| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32897 | μπόμπα | μπό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) βόμβα. 2. (αργκό) αλκοολούχο ποτό που έχει νοθευτεί ή δεν είναι καλής ποιότητας: Μας πότισαν/σέρβιραν ~ες.|| (ως επίθ.) ~ ουίσκι. 3. ΜΑΓΕΙΡ. έδεσμα από διαδοχικές στρώσεις ψωμιού, γεμιστό με διάφορα υλικά, που κόβεται συνήθ. σε τέσσερα κομμάτια: ~ ζαμπόν-τυρί/κοτόπουλο μαρούλι. ~ες για το πάρτι.|| ~ παγωτό με φρούτα. 4. (μτφ.-προφ.) σημαντική και απρόσμενη είδηση που προξενεί μεγάλη εντύπωση: Έσκασε η ~ για το σκάνδαλο. 5. {ως επίθ.} (αργκό) πολύ καλός, καταπληκτικός: ~ η κοπέλα/η ταινία! Πβ. σούπερ, τούμπανο. 6. (διαλεκτ.) μεγάλο βαρέλι για υγρά ή αέρια. [< μεσν. μπόμπα < ιταλ. bomba] | |
| 32898 | μπομπάρδα | μπο-μπάρ-δα ουσ. (θηλ.) & βομβάρδα (παλαιότ.) 1. ΝΑΥΤ. παραδοσιακός τύπος ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου: τρικάταρτη ~. 2. ΣΤΡΑΤ. είδος κανονιού που συνήθ. εκτόξευε πέτρινα ή σιδερένια βλήματα. ΣΥΝ. λουμπάρδα 3. ΜΟΥΣ. ξύλινο βαθύφωνο πνευστό όργανο με διπλό καλαμένιο γλωσσίδι. [< μεσν. μπομπάρδα] | |
| 32899 | μπομπέ | βλ. πομπέ | |
| 32900 | μπόμπερ | μπό-μπερ ουσ. (αρσ.) (προφ.): δεινός σκόρερ. [< αγγλ. bobber] | |
| 32901 | μπομπίνα | μπο-μπί-να ουσ. (θηλ.): καρούλι στο οποίο τυλίγεται νήμα, μαγνητική ταινία ή άλλο εύκαμπτο υλικό: μεταλλική/πλαστική ~. ~ καλωδίων/συρματόσχοινου. Κωνική ~ αλουμινίου. Πετονιά σε ~. ~ με σελιλόιντ. Κινηματογραφική ταινία διάρκειας μιας ~ας. Πβ. κουβαρίστρα, μασούρι, πηνίο. [< ιταλ. bobina] | |
| 32902 | μπόμπιρας | μπό-μπι-ρας ουσ. (αρσ.) (οικ.): μικρό στην ηλικία και συνήθ. ζωηρό αγόρι. Πβ. πιτσιρίκος. Βλ. μπόμπος. | |
| 32903 | μπομπονιέρα | μπο-μπο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μπουμπουνιέρα: ειδική συσκευασία σε διάφορα σχέδια που περιέχει κουφέτα και μοιράζεται στους καλεσμένους βάπτισης ή γάμου: ~ κουτάκι. ~ από οργάντζα/σατέν/τούλι.|| (ειρων.) Ντυμένη στα λευκά σαν ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. bonbonnière] | |
| 32904 | μπόμπος | μπό-μπος ουσ. (αρσ.) (οικ.): (συνήθ. σε ανέκδοτα) ζωηρό, σκανδαλιάρικο αγόρι. Βλ. μπόμπιρας. | |
| 32905 | μπομπότα | μπο-μπό-τα ουσ. (θηλ.): (συνήθ. παλαιότ.) αλεύρι από αραβόσιτο· (κυρ. συνεκδ.) ψωμί που παρασκευάζεται από το αντίστοιχο αλεύρι. Πβ. καλαμποκάλευρο. | |
| 32906 | μπόμπσλεϊ | μπό-μπσλε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) μπόμπσλεντ: ΑΘΛ. αγωνιστικό, συνήθ. μεταλλικό, έλκηθρο με ολισθητήρες: τετραθέσιο ~ ανδρών. Βλ. λουτζ, τόμπογκαν. [< αγγλ. bob-sleigh, γαλλ. bobsleigh, 1899] | |
| 32907 | μπον φιλέ | μπον φι-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπον-φιλέ 1. μαλακό βοδινό φιλέτο εξαιρετικής ποιότητας: μοσχαρίσιο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ψητό ~. ~ στη σχάρα/στο τηγάνι. 2. (μτφ.) το καλύτερο κομμάτι: Το ψαρονέφρι είναι το ~ του χοιρινού. [< γαλλ. bon filet] | |
