| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2401 | αλυσιδωτός | , ή, ό [ἁλυσιδωτός] α-λυ-σι-δω-τός επίθ. 1. (μτφ.) διαδοχικός, συνεχόμενος: ~οί: θάνατοι/σεισμοί/φόνοι. ~ές: εκρήξεις (= απανωτές)/επιπτώσεις. ~ά: λάθη/ψέματα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: σύνδεση (μηχανών).|| ~ός: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) δείκτης/(ΜΑΘ.) κανόνας. ~ή: διαδοχή/σύνδεση.|| (ΧΗΜ.) ~ή: δομή. ΣΥΝ. αλυσωτός 2. που είναι φτιαγμένος από αλυσίδες ή μοιάζει με αλυσίδα: (παλαιότ.) ~ός: θώρακας. ● επίρρ.: αλυσιδωτά ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσιδωτή αντίδραση 1. (μτφ.) σειρά γεγονότων στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, ώστε το ένα να υποκινεί ή να επηρεάζει το άλλο: φόβοι για ~ές ~άσεις στην οικονομία λόγω πληθωρισμού. Είχαμε/ξεκίνησαν/προκλήθηκαν/πυροδοτεί ~ές ~άσεις. 2. ΧΗΜ.-ΦΥΣ. σειρά χημικών ή πυρηνικών αντιδράσεων κατά την οποία το προϊόν μιας αντίδρασης οδηγεί στην επόμενη: ~ ~ πολυμεράσης. [< αγγλ. chain reaction, 1926, γαλλ. réaction en chaîne, 1946] [< 2: μτγν. ἁλυσιδωτός, αγγλ. chain(ing)] | |
| 2402 | αλυσιτελής | , ής, ές [ἀλυσιτελής] α-λυ-σι-τε-λής επίθ. {αλυσιτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν συμφέρει ή δεν ωφελεί: ~ές: μέτρο. ~είς: προσπάθειες. Μια ενέργεια/επιλογή/πράξη αποβαίνει/αποδεικνύεται/καθίσταται ~. Aκατάλληλη και ~ ρύθμιση. Πβ. ασύμφορος. ΣΥΝ. αναποτελεσματικός, ανώφελος, ατελέσφορος ΑΝΤ. επωφελής, λυσιτελής ● επίρρ.: αλυσιτελώς [-ῶς] [< αρχ. ἀλυσιτελής] | |
| 2403 | αλυσοδεμένος | , η, ο [ἁλυσοδεμένος] α-λυ-σο-δε-μέ-νος επίθ. & αλυσόδετος 1. που είναι δεμένος με αλυσίδες: ~οι: αιχμάλωτοι/σκλάβοι. ~α: ζώα. Άνθρωποι με ~α τα χέρια και τα πόδια (= ~οι χειροπόδαρα). 2. (μτφ.) που δεν έχει την ελευθερία του: ~ος: λαός. ~η: συνείδηση/ψυχή. Πβ. σκλαβω-, υποδουλω-μένος. | |
| 2404 | αλυσοδένω | [ἁλυσοδένω] α-λυ-σο-δέ-νω ρ. (μτβ.) {αλυσόδε-σα, -θηκα, -μένος} 1. δένω κάποιον ή κάτι με αλυσίδες: ~σε το ζώο. Ακτιβιστές ~θηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. 2. (μτφ.) δυναστεύω, υποδουλώνω κάποιον ή κάτι: ~ουν τη σκέψη/τις συνειδήσεις. [< μεσν. αλυσοδένω] | |
| 2405 | αλυσοδέσμιος | , α, ο [ἁλυσοδέσμιος] α-λυ-σο-δέ-σμι-ος επίθ. (λόγ.): αλυσοδεμένος. Πβ. σιδηροδέσμιος. | |
| 2406 | αλυσοειδής | , ής, ές [ἁλυσοειδής] α-λυ-σο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή αλυσίδας: ~ής: διάταξη/δομή. ~ές: μόριο/πλέγμα.|| (ως ουσ.) Γεωμετρία των ~ών. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσοειδής (ανάρτηση): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα για την ανάρτηση των αγωγών επαφής, οι οποίοι διανέμουν το ηλεκτρικό ρεύμα σε τρένα, τρόλεϊ, τραμ ή η ίδια η γραμμή επαφής. [< αγγλ. catenary] , αλυσοειδής καμπύλη: ΜΑΘ. καμπύλη που σχηματίζει ένα εύκαμπτο καλώδιο, σχοινί ή αλυσίδα ομοιογενούς πυκνότητας, όταν κρέμεται ελεύθερα από τα δύο άκρα της στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο και αναπαριστά το γράφημα του υπερβολικού συνημίτονου. [< γαλλ. (courbe en) chaînette] | |
| 2407 | αλυσοπρίονο | [ἁλυσοπρίονο] α-λυ-σο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό πριόνι που λειτουργεί με αλυσίδα: βενζινοκίνητο/ηλεκτρικό/τηλεσκοπικό ~. [< αγγλ. chain saw, 1944] | |
