| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32816 | μπλακ άουτ | μπλακ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλακ-άουτ (προφ.) 1. εκτεταμένη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος εξαιτίας βλάβης: γενικό ~. Κίνδυνος ~. ~ λόγω προβλήματος σε καλώδια υψηλής τάσης/λόγω υπερφόρτωσης. Πβ. συσκότιση. 2. προσωρινή απώλεια μνήμης και συνειδητότητας και γενικότ. αδυναμία αντίδρασης σε ερέθισμα, αμηχανία: Στις εξετάσεις από το άγχος έπαθε ~ και δεν θυμόταν τίποτα. Πβ. βραχυκύκλωμα. [< αγγλ. blackout, 1924, γαλλ. black-out, 1941] | |
| 32817 | μπλακ τζακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλακ-τζάκ: εικοσιμία. [< αγγλ. blackjack, 1910, γαλλ. black-jack, περ. 1980] | |
| 32818 | μπλακ φόρεστ | μπλακ φό-ρεστ ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό το οποίο περιέχει κυρ. στρώσεις από παντεσπάνι, γέμιση κρέμας ζαχαροπλαστικής, γαρνιτούρα από κεράσια ή βύσσινα και ξύσματα κουβερτούρας: πάστα/τούρτα ~ ~. [< αγγλ. Black Forest (cake), 1959] | |
| 32819 | μπλακ χιούμορ | βλ. χιούμορ | |
| 32820 | μπλακεντέκερ | μπλα-κε-ντέ-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τρυπάνι ή πολυεργαλείο που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Black and Decker, 1917] | |
| 32821 | μπλαμπλά | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλα-μπλά (προφ.) 1. φλύαρα λόγια: Άρχισε τα μπλα μπλα μπλα. Πβ. πολυλογία. Βλ. αερολογίες. 2. εκφραστική άνεση, ευχέρεια στον λόγο, πειθώ: Με το πολύ ~ την τούμπαρε. ΣΥΝ. λέγειν [< ηχομιμητ. γαλλ. blablabla (ως επιφών.), 1926, blabla, 1947, ιταλ. blablà, 1966] | |
| 32822 | μπλάνκο | μπλάν-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προϊόν με ειδικό παχύρρευστο υγρό ή ταινία για διόρθωση λαθών πάνω σε χαρτί, διορθωτικό. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Blanco, 1983] | |
| 32823 | μπλάντι μέρι | μπλά-ντι μέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κοκτέιλ από βότκα, ντοματοχυμό και καρυκεύματα. [< αγγλ. Bloody Mary, 1939] | |
| 32824 | μπλάστρι | μπλά-στρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. έμπλαστρο. 2. πλαστήρι. [< 1: μεσν. μπλάστρι] | |
| 32825 | μπλε | επίθ. {άκλ.}: που έχει βαθύ γαλάζιο χρώμα: έντονο ~. ~ νουάρ/ρουά. ~ βιολετί (= ίντιγκο). ~ ζαφείρι/οινόπνευμα/στιλό. ~ μάτια. Βλ. γλαυκός, κυανός.|| (μτφ.) Έγινε ~ από το κρύο (= μελάνιασε). ● Ουσ.: μπλε (το): το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό/σκούρο ~. Γκρι-~. ~ θαλασσί/πετρόλ/σιέλ/τιρκουάζ. Το ~ της θάλασσας/του ουρανού. Το ~, το κόκκινο και το κίτρινο είναι βασικά χρώματα. Βλ. αζούρ2.|| (στον πληθ.) Του πάνε τα ~ (ενν. ρούχα)! ● ΣΥΜΠΛ.: Μπλε Βίβλος βλ. βίβλος, μπλε ελεκτρίκ βλ. ελεκτρίκ, μπλε ζώνη βλ. ζώνη, μπλε κάρτα βλ. κάρτα, μπλε κολάρο βλ. κολάρο, μπλε κουτί βλ. κουτί, μπλε οθόνη (θανάτου) βλ. οθόνη, μπλε ρουά βλ. ρουά2, μπλε τυρί βλ. τυρί, μπλε χάπι βλ. χάπι [< γαλλ. bleu] | |
