Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3340-3360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2391άλτο[ἄλτο] άλ-το επίθ./ουσ. {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. (ως ουσ.) η πιο χαμηλή γυναικεία φωνή: Έργο για σοπράνο, ~, έγχορδα και μπάσο. Βλ. μεσόφωνος. 2. (ως επίθ.) για όργανο, κυρ. πνευστό, που παράγει ήχο σε χαμηλές συχνότητες: ~ κλαρινέτο/σαξόφωνο/φλάουτο. Βλ. μπάσος, τενόρο. [< ιταλ. alto]
2392αλτρουισμός[ἀλτρουισμός] αλ-τρου-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ανυστερόβουλη αγάπη, προσφορά, φροντίδα προς τον πλησίον: αισθήματα/πνεύμα/πράξεις ~ού. Αποτελεσματικός/παθολογικός ~. Πβ. αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. φιλαλληλία, φιλανθρωπία (1) ΑΝΤ. ατομικισμός (1), εγωισμός (1) [< γαλλ. altruisme]
2393αλτρουιστής, αλτρουίστρια[ἀλτρουιστής] αλ-τρου-ι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από αλτρουισμό. Πβ. ανθρωπιστής, φιλάνθρωπος.|| (ως επίθ.) ~ής: γιατρός. Πβ. ανιδιοτελής. ΑΝΤ. ατομικιστής (1), εγωιστής, εγωίστρια [< γαλλ. altruiste]
2394αλτρουιστικός, ή, ό [ἀλτρουιστικός] αλ-τρου-ι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αλτρουισμό ή τον αλτρουιστή: ~ή: πράξη. ~ό: πνεύμα. ~ά: (συν)αισθήματα. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ανθρωπιστικός (1), φιλάνθρωπος ΑΝΤ. ατομικιστικός, εγωιστικός ● επίρρ.: αλτρουιστικά [< γαλλ. altruiste]
2395Αλτσχάιμερ[Ἀλτσχάιμερ] Ἀλτσ-χά-ι-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: (νόσος του) Αλτσχάιμερ: ΙΑΤΡ. προοδευτική εκφυλιστική πάθηση του εγκεφάλου, συνήθ. της προγεροντικής ηλικίας, που χαρακτηρίζεται από διάχυτη ατροφία του εγκεφαλικού φλοιού και καταλήγει σε άνοια. Βλ. αμυλοειδές, γεροντική άνοια, μαλάκυνση (του) εγκεφάλου. [< γερμ. Alzheimer(krankheit), αγγλ. Alzheimer's disease, 1911, γαλλ. alzheimer, 1988, γερμ. ανθρ. Α. Alzheimer]
2396αλύγιστος, η, ο [ἀλύγιστος] α-λύ-γι-στος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν απογοητεύεται, δεν επηρεάζεται ή δεν υποχωρεί: ~ος: αγωνιστής/χαρακτήρας. ~η: θέληση/ψυχή. ~ο: θάρρος. Είναι ~ στις αποφάσεις/απόψεις/ιδέες του (πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, αμετάπειστος, ανένδοτος, άτεγκτος, σταθερός). Έμεινε ~η μπροστά στις δυσκολίες/συμφορές. ΣΥΝ. ακλόνητος (1), ανυποχώρητος ΑΝΤ. υποχωρητικός (1) 2. που δεν κάμπτεται ή δεν έχει καμφθεί: ~ο: μέταλλο (= σκληρό)/ξύλο (ΑΝΤ. εύκαμπτος)/σώμα (ΑΝΤ. ευλύγιστος, λυγερός). Πέρασαν από μπροστά μας ευθυτενείς/στητοί και ~οι. ΣΥΝ. άκαμπτος (2) ● επίρρ.: αλύγιστα [< μτγν. ἀλύγιστος]
2397αλυκή[ἁλυκή] α-λυ-κή ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένη ρηχή παραθαλάσσια λεκάνη για την παραγωγή αλατιού με εξάτμιση του νερού της θάλασσας. [< μεσν. αλυκή]