| 2408 | άλυσος | [ἅλυσος] ά-λυ-σος ουσ. (θηλ.) {αλύσ-ου} (μτφ.-επιστ.): αλυσίδα: αρραγής ~. ~ αρμονίας.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Πολυπεπτιδική ~. Υδρογονάνθρακες με ευθεία/διακλαδισμένη ~ο. [< αρχ. ἅλυσις] | |
| 2409 | αλυσωτός | , ή, ό [ἁλυσωτός] α-λυ-σω-τός επίθ. (επίσ.): αλυσιδωτός. | |
| 2410 | αλυτάρχης | [ἀλυτάρχης] α-λυ-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. ανώτερος επόπτης, υπεύθυνος για την εφαρµογή των κανονισµών σε αθλητικούς αγώνες. Βλ. -άρχης, ελλανοδίκης. [< μτγν. ἀλυτάρχης] | |
| 2411 | άλυτος | , η, ο [ἄλυτος] ά-λυ-τος επίθ. ΑΝΤ. λυμένος 1. (μτφ.) που δεν υπάρχει ή δεν έχει βρεθεί ακόμα η λύση του: ~ος: γρίφος. ~η: άσκηση. ~ο: μυστήριο (πβ. ανεξιχνίαστος, αξεδιάλυτος, σκοτεινός). ~α: ερωτήματα/ζητήματα (πβ. εκκρεμής). Τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα παραμένουν ~α (= δεν έχουν ακόμα επιλυθεί). (για χρονίζοντα και δυσεπίλυτα θέματα) ~η εξίσωση ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης/η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. ΣΥΝ. ανεπίλυτος 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να λυθεί, δεμένος: ~ος: κόμπος. ~η: ζώνη. ~ο: σκοινί. ~α: κορδόνια/μαλλιά. ΑΝΤ. άδετος (1), λυτός [< αρχ. ἄλυτος 1: αγγλ. unsolved] | |
| 2412 | αλυτρωτικός | , ή, ό [ἀλυτρωτικός] α-λυ-τρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αλυτρωτισμό: ~ός: αγώνας/εθνικισμός. ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κίνημα. ~ές: βλέψεις. [< ιταλ. irredentistico, γαλλ. irrédentiste] | |
| 2413 | αλυτρωτισμός | [ἀλυτρωτισμός] α-λυ-τρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ιδεολογικοπολιτική κίνηση που αποβλέπει στην προσάρτηση εδαφών και πληθυσμών στο εθνικό κράτος στο οποίο και θεωρείται ότι ανήκουν: Ενέργειες που καλλιεργούν/τροφοδοτούν/υποδαυλίζουν τον ~ό. Βλ. εθνικ-, επεκτατ-ισμός, Μεγάλη Ιδέα. [< ιταλ. irredentismo, γαλλ. irrédentisme] | |
| 2414 | αλύτρωτος | , η, ο [ἀλύτρωτος] α-λύ-τρω-τος επίθ.: που βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία ή που δεν έχει λυτρωθεί: ~ος: λαός. ~η: πατρίδα. ~ο: έθνος. ~οι: αδελφοί (: για ομοεθνείς)/πληθυσμοί. ~ες: περιοχές. Πβ. σκλαβωμένος, υπόδουλος.|| (μτφ.) ~ος: πόνος. ~ο: πάθος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλύτρωτος ελληνισμός: ΙΣΤ. για τους Έλληνες που παρέμεναν εκτός των εδαφικών ορίων του πρώτου ελληνικού κράτους (1830): ο ~ ~ της Μακεδονίας και της Θράκης. [< μτγν. ἀλύτρωτος] | |
| 2415 | αλυχτά | [ἀλυχτᾷ] α-λυ-χτά ρ. (αμτβ.) {σπάν. αλύχτησε} & αλυχτάει (λαϊκό-λογοτ.): (για ζώο) γαβγίζει και κατ' επέκτ. ουρλιάζει: ~ η αλεπού/ο λύκος. Τα σκυλιά ~ούσαν όλη νύχτα/πριν από τον σεισμό. ΣΥΝ. υλακτεί [< μεσν. αλυχτώ] | |
| 2416 | αλύχτισμα | [ἀλύχτισμα ] α-λύ-χτι-σμα ουσ. (ουδ.) & αλύχτημα (λαϊκό-λογοτ.): γάβγισμα, ουρλιαχτό. Πβ. υλακή. | |
