Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33500-33520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32821μπλαμπλάουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλα-μπλά (προφ.) 1. φλύαρα λόγια: Άρχισε τα μπλα μπλα μπλα. Πβ. πολυλογία. Βλ. αερολογίες. 2. εκφραστική άνεση, ευχέρεια στον λόγο, πειθώ: Με το πολύ ~ την τούμπαρε. ΣΥΝ. λέγειν [< ηχομιμητ. γαλλ. blablabla (ως επιφών.), 1926, blabla, 1947, ιταλ. blablà, 1966]
32822μπλάνκομπλάν-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προϊόν με ειδικό παχύρρευστο υγρό ή ταινία για διόρθωση λαθών πάνω σε χαρτί, διορθωτικό. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Blanco, 1983]
32823μπλάντι μέριμπλά-ντι μέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κοκτέιλ από βότκα, ντοματοχυμό και καρυκεύματα. [< αγγλ. Bloody Mary, 1939]
32824μπλάστριμπλά-στρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. έμπλαστρο. 2. πλαστήρι. [< 1: μεσν. μπλάστρι]
32825μπλεεπίθ. {άκλ.}: που έχει βαθύ γαλάζιο χρώμα: έντονο ~. ~ νουάρ/ρουά. ~ βιολετί (= ίντιγκο). ~ ζαφείρι/οινόπνευμα/στιλό. ~ μάτια. Βλ. γλαυκός, κυανός.|| (μτφ.) Έγινε ~ από το κρύο (= μελάνιασε). ● Ουσ.: μπλε (το): το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό/σκούρο ~. Γκρι-~. ~ θαλασσί/πετρόλ/σιέλ/τιρκουάζ. Το ~ της θάλασσας/του ουρανού. Το ~, το κόκκινο και το κίτρινο είναι βασικά χρώματα. Βλ. αζούρ2.|| (στον πληθ.) Του πάνε τα ~ (ενν. ρούχα)! ● ΣΥΜΠΛ.: Μπλε Βίβλος βλ. βίβλος, μπλε ελεκτρίκ βλ. ελεκτρίκ, μπλε ζώνη βλ. ζώνη, μπλε κάρτα βλ. κάρτα, μπλε κολάρο βλ. κολάρο, μπλε κουτί βλ. κουτί, μπλε οθόνη (θανάτου) βλ. οθόνη, μπλε ρουά βλ. ρουά2, μπλε τυρί βλ. τυρί, μπλε χάπι βλ. χάπι [< γαλλ. bleu]
32826μπλε μαρένμπλε μα-ρέν επίθ. {άκλ.}: που έχει σκούρο μπλε χρώμα: ~ κουστούμι. ● Ουσ.: μπλε μαρέν (το): το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. ουλτραμαρίνα. ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον) μπλε μαρέν (στο ξύλο): ξυλοκοπώ. ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) [< γαλλ. bleu marine]
32827μπλεδίζειμπλε-δί-ζει ρ. (αμτβ.) (προφ.): (για ρούχο) έχει κάποια απόχρωση του μπλε.
32828μπλέιζερμπλέ-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ, συνήθ. μονόχρωμο σακάκι χωρίς γραμμές, που φοριέται κυρ. με σπορ ρούχα: μεσάτο ~. ~ με χρυσά κουμπιά. [< αγγλ. blazer, ιταλ. ~, 1938]
32829μπλέκωμπλέ-κω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έμπλε-ξα, μπλέ-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, μπλέκ-οντας} 1. συνδέω χωρίς τάξη τα μέρη ενός πράγματος ή διαφορετικά στοιχεία μεταξύ τους, ανακατεύω· ειδικότ. σκαλώνω: ~ξα τις σημειώσεις/τα χαρτιά μου. Πώς ~ξες έτσι την αλυσίδα; ~χτηκαν τα καλώδια. Ο χαρταετός έχει ~χτεί στα σύρματα. Το αγκίστρι ~χτηκε με την πετονιά. ~γμένο: κουβάρι. ~γμένα: μαλλιά.|| (μτφ.) Η ταινία ~ει (= συνδυάζει) ετερόκλιτα στοιχεία.|| Κάπου ~ξε η άγκυρα και δεν σηκώνεται. Το ψάρι ~χτηκε στα δίχτυα. Μια πλαστική σακούλα έχει ~χτεί στον τροχό.