| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32841 | μπλοκάρισμα | μπλο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αδυναμία ή παρεμπόδιση λειτουργίας: αυτόματο/κεντρικό ~. ~ διαφορικού/κινητήρα (πβ. ιμομπιλάιζερ)/κλήσεων (πβ. φραγή)/μηχανής/τροχών/φρένων. Μηχανισμός/σύστημα ~ατος. Πβ. κλείδωμα.|| Ηλεκτρονικό/συγγραφικό/συναισθηματικό ~. ~ ή σύγχυση λόγω στρες. Ενεργειακά ~ίσματα στο σώμα (: συσσωρευμένη ένταση). Πβ. ακινητοποίηση, εμπλοκή, παρακώλυση.|| ~ κάρτας.|| (ΑΘΛ.) ~ μπάλας (πβ. πιάσιμο). Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. ξεμπλοκάρισμα [πβ. αγγλ. writer's block, 1949] | |
| 32842 | μπλοκάρω | μπλο-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπλόκαρ-α κ. μπλοκάρ-ισα, μπλοκαρ-ίστηκα, -ιστεί, -ισμένος, μπλοκάρ-οντας} ΑΝΤ. ξεμπλοκάρω 1. κάνω μπλόκο ή γενικότ. αποκλείω: Οι απεργοί ~αν τις εισόδους και εξόδους του εργοστασίου. Πετάχτηκε μπροστά μου, ~οντας τον διάδρομο με το σώμα του. Το κτίριο ~ίστηκε από την Αστυνομία. Τα σταματημένα οχήματα έχουν ~ει την κυκλοφορία. ~ισμένος δρόμος λόγω μποτιλιαρίσματος. ~ισμένη: αρτηρία/περιοχή. ~ισμένο: αεροδρόμιο. 2. εμποδίζω κάτι να κινηθεί, ακινητοποιώ ή ακινητοποιούμαι, παύω να λειτουργώ: Τα αναχώματα ~ουν (= ανακόπτουν) τη ροή του νερού.|| (ΑΘΛ.) Ο τερματοφύλακας ~ε την κεφαλιά/την μπάλα/το σουτ. Βλ. ταπώνω.|| ~ισμένος στην κίνηση.|| ~ει η κλειδαριά/η πόρτα (πβ. μαγκώνω, σφηνώνω, φράζω, φρακάρω). ~αν τα γρανάζια/οι τροχοί και δεν γυρνάνε/τα φρένα. Ο κινητήρας ~ε. Η αντλία αποχέτευσης έχει ~ει (= βουλώσει). 3. περιέρχομαι σε σύγχυση, αμηχανία, δεν αντιδρώ: ~ από άγχος/φόβο. Το μυαλό μου έχει ~ει και δεν βρίσκω λύση. Νιώθω ~ισμένη από στενάχωρες σκέψεις. ΣΥΝ. βραχυκυκλώνω (3), κομπλάρω (1) 4. αποτρέπω, αναστέλλω ή διακόπτω την εξέλιξη μιας διαδικασίας: ~ την πιστωτική κάρτα/μια συμφωνία/χρηματοδοτικά προγράμματα/ένα ψήφισμα. Η τράπεζα ~ε τις κινήσεις των λογαριασμών (πβ. δεσμεύω). Λογισμικό πρόγραμμα που ~ει ιστοσελίδες (: εμποδίζει την πρόσβαση του χρήστη σε αυτές). ~ισμένος: κωδικός. Πβ. καθηλώνω, παγώνω, παρακωλύω. [< ιταλ. bloccare] | |
| 32843 | μπλοκέ | μπλο-κέ επίθ. {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μπλοκέ διαφορικό: ΜΗΧΑΝΟΛ. (στα αυτοκίνητα) διαφορικό που περιορίζει την ολίσθηση των τροχών: αυτόματο/ηλεκτρονικό/κεντρικό/μεταβλητό ~ ~. Εμπρός/πίσω ~ ~. Τετρακίνητο όχημα με ~ ~ στον πίσω άξονα. Βλ. ημιαξόνιο. [< γαλλ. différentiel bloqué] [< γαλλ. bloqué] | |
| 32844 | μπλοκέρ | μπλο-κέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΑΘΛ. παίκτης, κυρ. μπασκετμπολίστας ή βολεϊμπολίστας, που έχει την ικανότητα να κάνει πολλά κοψίματα κατά τη διάρκεια του αγώνα. Βλ. ριμπάουντερ. [< αγγλ. blocker, 1935] | |
| 32845 | μπλόκι | μπλό-κι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μεγάλο κομμάτι στερεού υλικού που χρησιμοποιείται στις κατασκευές: ~ από γρανίτη/μάρμαρο/πέτρα/τσιμέντο. Προστατευτικά ~ια. ~ια προκυμαίας. ΣΥΝ. μπλοκ (6) [< αγγλ. block] | |
| 32846 | μπλοκμπάστερ | μπλοκ-μπά-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. κινηματογραφικό έργο, συνήθ. μεγάλου προϋπολογισμού, το οποίο γίνεται τεράστια εισπρακτική επιτυχία: χολιγουντιανό ~. ~ επιστημονικής φαντασίας. Ταινία ~. Τα ~ της νέας σεζόν/της χρονιάς. Βλ. υπερπαραγωγή. [< αμερικ. blockbuster, 1952, γαλλ. ~, 1995] | |
| 32847 | μπλόκο | μπλό-κο ουσ. (ουδ.) 1. αποκλεισμός ενός σημείου και απαγόρευση διέλευσης, περικύκλωση τόπου και παρεμπόδιση διαφυγής· συνεκδ. ομάδα ενστόλων που ελέγχει όσους διέρχονται από ένα σημείο και η αντίστοιχη ενέργεια: ~ της εθνικής οδού. ~α από αγρότες/αδιόριστους εκπαιδευτικούς/έξω από το υπουργείο. ~ με τρακτέρ. Η Αστυνομία είχε στήσει ~, απαγορεύοντας την είσοδο αυτοκινήτων στην περιοχή.|| Στρατιωτικό ~. Σταματάει σε ~. Προσπάθησε να ξεφύγει από ~ της Τροχαίας. Οδηγούσε χωρίς κράνος και έπεσε (πάνω) σε ~. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) εμφάνιση εμποδίων, αναστολή της εκτέλεσης μιας σειράς εργασιών: ~ στις δαπάνες/στα έργα. Διπλό ~ στα κονδύλια. [< ιταλ. blocco] | |