| 32826 | μπλε μαρέν | μπλε μα-ρέν επίθ. {άκλ.}: που έχει σκούρο μπλε χρώμα: ~ κουστούμι. ● Ουσ.: μπλε μαρέν (το): το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. ουλτραμαρίνα. ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον) μπλε μαρέν (στο ξύλο): ξυλοκοπώ. ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) [< γαλλ. bleu marine] | |
| 32827 | μπλεδίζει | μπλε-δί-ζει ρ. (αμτβ.) (προφ.): (για ρούχο) έχει κάποια απόχρωση του μπλε. | |
| 32828 | μπλέιζερ | μπλέ-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ, συνήθ. μονόχρωμο σακάκι χωρίς γραμμές, που φοριέται κυρ. με σπορ ρούχα: μεσάτο ~. ~ με χρυσά κουμπιά. [< αγγλ. blazer, ιταλ. ~, 1938] | |
| 32829 | μπλέκω | μπλέ-κω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έμπλε-ξα, μπλέ-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, μπλέκ-οντας} 1. συνδέω χωρίς τάξη τα μέρη ενός πράγματος ή διαφορετικά στοιχεία μεταξύ τους, ανακατεύω· ειδικότ. σκαλώνω: ~ξα τις σημειώσεις/τα χαρτιά μου. Πώς ~ξες έτσι την αλυσίδα; ~χτηκαν τα καλώδια. Ο χαρταετός έχει ~χτεί στα σύρματα. Το αγκίστρι ~χτηκε με την πετονιά. ~γμένο: κουβάρι. ~γμένα: μαλλιά.|| (μτφ.) Η ταινία ~ει (= συνδυάζει) ετερόκλιτα στοιχεία.|| Κάπου ~ξε η άγκυρα και δεν σηκώνεται. Το ψάρι ~χτηκε στα δίχτυα. Μια πλαστική σακούλα έχει ~χτεί στον τροχό.|| ~χτηκα (= μπουρδουκλώθηκα, σκόνταψα) κι έπεσα. ΣΥΝ. μπερδεύω (1) ΑΝΤ. ξεμπλέκω (1) 2. συγχέω παρόμοιες έννοιες ή πράγματα: Δεν έχω μνήμη, ~ ημερομηνίες και γεγονότα. ~ξε τα βαζάκια κι έβαλε αλάτι αντί για ζάχαρη. 3. (μτφ.) καθιστώ κάτι ασαφές, προξενώ ή παθαίνω σύγχυση: Μας ~ξε με τις θεωρίες του. Πολύ τα ~εις, τα πράγματα είναι απλά. Η παρέμβασή του ~ξε περισσότερο την κατάσταση. ~ξα μέσα στα στενά κι έχασα τον δρόμο. Αντί να καταλάβω ~χτηκα περισσότερο. Νιώθω πολύ ~γμένος συναισθηματικά. ~γμένη: ιστορία/υπόθεση. Πβ. περιπλέκω. 4. (μτφ.) αναμειγνύω κάποιον ή αναμειγνύομαι σε δυσάρεστη, επιζήμια, επικίνδυνη υπόθεση ή σχετίζομαι με πρόσωπο και παρασύρομαι: Τον ~ξαν σε περιπέτειες/σε πλεκτάνη. Εγώ σε ~ξα, εγώ θα σε γλιτώσω. Τον ~ξε με τα καμώματά της. Βρε, πού πήγα κι ~ξα! Τι ήθελα κι ~ξα; Πού πας να ~χτείς; ~ξε με κακοποιά στοιχεία/με παλιοπαρέες. Δεν ξέρεις με ποιον ~ξες! Με τους τρελούς που ~ξα, πώς να βγάλω άκρη; ~ξε/χτηκε στα γρανάζια της γραφειοκρατίας/στην κίνηση και άργησε. ~ξε/χτηκε με τα(/στα) ναρκωτικά. ~ξε/χτηκε σε καβγά/μπελάδες/σκάνδαλο/ύποπτα κυκλώματα/φασαρία/φόνο. Βρέθηκε ~γμένος σε εμπόριο όπλων. Πβ. ε~.|| ~ξα με τη δουλειά και ξεχάστηκα. ΑΝΤ. ξεμπλέκω (2) ● ΦΡ.: μπλέξαμε/μπερδέψαμε τα μπούτια μας (προφ.): πάθαμε σύγχυση: ~ ~, διαβάζοντας όλες αυτές τις σελίδες. Χάσαμε το μέτρο, ~ ~ και δεν ξέρουμε ποιος είναι τι. Πβ. χάνω τον μπούσουλα., ου μπλέξεις!: ως προτροπή για αποφυγή περίπλοκης ή επικίνδυνης κατάστασης., τα μπλέκω (προφ.) 1. παθαίνω σύγχυση: Τα 'χεις ~ξει (στο μυαλό σου) και δεν ξέρεις τι σου γίνεται! 2. δημιουργώ ερωτικό δεσμό με κάποιον: Τα έχει ~ξει με έναν παντρεμένο., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι, πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου βλ. δίχτυ [< αρχ. ἐμπλέκω] | |