2398αλύπητα[ἀλύπητα ] α-λύ-πη-τα επίρρ. 1. χωρίς λύπηση, οίκτο: Τον έδειρε ~. Οι συμφορές τον χτύπησαν ~. ΣΥΝ. ανελέητα, άσπλαχνα ΑΝΤ. συμπονετικά 2. χωρίς όριο ή φραγμό, υπερβολικά: Ξοδεύει ~ (= αλόγιστα, απερίσκεπτα, αφειδώς).|| Ο ήλιος καίει ~. [< μεσν. αλύπητα]
2399αλύπητος, η, ο [ἀλύπητος] α-λύ-πη-τος επίθ.: ανελέητος, χωρίς οίκτο: ~η: επίθεση. ~ο: χτύπημα.|| (μτφ., για δήλωση έντασης, σφοδρότητας) Έπεσε ξύλο ~ο. ΣΥΝ. αδυσώπητος [< αρχ. ἀλύπητος]
2400αλυσίδα[ἁλυσίδα] α-λυ-σί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σειρά κρίκων που είναι περασμένοι ο ένας μέσα από τον άλλο: αντικλεπτική/βαριά/μεταλλική/πλαστική/χοντρή ~. ~ άγκυρας/αλυσοπρίονου/σκύλου. ~ ασφαλείας. Κόβεται/σπάει η ~. Τον έδεσαν με ~. Έκλεισαν με λουκέτο και ~ την κεντρική πόρτα.|| (ως κόσμημα) Ασημένια/χρυσή ~. ~ χεριού. Μενταγιόν/σταυρός με ~. ~ ρολογιού. Tης κόπηκε η ~. Μια ~ κρεμόταν στο λαιμό της. Φορούσε μια ~ στον αστράγαλο/στο πόδι. Πβ. καδένα. 2. συνεχόμενοι μεταλλικοί κρίκοι ή/και οδοντωτοί τροχοί για μετάδοση κίνησης: ~ μοτοσικλέτας/ποδηλάτου. Καθαρίζω/λιπαίνω την ~.|| ~ εκκεντροφόρων. Κινηματική ~ βαλβίδων. ~ες για την αυτοκινητοβιομηχανία/τη χαλυβουργία. ~ες ανάρτησης/ανύψωσης/μεταφοράς. 3. (μτφ.) σειρά, ακολουθία, διαδοχή ομοειδών στοιχείων, ενεργειών, γεγονότων: αδιάσπαστη/βιολογική/εμπορική/εξελικτική/οικολογική ~. ~ διαβίβασης εντολών/διανομής/της ιεραρχίας/συναρμολόγησης. Σημαντικός κρίκος στην ~ της εξέλιξης. ~ εγκλημάτων/εκρήξεων/επιθέσεων/ερωτημάτων/παραλείψεων/προβλημάτων/συλλογισμών. ~ από κλοπές/λάθη/σκάνδαλα. Ορεινή ~ (βλ. οροσειρά).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ του λόγου (: κυρ. στον προφορικό λόγο, σειρά λέξεων που συνδέονται συντακτικά μεταξύ τους. Βλ. σύμπλοκο).|| (ΒΙΟΛ.) Κωδική ~ DNA. ~ αμινοξέων/του γονιδίου. Αναπνευστική/διακλαδιζόμενη/ευθύγραμμη/μοριακή/πολυπεπτιδική ~. (ΧΗΜ.) Ανοιχτή/κλειστή ~ ανθράκων. ~ μορίων γλυκόζης. ~ μεταφοράς ηλεκτρονίων. ~ από αντιδράσεις. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολών/κώδικα (πβ. ακολουθία, βλ. αλγόριθμος). (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ από αντιστάσεις. (ΤΟΠΟΓΡ. παλαιότ.) Μετρική ~ (: για τη μέτρηση μήκους). (ΜΟΥΣ.) Αρμονική ~. 4. σειρά επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο οργανισμό, έχουν την ίδια επωνυμία και διαθέτουν τα ίδια περίπου προϊόντα: διεθνής/πολυεθνική ~. ~ αθλητικών ειδών/γραφείων/εστιατορίων/ξενοδοχείων/καταστημάτων. 5. (στο κέντημα) είδος βελονιάς. ● αλυσίδες (οι) (μτφ.): δεσμά: Του πέρασαν ~ (= χειροπέδες). Ο λαός έσπασε τις ~ της δουλείας/σκλαβιάς (= απελευθερώθηκε). Δεν κρατιέται ούτε με ~ (: είναι πολύ ορμητικός).