| 2417 | άλφα | [ἄλφα] άλ-φα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το πρώτο γράμμα και το πρώτο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου και όσων προήλθαν από αυτό (του λατινικού, του κυριλλικού): κεφαλαίο/μικρό/πεζό ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιτατικό ~ (: α-χανής). Στερητικό ~ (: α-όμματος, αν-όμοιος). Πβ. α.|| (ΙΑΤΡ.) Αναστολέας ~.|| (ΦΥΣ.) ~ διάσπαση/σωματίδιο. 2. (για κάποιον ή κάτι που δηλώνεται αόριστα) κάποιος: Κάνω μια ~ δουλειά σε έναν ~ χρόνο. 3. (μτφ.) (πάντα με το άρθρο "το") η αρχή, τα στοιχειώδη· το πρώτο μέρος, το πρώιμο στάδιο: Μαθήματα που αρχίζουν από το ~. Είμαστε ακόμη στο ~ (= στην αρχή). 4. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) ο πιο φωτεινός αστέρας ενός αστερισμού: Το ~ του Κενταύρου/του Σκορπιού. Το ~ του Μεγάλου Κυνός (= ο Σείριος). 5. για να δηλωθεί εξαιρετική ποιότητα (συνήθ. με επανάληψη): ξενοδοχείο/ποικιλία/προϊόν ~ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή άλφα & άλφα γραμμή: κόψιμο φούστας, φορέματος που φαρδαίνει στο κάτω μέρος: νυφικό σε ~ ~. Πβ. εβαζέ γραμμή., ακτινοβολία άλφα βλ. ακτινοβολία ● ΦΡ.: άλφα ή βήτα: για αόριστη αναφορά σε κάτι: για τον ~ ~ λόγο (: για κάποιον λόγο). Με τον ~ ~ τρόπο (: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο)., από το άλφα ως το ωμέγα: (μτφ.) από την αρχή ως το τέλος, χωρίς εξαίρεση: Έμαθα όλες τις λεπτομέρειες, ~ ~., δεν ξέρει/δεν έμαθε ούτε το άλφα: (μτφ.) για πρόσωπο τελείως αγράμματο., ο άλφα και ο βήτα (συνήθ. μειωτ.): ο ένας και ο άλλος: Δεν με ενδιαφέρει τι πιστεύει ~ ~., το άλφα και το ωμέγα (μτφ.) (ΚΔ): το σημαντικότερο ή σπουδαιότερο στοιχείο, η αρχή και το τέλος: Η οργανωμένη εκπαίδευση είναι ~ ~ (= το παν) για την πρόοδο μιας κοινωνίας. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph] | |
| 2418 | αλφαβήτα | [ἀλφαβήτα] αλ-φα-βή-τα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. αλφάβητο: τα γράμματα της ~ας. Λέω/μαθαίνω την ~. 2. (κατ' επέκτ.) βασικές, πρωταρχικές, στοιχειώδεις γνώσεις: η ~ της ζωγραφικής/της ζωής/του σινεμά. Πβ. αλφαβητάριο, αλφάβητο. [< μεσν. αλφαβήτα] | |
| 2419 | αλφαβητάριο | [ἀλφαβητάριο] αλ-φα-βη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αλφαβηταρί-ου | -ων} & (προφ.) αλφαβητάρι 1. βιβλίο για τη διδασκαλία ή εκμάθηση των γραμμάτων του αλφαβήτου, του συλλαβισμού και της ανάγνωσης: εικονογραφημένα ~α. Βλ. αναγνωστικό. 2. (κατ΄επέκτ.) στοιχειώδεις γνώσεις και συνεκδ. έντυπο με βασικές πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα: το ~ της γεύσης/των ελληνικών κρασιών/της μουσικής. Πβ. αλφαβήτα, αλφάβητο.|| Ηλεκτρονικό ~. [< μεσν. αλφαβητάριον] | |
| 2420 | αλφαβητικός | , ή, ό [ἀλφαβητικός] αλ-φα-βη-τι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή είναι ταξινομημένος σύμφωνα με τη σειρά των γραμμάτων του αλφαβήτου: ~ός: κατάλογος/κώδικας/πίνακας. ~ή: αναζήτηση/κατάσταση ονομάτων/κατάταξη. ~ό: ευρετήριο. 2. που σχετίζεται ή εκφράζεται μέσω ενός συστήματος γραφής που χρησιμοποιεί αλφάβητο: ~ή: γλώσσα/(ΜΟΥΣ.) σημειογραφία (: για την απόδοση φθόγγων και κλειδιών). ~ές: επιγραφές. Ιδεογραφικές/προαλφαβητικές/συλλαβικές και ~ές γραφές. ● επίρρ.: αλφαβητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αλφαβητική σειρά: η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γράμματα του αλφαβήτου: αντίστροφη ~ ~. Βάζω τις λέξεις σε ~ ~. Η βιβλιογραφία παρατίθεται κατά/με ~ ~., αλφαβητικοί χαρακτήρες: ΠΛΗΡΟΦ. οι κάθε είδους χαρακτήρες εκτός από ψηφία: Στα σύμβολα περιλαμβάνονται όλοι οι μη ~ ~. Αριθμητικοί και ~ ~. Βλ. αλφαριθμητικός. [< γαλλ. alphabétique, αγγλ. alphabetic(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