σοκολατένιο/τραγανό ~. ~α αμυγδάλου/βουτύρου. Γεμιστά ~α με στρώση κρέμας/μαρμελάδας.|| (κατ' επέκτ.) Παγωτό ~ (: με γεύση ~ου). ● Υποκ.: μπισκοτάκι (το) [< μεσν. μπισκόττιν, πισκούττιν ‘παξιμάδι, γαλέτα’ < ιταλ. biscotto]
32788μπιστάωμπι-στά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άει ... -άνε | συνήθ. στον ενεστ. κ. στο γ' πρόσ.} & μπιστώ (αργκό): κάνω κάτι να αναπηδά: ~άει τη μπάλα.μπιστάει: τινάζεται: Το αυτοκίνητο ~. Πβ. κλοτσάει.
32789μπιστικός, ή, ό μπι-στι-κός επίθ. & πιστικός (λαϊκό): που εμπνέει εμπιστοσύνη ή δείχνει αφοσίωση: ~ός: σύντροφος/φίλος. ● Ουσ.: μπιστικός (ο) 1. βοσκός που δουλεύει στο κοπάδι κάποιου με μισθό ή γενικότ. μισθωτός στην υπηρεσία κάποιου. 2. έμπιστος και στενός συνεργάτης. ● επίρρ.: μπιστικά [< μεσν. μπιστικός]
32790μπιστολάκιβλ. πιστολάκι
32791μπιστόλιβλ. πιστόλι
32792μπιστολιάβλ. πιστολιά
32793μπιστολίδιβλ. πιστολίδι
32794μπιστρόμπι-στρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό εστιατόριο, μπαρ ή και καφετέρια: ~ ξενοδοχείου. Καφέ-~. [< γαλλ. bistro(t)]
32795μπιστώβλ. μπιστάω
32801μπίτ(ι)μπί-τι επίρρ. (λαϊκό): εντελώς, ολωσδιόλου. ΣΥΝ. ντιπ (1) ● ΦΡ.: μπιτ για μπιτ (επιτατ.): Είναι ~ ~ άσχετος. [< τουρκ. bit]
32796μπιτ1ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έντονος ρυθμός που κυριαρχεί και συνήθ. επαναλαμβάνεται σε ένα κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής: ~ από τα ντραμς/το συνθεσάιζερ. ● Υποκ.: μπιτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μπιτ γενιά: μπίτνικ. [< αμερικ. beat generation, 1952] [< αγγλ. beat, γαλλ. ~, 1966]
32797μπιτ2ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. δυαδικό ψηφίο (0 ή 1) που αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα της επιλογής ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές· μονάδα πληροφορίας στο δυαδικό σύστημα αρίθμησης. Βλ. μεγαμπίτ, μπάιτ. [< αμερικ. bit, σύντμηση του b(inary dig)it, 1948]
32798μπιτάτος, η, ο [μπιτᾶτος] μπι-τά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που χαρακτηρίζεται από έντονο ρυθμό, μπιτ: ~ος: ήχος. ~ο: κομμάτι/τραγούδι. Χορευτικός και ~ δίσκος. Βλ. -άτος.
32799μπίτερμπί-τερ επίθ. {άκλ.}: (συνήθ. για σοκολάτες και ποτά) πικρός: κουβερτούρα ~ και γάλακτος (βλ. σοκολάτα υγείας). Μπίρα βαρελίσια ~. ● Ουσ.: μπίτερ (το) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό από φυτικά συστατικά με έντονο άρωμα και πικρή γεύση: κοκτέιλ με ~. ~ με βάση το ρούμι. Λικέρ και ~ς. [< γερμ. bitter]
32800μπιτζάμα & μπιζάμαβλ. πιτζάμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.