|| ~χτηκα (= μπουρδουκλώθηκα, σκόνταψα) κι έπεσα. ΣΥΝ. μπερδεύω (1) ΑΝΤ. ξεμπλέκω (1) 2. συγχέω παρόμοιες έννοιες ή πράγματα: Δεν έχω μνήμη, ~ ημερομηνίες και γεγονότα. ~ξε τα βαζάκια κι έβαλε αλάτι αντί για ζάχαρη. 3. (μτφ.) καθιστώ κάτι ασαφές, προξενώ ή παθαίνω σύγχυση: Μας ~ξε με τις θεωρίες του. Πολύ τα ~εις, τα πράγματα είναι απλά. Η παρέμβασή του ~ξε περισσότερο την κατάσταση. ~ξα μέσα στα στενά κι έχασα τον δρόμο. Αντί να καταλάβω ~χτηκα περισσότερο. Νιώθω πολύ ~γμένος συναισθηματικά. ~γμένη: ιστορία/υπόθεση. Πβ. περιπλέκω. 4. (μτφ.) αναμειγνύω κάποιον ή αναμειγνύομαι σε δυσάρεστη, επιζήμια, επικίνδυνη υπόθεση ή σχετίζομαι με πρόσωπο και παρασύρομαι: Τον ~ξαν σε περιπέτειες/σε πλεκτάνη. Εγώ σε ~ξα, εγώ θα σε γλιτώσω. Τον ~ξε με τα καμώματά της. Βρε, πού πήγα κι ~ξα! Τι ήθελα κι ~ξα; Πού πας να ~χτείς; ~ξε με κακοποιά στοιχεία/με παλιοπαρέες. Δεν ξέρεις με ποιον ~ξες! Με τους τρελούς που ~ξα, πώς να βγάλω άκρη; ~ξε/χτηκε στα γρανάζια της γραφειοκρατίας/στην κίνηση και άργησε. ~ξε/χτηκε με τα(/στα) ναρκωτικά. ~ξε/χτηκε σε καβγά/μπελάδες/σκάνδαλο/ύποπτα κυκλώματα/φασαρία/φόνο. Βρέθηκε ~γμένος σε εμπόριο όπλων. Πβ. ε~.|| ~ξα με τη δουλειά και ξεχάστηκα. ΑΝΤ. ξεμπλέκω (2) ● ΦΡ.: μπλέξαμε/μπερδέψαμε τα μπούτια μας (προφ.): πάθαμε σύγχυση: ~ ~, διαβάζοντας όλες αυτές τις σελίδες. Χάσαμε το μέτρο, ~ ~ και δεν ξέρουμε ποιος είναι τι. Πβ. χάνω τον μπούσουλα., ου μπλέξεις!: ως προτροπή για αποφυγή περίπλοκης ή επικίνδυνης κατάστασης., τα μπλέκω (προφ.) 1. παθαίνω σύγχυση: Τα 'χεις ~ξει (στο μυαλό σου) και δεν ξέρεις τι σου γίνεται! 2. δημιουργώ ερωτικό δεσμό με κάποιον: Τα έχει ~ξει με έναν παντρεμένο., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι, πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου βλ. δίχτυ [< αρχ. ἐμπλέκω]
32830μπλέντερμπλέ-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για κόψιμο, πολτοποίηση ή ανακάτεμα υλικών κατά την παρασκευή φαγητού, γλυκού ή χυμού: Αλέθω/λιώνω/χτυπάω στο ~. Ντομάτες περασμένες στο ~. Πβ. μύλος, πολτοποιητής. Βλ. μίξερ. ΣΥΝ. μούλτι [< αγγλ. blender, 1948, γαλλ. ~, περ. 2005]
32831μπλέξιμομπλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ανακάτεμα πραγμάτων μεταξύ τους: ~ καλωδίων/κλαδιών/μαλλιών/σχοινιού. ΣΥΝ. μπέρδεμα (1) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (1), ξέμπλεγμα 2. (μτφ.) ασαφής, προβληματική κατάσταση, σύγχυση: μεγάλο ~ με τα ονόματα. Οι οδηγίες προκαλούν ~ στους μη ειδικούς. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) 3. {κυρ. στον πληθ.} ανάμειξη σε προβληματική, ύποπτη υπόθεση: ~ σε σκάνδαλο. Ερωτικά/νομικά/οικονομικά/συναισθηματικά ~ίματα. ~ίματα με τα ναρκωτικά/τον υπόκοσμο (πβ. τραβολογήματα). Θες να γίνει κανένα ~ και να βρούμε τον μπελά μας; Πβ. εμπλοκή. ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα: έχω προβλήματα: Είχε ~ με την Αστυνομία/τους γείτονες/τη δικαιοσύνη/την εφορία. Δεν θέλω να τον απασχολώ, φτάνουν τα μπλεξίματα που έχει. Δεν τα βάζω μαζί τους, για να μην έχω ιστορίες/φασαρίες.