| 32848 | μπλονζόν | βλ. πλονζόν | |
| 32849 | μπλου μπλακ | επίθ. {άκλ.}: που έχει πολύ σκούρο μπλε χρώμα, ώστε να πλησιάζει το μαύρο. [< αγγλ. blue-black] | |
| 32850 | μπλου ρέι | μπλου ρέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & BD: ΠΛΗΡΟΦ. τύπος οπτικού δίσκου υψηλής πυκνότητας που αποθηκεύει ψηφιακά δεδομένα και βίντεο υψηλής ευκρίνειας, για το διάβασμα και την εγγραφή των οποίων χρησιμοποιεί μπλε-ιώδες λέιζερ: ~ μονής/διπλής στρώσης (: χωρητικότητας 25/50 γιγαμπάιτ αντίστοιχα). Βλ. ντιβιντί, σιντί. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Blu-ray Disc, περ. 2000] | |
| 32851 | μπλου τσιπς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. μετοχές που θεωρούνται επένδυση υψηλής απόδοσης λόγω της αξιοπιστίας και της σταθερότητας της εταιρείας στην οποία ανήκουν: άνοδος/δείκτης των ~. Πβ. βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί. [< αγγλ. blue chips] | |
| 32852 | μπλουζ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. είδος μουσικής αφροαμερικανικής προέλευσης που χαρακτηρίζεται από μελαγχολικό ήχο, καθώς και αρμονικό, σταθερό και αργό ρυθμό 4/4· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τραγούδι: ηλεκτρικό/σόουλ/φολκ ~. Βραδιά ~.|| (ως επίθ.) ~ καλλιτέχνης/συγκρότημα. 2. {στο ουδ.} ζευγαρωτός χορός σε αργό ρυθμό που χορεύεται αγκαλιαστά. [< αμερικ. blues, 1912, γαλλ. ~, 1919] | |
| 32853 | μπλούζα | μπλού-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ρούχο που καλύπτει τον κορμό κυρ. ως τη μέση: αθλητική/αναμνηστική/βαμβακερή/εξώπλατη/ισοθερμική/κολλητή/κοντομάνικη/μακό/μακρυμάνικη/μεταξωτή/συλλεκτική/σχολική ~. ~ με λαιμόκοψη/φερμουάρ. ~-φούτερ. Φορώ την ~. Βλ. ζακέτα, πουλόβερ, τι σερτ. 2. εξωτερικό ρούχο που φτάνει κάτω από τη μέση ή ως το μέσο της κνήμης και φοριέται πάνω από τα άλλα ρούχα από επαγγελματίες: εργαστηριακή/ιατρική/προστατευτική/χειρουργική ~. ~ εργασίας. Βλ. στολή. ● Υποκ.: μπλουζάκι (το): στη σημ. 1., μπλουζίτσα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: άσπρη/λευκή μπλούζα βλ. άσπρος, κολεγιακή μπλούζα βλ. κολεγιακός ● ΦΡ.: σύνδρομο/φαινόμενο/υπέρταση της άσπρης/λευκής μπλούζας: ΙΑΤΡ. εμφάνιση υψηλότερης αρτηριακής πίεσης, όταν αυτή μετριέται στο ιατρείο παρά όταν μετριέται στο σπίτι ασθενούς κάτω από συνήθεις, γι' αυτόν, συνθήκες. [< γαλλ. blouse] | |
| 32854 | μπλουζί | μπλου-ζί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μπλούζα. | |
| 32855 | μπλουζιά | μπλου-ζιά ουσ. (θηλ.) (αργκό): τραγούδι μπλουζ. Βλ. ροκιά, τζαζιά. | |
| 32856 | μπλουζίστας | μπλου-ζί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει ή συνθέτει μουσική μπλουζ. Βλ. -ίστας. | |
| 32857 | μπλουζόν | μπλου-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανωφόρι, μπλούζα ή φόρεμα-πουλόβερ που είναι κολλητό στο ύψος της μέσης ή των γοφών και στα μανίκια ή τις μανσέτες: ~ νουάρ. [< γαλλ. blouson] | |
| 32858 | μπλουζοφόρεμα | μπλου-ζο-φό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & φόρεμα-μπλούζα: στενό συνήθ. φόρεμα μέχρι τους μηρούς, το πάνω μέρος του οποίου μοιάζει με μπλούζα: πλεκτό ~. Σετ ~-κολάν. Βλ. φούστα. | |
| 32859 | μπλουμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ήχος από την πτώση αντικειμένου ή σώματος μέσα σε υγρό. 2. (μτφ.) βουτιά: Έκανε ~ στη θάλασσα. 3. {ως επίθ.} για φαγητό που είναι νερουλό ή έχει πολύ ζουμί: πατάτες/φακές ~. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32860 | μπλουτζίν | μπλου-τζίν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλου τζιν: τζιν ύφασμα και κυρ. το σχετικό παντελόνι. [< γαλλ. blue-jean, 1954 < αμερικ. blue jeans, 1923] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