| 32830 | μπλέντερ | μπλέ-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για κόψιμο, πολτοποίηση ή ανακάτεμα υλικών κατά την παρασκευή φαγητού, γλυκού ή χυμού: Αλέθω/λιώνω/χτυπάω στο ~. Ντομάτες περασμένες στο ~. Πβ. μύλος, πολτοποιητής. Βλ. μίξερ. ΣΥΝ. μούλτι [< αγγλ. blender, 1948, γαλλ. ~, περ. 2005] | |
| 32831 | μπλέξιμο | μπλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ανακάτεμα πραγμάτων μεταξύ τους: ~ καλωδίων/κλαδιών/μαλλιών/σχοινιού. ΣΥΝ. μπέρδεμα (1) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (1), ξέμπλεγμα 2. (μτφ.) ασαφής, προβληματική κατάσταση, σύγχυση: μεγάλο ~ με τα ονόματα. Οι οδηγίες προκαλούν ~ στους μη ειδικούς. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) 3. {κυρ. στον πληθ.} ανάμειξη σε προβληματική, ύποπτη υπόθεση: ~ σε σκάνδαλο. Ερωτικά/νομικά/οικονομικά/συναισθηματικά ~ίματα. ~ίματα με τα ναρκωτικά/τον υπόκοσμο (πβ. τραβολογήματα). Θες να γίνει κανένα ~ και να βρούμε τον μπελά μας; Πβ. εμπλοκή. ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα: έχω προβλήματα: Είχε ~ με την Αστυνομία/τους γείτονες/τη δικαιοσύνη/την εφορία. Δεν θέλω να τον απασχολώ, φτάνουν τα μπλεξίματα που έχει. Δεν τα βάζω μαζί τους, για να μην έχω ιστορίες/φασαρίες. | |
| 32832 | μπλιγούρι | βλ. πλιγούρι | |
| 32833 | μπλιμπλίκια | μπλι-μπλί-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μπλιμπλίκι} & μπιμπλίκια (νεαν. αργκό) 1. μικρές ηλεκτρονικές συσκευές, εργαλεία ή εξαρτήματα, γκάτζετ: χάι-τεκ ~. ~ για το κινητό. ~ που αναβοσβήνουν. 2. ηλεκτρονικοί ήχοι, στοιχεία σε μουσικά κομμάτια∙ ηλεκτρονική μουσική: σπέσιαλ εφέ και ~. Μέταλ με ~.|| Δεν ακούω ~. 3. (κυρ. παλαιότ.) ηλεκτρονικά παιχνίδια που συνήθ. λειτουργούν με κέρματα. Βλ. ουφάδικο, φλίπερ. | |
| 32834 | μπλίστερ | μπλί-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: περιτύλιγμα από διάφανο πλαστικό που περιέχει εμπόρευμα και επικολλάται συνήθ. σε σκληρό χαρτί: συσκευασία ~. ~ μπαταρίας. Πακέτο δέκα τεμαχίων/χάπια σε ~. [< αγγλ. blister (pack), 1955, γαλλ. blister, 1967] | |
| 32835 | μπλογκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΔΙΑΔΙΚΤ. προσωπική ή συλλογική ιστοσελίδα με δημοσιοποιημένα κείμενα των χρηστών, που έχει τη μορφή ημερολογίου: πολιτικό ~. Βλ. ποστ. ΣΥΝ. διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ιστοημερολόγιο, ιστολόγιο [< αμερικ. blog, 1999, γαλλ. ~, 2002] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