| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32802 | μπιτκόιν | μπιτ-κό-ιν ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το πρώτο γνωστό κρυπτονόμισμα. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Bitcoin, 2008, γαλλ. ~, 2010, δημιουργήθηκε από άτομο ή ομάδα ατόμων με το ψευδώνυμο Satoshi Nakamoto] | |
| 32803 | μπίτνικ | μπίτ-νικ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: νεαρό άτομο το οποίο ανήκε στο κοινωνικό και λογοτεχνικό κίνημα ενάντια στις κατεστημένες μορφές έκφρασης, που επικράτησε στην Αμερική τη δεκαετία του 1950 και αποτέλεσε την ιδεολογική βάση του κινήματος των χίπις: Η γενιά των ~ς. Πβ. μπιτ γενιά. [< αμερικ. beatnik, 1958, γαλλ. ~, 1959] | |
| 32804 | μπιτόνι | μπι-τό-νι ουσ. (ουδ.) & μπετόνι & μπιντόνι: δοχείο με λαβή για τοποθέτηση, φύλαξη και μεταφορά υγρών και η αντίστοιχη ποσότητα που περιέχει: πλαστικό ~. ~ βενζίνης/λαδιού. Ένα ~ απιονισμένο νερό/με εύφλεκτο υγρό/πετρέλαιο. Βλ. ντεπόζιτο. ● Υποκ.: μπιτονάκι (το) [< γαλλ. bidon] | |
| 32805 | μπιτς βόλεϊ | μπιτς βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπιτς βόλεϊμπολ: ΑΘΛ. βόλεϊ σε αμμουδιά ή ειδικά διαμορφωμένο γήπεδο με άμμο, που παίζεται από δύο ομάδες των δύο αθλητών-αθλητριών η καθεμία. ΣΥΝ. παράκτια πετοσφαίριση [< αγγλ. beach volleyball, 1927, γαλλ. beach-volley, 1992] | |
| 32806 | μπιτς πάρτι | μπιτς πάρ-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πάρτι στην παραλία. [< αγγλ. beach party] | |
| 32807 | μπιτς σόκερ | μπιτς σό-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ποδόσφαιρο σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο σε αμμώδη παραλία, στο οποίο παίρνουν μέρος δύο ομάδες των πέντε παικτών και το παιχνίδι διεξάγεται σε τρεις δωδεκάλεπτες περιόδους. [< αγγλ. beach soccer] | |
| 32808 | μπιτς χάντμπολ | μπιτς χά-ντμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. χάντμπολ που παίζεται σε γήπεδο με άμμο. [< αγγλ. beach handball] | |
| 32809 | μπιφτέκι | μπι-φτέ-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παρασκεύασμα από κιμά που ζυμώνεται μαζί με διάφορα υλικά και καρυκεύματα, πλάθεται σε στρογγυλά κομμάτια και συνήθ. ψήνεται στο φούρνο ή στο τηγάνι: γεμιστό/μοσχαρίσιο/χοιρινό/ψητό ~. ~ γαλοπούλας/κοτόπουλου. Μερίδα ~ σκέτο ή με πίτα. ~ με λαχανικά/τυρί. Ζυμώνω/φτιάχνω ~ια. Βλ. κεφτές. ● Υποκ.: μπιφτεκάκι (το) ● Μεγεθ.: μπιφτεκάρα (η) [< γαλλ. bifteck] | |
| 32810 | μπιχεβιορισμός | μπι-χε-βι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μπεχαβιορισμός: ΨΥΧΟΛ. συμπεριφορισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 32811 | μπίχλα | μπί-χλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): βρομιά: Το σπίτι είναι μες στη ~, θέλει καθάρισμα. Πβ. μάκα. | |
| 32812 | μπίχλας | μπί-χλας ουσ. (αρσ.) (αργκό): βρομιάρης. Πβ. λέρα, λεχρίτης. | |
| 32813 | μπιχλιμπίδι | μπι-χλι-μπί-δι ουσ. (ουδ.): διακοσμητικό στοιχείο, στολίδι και γενικότ. κάθε μικρό αντικείμενο, συνήθ. ασήμαντης αξίας: φανταχτερά/χειροποίητα/χριστουγεννιάτικα ~ια. Πβ. λιλιά.|| Ηλεκτρονικά ~ια. ● Υποκ.: μπιχλιμπιδάκι (το) | |
| 51854 | ΜπΚύρου | τρό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) αντλία αέρα ή νερού: απορροφητική/ηλεκτρική/πλαστική ~. ~ ελαστικών/μπάλας/ποδηλάτου/ποδιού/υψηλής πίεσης/χεριού.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Υδραυλική ~. ~ βενζίνης/λαδιού. Ακτινική ~ φρένου. Πβ. τουλούμπα. Βλ. αεραντλία, υδραντλία. 2. ΜΟΥΣ. τρομπέτα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόμπα μαρίνα 1. ΜΟΥΣ. & τρομπέτα μαρίνα: μουσικό όργανο με λεπτό μακρόστενο σχήμα και μία ή δύο χορδές. 2. ΝΑΥΤ. & τρομπαμαρίνα: (παρωχ.) τηλεβόας πλοίων. Πβ. μπουρού. [< ιταλ. tromba marina, γαλλ. trombette marine] [< ιταλ. tromba] | |
| 32814 | μπλάβος | , α/η, ο μπλά-βος επίθ. (λαϊκό): μπλε, μελανός και γενικότ. σκούρος: ~ος: ουρανός.|| (μτφ.) Τον έκανε ~ο (: μαύρο) στο ξύλο. [< μεσν. μπλάβος < παλαιό ιταλ. blavo] | |
| 32815 | μπλαζέ | μπλα-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): αδιάφορος, υπεροπτικός ή απαξιωτικός: ~ βλέμμα/στάση/ύφος. [< γαλλ. blasé] | |
| 32816 | μπλακ άουτ | μπλακ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλακ-άουτ (προφ.) 1. εκτεταμένη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος εξαιτίας βλάβης: γενικό ~. Κίνδυνος ~. ~ λόγω προβλήματος σε καλώδια υψηλής τάσης/λόγω υπερφόρτωσης. Πβ. συσκότιση. 2. προσωρινή απώλεια μνήμης και συνειδητότητας και γενικότ. αδυναμία αντίδρασης σε ερέθισμα, αμηχανία: Στις εξετάσεις από το άγχος έπαθε ~ και δεν θυμόταν τίποτα. Πβ. βραχυκύκλωμα. [< αγγλ. blackout, 1924, γαλλ. black-out, 1941] | |
| 32817 | μπλακ τζακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλακ-τζάκ: εικοσιμία. [< αγγλ. blackjack, 1910, γαλλ. black-jack, περ. 1980] | |
| 32818 | μπλακ φόρεστ | μπλακ φό-ρεστ ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό το οποίο περιέχει κυρ. στρώσεις από παντεσπάνι, γέμιση κρέμας ζαχαροπλαστικής, γαρνιτούρα από κεράσια ή βύσσινα και ξύσματα κουβερτούρας: πάστα/τούρτα ~ ~. [< αγγλ. Black Forest (cake), 1959] | |
| 32819 | μπλακ χιούμορ | βλ. χιούμορ | |
| 32820 | μπλακεντέκερ | μπλα-κε-ντέ-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τρυπάνι ή πολυεργαλείο που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Black and Decker, 1917] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