|| Οι ~ της υποταγής. ● Υποκ.: αλυσιδάκι (το), αλυσιδίτσα & αλυσιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσίδα αξίας: ΟΙΚΟΝ. σχέση αλληλεξάρτησης και συνέργειας μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, με την ανάλυση της οποίας προσδιορίζεται η συνεισφορά των δραστηριοτήτων αυτών στη συνολική απόδοση της επιχείρησης: ψηφιακές ~ες ~. ~ ~ ενός κλάδου/οργανισμού. ~ ~ στο διαδίκτυο/στις τηλεπικοινωνίες/στις υπηρεσίες υγείας. [< αγγλ. value chain] , αλυσίδα παραγωγής : ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των διαφορετικών σταδίων για την παραγωγή, διάθεση και πώληση προϊόντος ή παροχής υπηρεσίας: ~ ~ μιας επιχείρησης/των εµπορευµατικών µεταφορών/τροφίμων/τσιμέντου. Πβ. γραμμή παραγωγής. [< αγγλ. chain of production] , ανθρώπινη αλυσίδα: σειρά ατόμων που ενώνουν τα χέρια ή πιάνονται αγκαζέ, συνήθ. ως ένδειξη ειρηνικής διαμαρτυρίας ή για την αποτελεσματικότερη επιτέλεση ενός έργου: ~ ~ αλληλεγγύης/ειρήνης. Διάσωση με ~ ~. Οι διαδηλωτές σχημάτισαν ~ ~ γύρω από ... [< αγγλ. human chain, 1908] , τροφική αλυσίδα & διατροφική αλυσίδα: ΟΙΚΟΛ. ιεραρχία οργανισμών σε ένα οικοσύστημα, όπου το μεγαλύτερο είδος τρέφεται με το μικρότερο: ανθρώπινη/ζωϊκή ~ ~. [< αγγλ. food chain, 1920, γαλλ. chaîne alimentaire] , αντιολισθητικές αλυσίδες βλ. αντιολισθητικός, εφοδιαστική αλυσίδα βλ. εφοδιαστικός, κωδική αλυσίδα βλ. κωδικός, πεπτιδική αλυσίδα βλ. πεπτιδικός ● ΦΡ.: πάει αλυσίδα (προφ.): για αλληλουχία γεγονότων: ~ ~ η δουλειά/το θέμα/το κακό/το πρά(γ)μα. [< μεσν. αλυσίδα, αλυσίδιν < μτγν. ἁλυσίδιον, ἁλύσιον < αρχ. ἅλυσις, γαλλ. chaîne, αγγλ. chain]
2401αλυσιδωτός, ή, ό [ἁλυσιδωτός] α-λυ-σι-δω-τός επίθ. 1. (μτφ.) διαδοχικός, συνεχόμενος: ~οί: θάνατοι/σεισμοί/φόνοι. ~ές: εκρήξεις (= απανωτές)/επιπτώσεις. ~ά: λάθη/ψέματα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: σύνδεση (μηχανών).|| ~ός: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) δείκτης/(ΜΑΘ.) κανόνας. ~ή: διαδοχή/σύνδεση.|| (ΧΗΜ.) ~ή: δομή. ΣΥΝ. αλυσωτός 2. που είναι φτιαγμένος από αλυσίδες ή μοιάζει με αλυσίδα: (παλαιότ.) ~ός: θώρακας. ● επίρρ.: αλυσιδωτά ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσιδωτή αντίδραση 1. (μτφ.) σειρά γεγονότων στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, ώστε το ένα να υποκινεί ή να επηρεάζει το άλλο: φόβοι για ~ές ~άσεις στην οικονομία λόγω πληθωρισμού. Είχαμε/ξεκίνησαν/προκλήθηκαν/πυροδοτεί ~ές ~άσεις. 2. ΧΗΜ.-ΦΥΣ. σειρά χημικών ή πυρηνικών αντιδράσεων κατά την οποία το προϊόν μιας αντίδρασης οδηγεί στην επόμενη: ~ ~ πολυμεράσης. [< αγγλ. chain reaction, 1926, γαλλ. réaction en chaîne, 1946] [< 2: μτγν. ἁλυσιδωτός, αγγλ. chain(ing)]
