| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32856 | μπλουζίστας | μπλου-ζί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει ή συνθέτει μουσική μπλουζ. Βλ. -ίστας. | |
| 32857 | μπλουζόν | μπλου-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανωφόρι, μπλούζα ή φόρεμα-πουλόβερ που είναι κολλητό στο ύψος της μέσης ή των γοφών και στα μανίκια ή τις μανσέτες: ~ νουάρ. [< γαλλ. blouson] | |
| 32858 | μπλουζοφόρεμα | μπλου-ζο-φό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & φόρεμα-μπλούζα: στενό συνήθ. φόρεμα μέχρι τους μηρούς, το πάνω μέρος του οποίου μοιάζει με μπλούζα: πλεκτό ~. Σετ ~-κολάν. Βλ. φούστα. | |
| 32859 | μπλουμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ήχος από την πτώση αντικειμένου ή σώματος μέσα σε υγρό. 2. (μτφ.) βουτιά: Έκανε ~ στη θάλασσα. 3. {ως επίθ.} για φαγητό που είναι νερουλό ή έχει πολύ ζουμί: πατάτες/φακές ~. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32860 | μπλουτζίν | μπλου-τζίν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλου τζιν: τζιν ύφασμα και κυρ. το σχετικό παντελόνι. [< γαλλ. blue-jean, 1954 < αμερικ. blue jeans, 1923] | |
| 32861 | μπλουτούθ | μπλου-τούθ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ψηφιακή τεχνολογία για ασύρματη επικοινωνία που επιτρέπει ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ τηλεπικοινωνιακών κυρ. συσκευών και ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και τη σύνδεσή τους με το διαδίκτυο, με τη βοήθεια ενός ψηφιακού πομπού δύο δρόμων· ειδικότ. ασύρματο ακουστικό κινητού τηλεφώνου. Βλ. ρινγκτόουν, χαντς φρι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Bluetooth, 1998, δανέζικο ανθρ. Harald Bluetooth, βασιλιάς της Δανίας και της Νορβηγίας, 10ος αι.] | |
| 32862 | μπλόφα | μπλό-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ενέργεια παραπλάνησης ή αποπροσανατολισμού του αντιπάλου: ~ στο πόκερ. Αλήθεια ή ~; Πβ. κόλπο, μπλοφάρισμα, τέχνασμα. 2. είδος χαρτοπαιγνίου. [< γαλλ. bluff] | |
| 32863 | μπλοφάρισμα | μπλο-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μπλόφα. | |
| 32864 | μπλοφάρω | μπλο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {μπλόφαρ-α κ. μπλοφάρ-ισα} (προφ.): παραπλανώ, κάνω μπλόφα: Ο παίκτης προσποιήθηκε ότι χτύπησε για να ~ει. | |
| 32865 | μπλοφατζής | μπλο-φα-τζής ουσ. (αρσ.) & μπλοφαδόρος (προφ.): πρόσωπο που κάνει μπλόφες. | |
| 32866 | μποά | μπο-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο γυναικείο αξεσουάρ, συνήθ. από γούνα ή φτερά, που φοριέται γύρω από τον λαιμό και πάνω από τους ώμους. [< γαλλ. boa ‘βόας’, λόγω του σχήματος] | |
| 32867 | μπογάζι | βλ. μπουγάζι | |
| 32868 | μπογαλάκι | μπο-γα-λά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρός μπόγος: Κουβαλούσε/κρατούσε μόνο ένα ~. Έφυγε κακήν κακώς μ' ένα ~ (ρούχα) και μία βαλίτσα. ● ΦΡ.: μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου (προφ.): ετοιμάζω τις αποσκευές μου: Μάζεψε ~ του και πήγε στο εξωτερικό. (απειλητ.) ~ ~ και φεύγω.|| (μτφ.) Eίναι καιρός να πάρει ~ του από την εταιρεία (= να αποχωρήσει). | |
| 32869 | μπογιά | μπο-γιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χρωστική ουσία, βαφή και κατ' επέκτ. επίστρωση επιφάνειας με αυτό το υλικό: ακρυλική/ματ/μεταλλική/σατινέ/φυσική ~. ~ για τα κάγκελα/τα μαλλιά/τον τοίχο. ~ παπουτσιών (πβ. βερνίκι). ~-λάκα. ~ σε σπρέι. Περνάω την ~ με πινέλο. Μυρίζει/στεγνώνει η ~. Κόκκινη ~ για να βάψουμε τα πασχαλινά αβγά.|| Έφυγε/ξέφτισε η ~. Βλ. κηρο~, λαδο~, νερο~. Βλ. βελατούρα, γλουτολίνη, ρελιέφ, ριπολίνη, τσιμεντόχρωμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} χρωματιστό μολύβι ζωγραφικής, ξυλομπογιά: κουτί με ~ιές. Μη τοξικές ~ιές ειδικές για παιδιά. ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) βλ. περνώ [< τουρκ. boya] | |
| 32870 | μπόγιας | μπό-γιας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.) 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει να συγκεντρώσει αδέσποτα σκυλιά και γάτες. 2. (κυρ. μτφ.) για αυταρχικό, σκληρό ή βίαιο άνθρωπο. Βλ. δήμιος. [< μεσν. μπόγιας < ιταλ. boia] | |
| 32871 | μπογιατζής | μπο-για-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που βάφει τοίχους ή άλλες επιφάνειες. Πβ. ασπριτζής, ελαιοχρωματιστής. Βλ. βαφέας. ● ΦΡ.: το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) βλ. λίρα [< τουρκ. boyacı] | |
| 32872 | μπογιατζίδικο | μπο-για-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χρωματοπωλείο. Βλ. -τζίδικο. | |
| 32873 | μπογιατίζω | μπο-για-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μπογιάτι-σα, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} & μπογιαντίζω (προφ.): περνώ μια επιφάνεια με μπογιά: ~ τους τοίχους. Πβ. βάφω. [< τουρκ. boyadim] | |
| 32874 | μπογιάτισμα | μπο-γιά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & μπογιάντισμα (προφ.): βάψιμο: ~ κτιρίου/τοίχου. Βούρτσα ~ίσματος. Σοβάτισμα και ~. Πβ. ελαιοχρωματισμός, χρωμάτισμα. | |
| 32875 | μπόγος | μπό-γος ουσ. (αρσ.) 1. δέμα, συνήθ. με ρούχα ή αντικείμενα τυλιγμένα σε ένα κομμάτι ύφασμα: ~ με άπλυτα/κουρέλια. Έφυγε με μια βαλίτσα κι έναν ~ο στην πλάτη. Βλ. μπογαλάκι, μποξάς, σωρός. 2. (μτφ.-μειωτ.) κοντός και πολύ παχύς άνθρωπος. Πβ. χοντρομπαλάς. [< τουρκ. boğ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