| 32910 | μπον-βιβέρ | μπον-βι-βέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πρόσωπο που του αρέσει η καλή ζωή με ανέσεις, απολαύσεις, εμπειρίες και αφθονία αγαθών. Πβ. γλεντζές, καλοπερασάκιας. ΣΥΝ. καλοζωιστής [< αγγλ. bon-viveur < γαλλ. bon vivant] | |
| 32908 | μποναμάς | μπο-να-μάς ουσ. (αρσ.) & μπουναμάς (λαϊκό) 1. χρηματικό δώρο που δίνεται κυρ. σε εορταστική περίοδο: πασχαλινός/πρωτοχρονιάτικος/χριστουγεννιάτικος ~. Πβ. ρεγάλο, φιλοδώρημα. 2. (μτφ.-ειρων.) κάθε είδους οικονομική επιβάρυνση: φορολογικός ~. ~ αυξήσεων στα δημοτικά τέλη. ~άδες-χαράτσια σε μισθωτούς. Βλ. πρόστιμο. [< βεν. bonama(n)] | |
| 32909 | μπονάτσα | βλ. μπουνάτσα | |
| 32911 | μπόνους | μπό-νους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. πρόσθετη αμοιβή στον μισθό εργαζομένου για τις υπηρεσίες του: ~ για αύξηση των κερδών της εταιρείας/για υπερωρίες. Πβ. επιμίσθιο, πριμ. 2. (γενικότ.) κάθε χρηματικό δώρο: ~ εγγραφής/κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό. 3. μείωση των ασφαλίστρων οχήματος σε περίπτωση που δεν σημειώνεται ατύχημα από τον οδηγό. ΑΝΤ. μπόνους μάλους 4. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) πλεονέκτημα για ελεύθερες βολές που κερδίζει μια ομάδα, μετά τη συμπλήρωση πέντε φάουλ από τον αντίπαλο ανά περίοδο. [< αγγλ. bonus] | |
| 32912 | μπόνους μάλους | μπό-νους μά-λους ουσ. (ουδ.): σύστημα που τηρούν οι ασφαλιστικές εταιρείες σύμφωνα με το οποίο επιβραβεύουν με έκπτωση των ασφαλίστρων τους οδηγούς που δεν κάνουν ζημιές και επιβαρύνουν αντίστοιχα αυτούς που προκαλούν συχνά ζημιές. Βλ. μπόνους. [< αγγλ. bonus-malus] | |
| 32913 | μπονσάι | μπον-σά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπονζάι: ΓΕΩΠ. δέντρο-νάνος, φυτεμένο σε γλάστρα, που αναπτύσσεται με ειδικό κλάδεμα των ριζών και των κλαδιών του και συχνά δέσιμο του βλαστού του με σύρμα, ώστε να του δοθεί συγκεκριμένο σχήμα: η τέχνη των ~. [< αγγλ. bonsai, 1899, ιαπων. < bon ‘γλάστρα’ + sai ‘δέντρο’, γαλλ. bonsaï, περ. 1975] | |
| 32915 | μπόντι μπίλντινγκ | μπό-ντι μπίλ-ντινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. εντατική μορφή γυμναστικής με βάρη, που δυναμώνει και φουσκώνει τους μυς του σώματος, σε συνδυασμό με κατάλληλη διατροφή. Βλ. μυϊκότητα. ΣΥΝ. σωματοδόμηση [< αγγλ. bodybuilding, 1884, γαλλ. ~, περ. 1980] | |
| 32914 | μποντιμπιλντεράς | μπο-ντι-μπιλ-ντε-ράς ουσ. (αρσ.) & μποντιμπιλνταράς (προφ.): άνδρας που ασχολείται με το μπόντι-μπίλντινγκ και γενικότ. είναι σωματώδης με γυμνασμένους μυς. Βλ. -άς. [< αγγλ. body-builder] | |
| 32916 | μπονφιλέ | βλ. μπον |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