2402αλυσιτελής, ής, ές [ἀλυσιτελής] α-λυ-σι-τε-λής επίθ. {αλυσιτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν συμφέρει ή δεν ωφελεί: ~ές: μέτρο. ~είς: προσπάθειες. Μια ενέργεια/επιλογή/πράξη αποβαίνει/αποδεικνύεται/καθίσταται ~. Aκατάλληλη και ~ ρύθμιση. Πβ. ασύμφορος. ΣΥΝ. αναποτελεσματικός, ανώφελος, ατελέσφορος ΑΝΤ. επωφελής, λυσιτελής ● επίρρ.: αλυσιτελώς [-ῶς] [< αρχ. ἀλυσιτελής]
2403αλυσοδεμένος, η, ο [ἁλυσοδεμένος] α-λυ-σο-δε-μέ-νος επίθ. & αλυσόδετος 1. που είναι δεμένος με αλυσίδες: ~οι: αιχμάλωτοι/σκλάβοι. ~α: ζώα. Άνθρωποι με ~α τα χέρια και τα πόδια (= ~οι χειροπόδαρα). 2. (μτφ.) που δεν έχει την ελευθερία του: ~ος: λαός. ~η: συνείδηση/ψυχή. Πβ. σκλαβω-, υποδουλω-μένος.
2404αλυσοδένω[ἁλυσοδένω] α-λυ-σο-δέ-νω ρ. (μτβ.) {αλυσόδε-σα, -θηκα, -μένος} 1. δένω κάποιον ή κάτι με αλυσίδες: ~σε το ζώο. Ακτιβιστές ~θηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. 2. (μτφ.) δυναστεύω, υποδουλώνω κάποιον ή κάτι: ~ουν τη σκέψη/τις συνειδήσεις. [< μεσν. αλυσοδένω]
2405αλυσοδέσμιος, α, ο [ἁλυσοδέσμιος] α-λυ-σο-δέ-σμι-ος επίθ. (λόγ.): αλυσοδεμένος. Πβ. σιδηροδέσμιος.
2406αλυσοειδής, ής, ές [ἁλυσοειδής] α-λυ-σο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή αλυσίδας: ~ής: διάταξη/δομή. ~ές: μόριο/πλέγμα.|| (ως ουσ.) Γεωμετρία των ~ών. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσοειδής (ανάρτηση): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα για την ανάρτηση των αγωγών επαφής, οι οποίοι διανέμουν το ηλεκτρικό ρεύμα σε τρένα, τρόλεϊ, τραμ ή η ίδια η γραμμή επαφής. [< αγγλ. catenary] , αλυσοειδής καμπύλη: ΜΑΘ. καμπύλη που σχηματίζει ένα εύκαμπτο καλώδιο, σχοινί ή αλυσίδα ομοιογενούς πυκνότητας, όταν κρέμεται ελεύθερα από τα δύο άκρα της στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο και αναπαριστά το γράφημα του υπερβολικού συνημίτονου. [< γαλλ. (courbe en) chaînette]
2407αλυσοπρίονο[ἁλυσοπρίονο] α-λυ-σο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό πριόνι που λειτουργεί με αλυσίδα: βενζινοκίνητο/ηλεκτρικό/τηλεσκοπικό ~. [< αγγλ. chain saw, 1944]
2408άλυσος[ἅλυσος] ά-λυ-σος ουσ. (θηλ.) {αλύσ-ου} (μτφ.-επιστ.): αλυσίδα: αρραγής ~. ~ αρμονίας.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Πολυπεπτιδική ~. Υδρογονάνθρακες με ευθεία/διακλαδισμένη ~ο. [< αρχ. ἅλυσις]
2409αλυσωτός, ή, ό [ἁλυσωτός] α-λυ-σω-τός επίθ. (επίσ.): αλυσιδωτός.
2410αλυτάρχης[ἀλυτάρχης] α-λυ-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. ανώτερος επόπτης, υπεύθυνος για την εφαρµογή των κανονισµών σε αθλητικούς αγώνες. Βλ. -άρχης, ελλανοδίκης. [< μτγν. ἀλυτάρχης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.