32832μπλιγούριβλ. πλιγούρι
32833μπλιμπλίκιαμπλι-μπλί-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μπλιμπλίκι} & μπιμπλίκια (νεαν. αργκό) 1. μικρές ηλεκτρονικές συσκευές, εργαλεία ή εξαρτήματα, γκάτζετ: χάι-τεκ ~. ~ για το κινητό. ~ που αναβοσβήνουν. 2. ηλεκτρονικοί ήχοι, στοιχεία σε μουσικά κομμάτια∙ ηλεκτρονική μουσική: σπέσιαλ εφέ και ~. Μέταλ με ~.|| Δεν ακούω ~. 3. (κυρ. παλαιότ.) ηλεκτρονικά παιχνίδια που συνήθ. λειτουργούν με κέρματα. Βλ. ουφάδικο, φλίπερ.
32834μπλίστερμπλί-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: περιτύλιγμα από διάφανο πλαστικό που περιέχει εμπόρευμα και επικολλάται συνήθ. σε σκληρό χαρτί: συσκευασία ~. ~ μπαταρίας. Πακέτο δέκα τεμαχίων/χάπια σε ~. [< αγγλ. blister (pack), 1955, γαλλ. blister, 1967]
32835μπλογκουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΔΙΑΔΙΚΤ. προσωπική ή συλλογική ιστοσελίδα με δημοσιοποιημένα κείμενα των χρηστών, που έχει τη μορφή ημερολογίου: πολιτικό ~. Βλ. ποστ. ΣΥΝ. διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ιστοημερολόγιο, ιστολόγιο [< αμερικ. blog, 1999, γαλλ. ~, 2002]
32836μπλογκάρωμπλο-γκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάν. μπλόγκ-αρα} (αργκό του διαδικτύου): δημοσιεύω κείμενα σε μπλογκ. Βλ. -άρω. [< αμερικ. blog, 1999, γαλλ. bloguer, 2002]
32837μπλόγκερμπλό-γκερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & μπλογκεράς, μπλογκερού (αργκό του διαδικτύου): διαχειριστής/διαχειρίστρια ενός μπλογκ. ΣΥΝ. ιστολόγος (2) [< αμερικ. blogger, 1999, γαλλ. blogueur]
32838μπλόγκινγκμπλό-γκινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλό-γκιν & μπλογκάρισμα (αργκό του διαδικτύου): δημοσίευση κειμένων σε μπλογκ. [< αμερικ. blogging, 1999]
32839μπλογκόσφαιραμπλο-γκό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό του διαδικτύου): διαδικτυακός χώρος όλων των μπλογκ συνολικά. [< αμερικ. blogosphere, 2002, γαλλ. blogosphère, 2003]
32840μπλοκουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δέσμη φύλλων χαρτιού συγκολλημένων ή περασμένων σε σπιράλ από τη μία πλευρά, έτσι ώστε να είναι εύκολη η αποκοπή τους· ειδικότ. σημειωματάριο, καρνέ: ~ ακουαρέλας/αλληλογραφίας/αποδείξεων/δελτίων πωλήσεων/εισιτηρίων/εισπράξεων/ζωγραφικής/κλήσεων. Εκδίδω ~ επιταγών.|| ~ παραγγελίας/σημειώσεων. Ηλεκτρονικά ~ σερβιτόρων (βλ. παραγγελιοληψία). Βλ. τετράδιο, τεφτέρι. 2. (μτφ.) ομάδα με κοινά χαρακτηριστικά και συμφέροντα, συνασπισμός ή συσπείρωση: αριστερό/αστικό/δυτικό/ευρωπαϊκό/κοινωνικό/πολιτικό ~. ~ εξουσίας/κομμάτων/κρατών. Πβ. συμμαχία. Βλ. κοινοπραξία.|| (σε διαδήλωση) Συγκέντρωση/συμμετοχή σε αγωνιστικό/αντιπολεμικό/αντιρατσιστικό ~ . 3. οικοδομικό τετράγωνο. 4. ΑΘΛ. αμυντική κίνηση στο βόλεϊ, κατά την οποία οι αθλητές τοποθετούν τα χέρια τους ψηλότερα από την κορυφή του φιλέ, ώστε να εμποδιστεί η μπαλιά της αντίπαλης ομάδας. Βλ. τάπα1. 5. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο χαρακτήρων, λέξεων, δεδομένων ή εγγραφών που λαμβάνονται ως αδιάσπαστη ενότητα: λειτουργικό ~. ~ αποθήκευσης/διευθύνσεων/εισόδου/ελέγχου/εντολών/μνήμης/σχεδίασης. 6. ΟΙΚΟΔ. συμπαγές κομμάτι από διάφορα υλικά που χρησιμοποιείται ως δομικό στοιχείο: τσιμεντένια ~. ~ σκυροδέµατος. ΣΥΝ. μπλόκι ● Υποκ.: μπλοκάκι (το): στη σημ. 1· (ειδικότ. προφ.) δελτίο παροχής υπηρεσιών: εργασία με ~. [< γαλλ. bloc, αγγλ. block]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.