| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32882 | μποϊκοτάρω | μπο-ϊ-κο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {μποϊκόταρ-ε κ. μποϊκοτάρ-ισε, μποϊκοτάρ-οντας}: κάνω μποϊκοτάζ: ~ (= απέχω από) την εκδήλωση/την τελετή. Οι πολίτες ~ουν τις εκλογές.|| Οι καταναλωτές ~αν τα ξένα προϊόντα. [< γαλλ. boycotter] | |
| 32883 | μπόιλερ | μπό-ι-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. θερμαντήρας νερού που συνδέεται με το καλοριφέρ: ~ ατμού/τριπλής ενέργειας/με εσωτερική επένδυση από ειδικό γυαλί. Θερμοσίφωνες-~. Πβ. θερμοδοχείο. [< αγγλ. boiler] | |
| 32884 | μπολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δοχείο με καμπυλωτό σχήμα στο κάτω μέρος, που χρησιμοποιείται συνήθ. ως μαγειρικό σκεύος: ασημένιο/βαθύ/γυάλινο/διαφανές/κεραμικό/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. ~ παγωτού. ~ του μίξερ. ~ με καπάκι. ~ για σαλάτα. Σε ένα ~ ρίχνουμε/χτυπάμε τα υλικά για την κρέμα.|| (συνεκδ.) Ένα ~ δημητριακά με γάλα για πρωινό (: η αντίστοιχη ποσότητα). Βλ. γαβάθα. ● Υποκ.: μπολάκι (το) [< γαλλ. bol] | |
| 32885 | μπολ μπόι | μπολ μπό-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: (αρχικά στο τένις, σήμερα κ. στο ποδόσφαιρο) καθένα από τα νεαρά συνήθ. άτομα που βρίσκονται περιμετρικά του αγωνιστικού χώρου και προμηθεύουν γρήγορα με μπάλες τους αθλητές μέσα στο γήπεδο. [< αγγλ. ball boy, 1903] | |
| 32886 | μπολερό | μπο-λε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κοντό γυναικείο ζακετάκι, ανοιχτό συνήθ. μπροστά. Βλ. -ερό. 2. ΜΟΥΣ. ισπανικός χορός με κοφτές στροφές και απότομες παύσεις και το αντίστοιχο είδος μουσικής που τον συνοδεύει σε αργό τέμπο (3/4) και χαρακτηρίζεται από έντονα συναισθηματική θεματολογία. [< γαλλ. boléro] | |
| 32887 | μπόλι | μπό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΓΕΩΠ. μόσχευμα: αγριελιά μπολιασμένη με ήμερο ~. Το ~ έπιασε. 2. (σπάν.) εμβόλιο. [< μτγν. ἐμβόλιον ‘λόγχη, αυτό που εντίθεται, σφήνα’] | |
| 32888 | μπόλια | μπό-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. μακρόστενο μαντίλι που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι: άσπρη/μεταξωτή/πολύχρωμη ~. ~ με δαντέλα/κεντήματα. Πβ. μαντίλα, τσεμπέρι, φακιόλι. 2. (λαϊκό) υμένας που περιβάλλει τα όργανα της κοιλιακής χώρας των σφαγμένων ζώων: αρνίσια ~. Βλ. περιτόναιο. ΣΥΝ. σκέπη (2) [< μεσν. μπόλια < βεν. imbolia] | |
| 32889 | μπολιάζω | μπο-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {μπόλια-σα, -στηκε, -σμένος, μπολιάζ-οντας} (λαϊκό) 1. τοποθετώ μπόλι για τη δημιουργία νέας ποικιλίας φυτών: ~ την αγριελιά. ~σμένο: δέντρο. ΣΥΝ. εμβολιάζω (2), κεντρώνω, μεταμοσχεύω (2) 2. (μτφ.) ενσωματώνω, συνδυάζω: Κάθε πολιτισμός ~ει και ~εται με στοιχεία άλλων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ~στηκε με τις παραδόσεις του τόπου του. | |
| 32890 | μπόλιασμα | μπό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπολιάζω: (ΓΕΩΠ.) ~ αμπελώνα/δέντρων/φυτών. Πβ. εμβολιασμός, κέντρωμα.|| (μτφ.) ~ ιδεών και αντιλήψεων/πολιτισμών. Πβ. διαπίδυση, όσμωση. | |
| 32891 | μπόλικος | , η, ο μπό-λι-κος επίθ. (προφ.) 1. μεγάλος σε διαστάσεις ή άφθονος, επαρκής: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: ζάχαρη. ~ο: κρασί/χρήμα. Ρίχνετε ~ο λάδι/νερό στην κατσαρόλα. ΑΝΤ. λιγοστός 2. (για ρούχα) φαρδύς: ~ο: μανίκι. ΑΝΤ. στενός (1), σφιχτός (1) [< τουρκ. bol] | |
| 32892 | μπολντ | επίθ. {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. (για τύπο χαρακτήρων) έντονος: ~ γράμματα/λέξεις. Κάνω ~ μία φράση.|| (ως ουσ.) Οι απαντήσεις είναι με/σε ~ (= έντονη γραφή). Βλ. ημίμαυρος, λευκά. [< αγγλ. bold] | |
| 32893 | μπολονέζ | μπο-λο-νέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπολονιέζε: ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα κυρ. από κιμά, ντομάτα και μπαχαρικά· συνεκδ. η αντίστοιχη σάλτσα: Έφαγα/παρήγγειλα μία ~.|| Σπαγγέτι ~. Λαζάνια αλά ~. Βλ. καρμπονάρα, ναπολιτέν. [< ιταλ. bolognese] | |
| 32894 | μπολσεβίκικος | , η, ο μπολ-σε-βί-κι-κος επίθ. & (σπάν.) μπολσεβικικός, ή, ό: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον μπολσεβικισμό ή τους μπολσεβίκους. | |
| 32895 | μπολσεβικισμός | μπολ-σε-βι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. ΙΣΤ. ιδεολογία και πρακτική των μπολσεβίκων, καθώς και το καθεστώς του προλεταριάτου που επικράτησε στην ΕΣΣΔ μετά την κομμουνιστική επανάσταση. Βλ. μαξιμαλισμός. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) κομμουνισμός ή επαναστατικός σοσιαλισμός. | |
| 32896 | μπολσεβίκος | μπολ-σε-βί-κος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπολσεβίκα} ΠΟΛΙΤ. 1. ΙΣΤ. μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας που χωρίστηκε από τους Μενσεβίκους και έγινε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης με αρχηγό τον Λένιν. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) κομμουνιστής. [< ρωσ. bolshevík, αγγλ. Bolshevik, περ. 1914, γαλλ. bolchevik, 1917] | |
| 32897 | μπόμπα | μπό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) βόμβα. 2. (αργκό) αλκοολούχο ποτό που έχει νοθευτεί ή δεν είναι καλής ποιότητας: Μας πότισαν/σέρβιραν ~ες.|| (ως επίθ.) ~ ουίσκι. 3. ΜΑΓΕΙΡ. έδεσμα από διαδοχικές στρώσεις ψωμιού, γεμιστό με διάφορα υλικά, που κόβεται συνήθ. σε τέσσερα κομμάτια: ~ ζαμπόν-τυρί/κοτόπουλο μαρούλι. ~ες για το πάρτι.|| ~ παγωτό με φρούτα. 4. (μτφ.-προφ.) σημαντική και απρόσμενη είδηση που προξενεί μεγάλη εντύπωση: Έσκασε η ~ για το σκάνδαλο. 5. {ως επίθ.} (αργκό) πολύ καλός, καταπληκτικός: ~ η κοπέλα/η ταινία! Πβ. σούπερ, τούμπανο. 6. (διαλεκτ.) μεγάλο βαρέλι για υγρά ή αέρια. [< μεσν. μπόμπα < ιταλ. bomba] | |
| 32898 | μπομπάρδα | μπο-μπάρ-δα ουσ. (θηλ.) & βομβάρδα (παλαιότ.) 1. ΝΑΥΤ. παραδοσιακός τύπος ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου: τρικάταρτη ~. 2. ΣΤΡΑΤ. είδος κανονιού που συνήθ. εκτόξευε πέτρινα ή σιδερένια βλήματα. ΣΥΝ. λουμπάρδα 3. ΜΟΥΣ. ξύλινο βαθύφωνο πνευστό όργανο με διπλό καλαμένιο γλωσσίδι. [< μεσν. μπομπάρδα] | |
| 32899 | μπομπέ | βλ. πομπέ | |
| 32900 | μπόμπερ | μπό-μπερ ουσ. (αρσ.) (προφ.): δεινός σκόρερ. [< αγγλ. bobber] | |
| 32901 | μπομπίνα | μπο-μπί-να ουσ. (θηλ.): καρούλι στο οποίο τυλίγεται νήμα, μαγνητική ταινία ή άλλο εύκαμπτο υλικό: μεταλλική/πλαστική ~. ~ καλωδίων/συρματόσχοινου. Κωνική ~ αλουμινίου. Πετονιά σε ~. ~ με σελιλόιντ. Κινηματογραφική ταινία διάρκειας μιας ~ας. Πβ. κουβαρίστρα, μασούρι, πηνίο. [< ιταλ. bobina] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