| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32917 | μποξ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. πυγμαχία. ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ βλ. σάκος [< γαλλ. boxe, 1845] | |
| 32918 | μποξ όφις | μποξ ό-φις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αξιολογικός πίνακας, συνήθ. εβδομαδιαίος, που κατατάσσει σε αύξουσα σειρά, ανάλογα με την εμπορική τους κίνηση, τις ταινίες της κινηματογραφικής παραγωγής: στην κορυφή του αμερικανικού ~ ο ηθοποιός/το φιλμ. [< αμερικ. box office, 1904, γαλλ. ~, 1950] | |
| 32919 | μποξάς | μπο-ξάς ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μποχτσάς (λαϊκό-παλαιότ.) 1. σάλι από χοντρό ύφασμα. 2. πανί, συνήθ. τετράγωνο, που χρησιμοποιούνταν για κάλυψη, μεταφορά ή φύλαξη αντικειμένων. Βλ. μπόγος. 3. ΜΑΓΕΙΡ. είδος φαγητού από αρνίσιο κρέας σε σφολιάτα ή κουρού που ψήνεται στο φούρνο. [< τουρκ. bohça] | |
| 32920 | μποξέρ | μπο-ξέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. πυγμάχος. [< γαλλ. boxeur ] | |
| 32921 | μπόξερ1 | μπό-ξερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλου γερμανικής καταγωγής, μεσαίου μεγέθους, με κοντό και λείο τρίχωμα, πολύ δυνατό μυϊκό σύστημα και πλατύ κεφάλι με μαύρη μουσούδα. [< γερμ. Boxer (λόγω της πλατιάς του μύτης που θυμίζει πυγμάχο), αγγλ. boxer, 1903, γαλλ. ~, 1919] | |
| 32922 | μπόξερ2 | μπό-ξερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εσώρουχο, παρόμοιο με σορτς, το μήκος του οποίου φτάνει ψηλά στους μηρούς ή στη γραμμή των γλουτών: ανδρικό/βαμβακερό/γυναικείο/παιδικό ~. ● Υποκ.: μποξεράκι (το) [< αγγλ. boxer shorts, 1930, γαλλ. boxer (short), 1966] | |
| 32923 | μπόουλινγκ | μπό-ου-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι με κορύνες τοποθετημένες στο τέρμα μακριού διαδρόμου σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα, τις οποίες προσπαθεί ο παίκτης να ρίξει με μια ειδική σφαίρα. [< αμερικ. bowling, γαλλ. ~, 1907, διαδόθηκε περ. το 1950] | |
| 32924 | μπορ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο γύρος του καπέλου: πλατύ/στενό ~. [< γαλλ. bord] | |
| 32925 | μπόρα | μπό-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ξαφνική καταιγίδα μικρής διάρκειας: ανοιξιάτικη/ισχυρή/καλοκαιρινή ~. Ξέσπασε ~. ΣΥΝ. νεροποντή 2. (μτφ.) δυσάρεστη κατάσταση, δυσκολία ή συμφορά: Κατάφερε να ξεπεράσει την ~. ● ΦΡ.: μπόρα είναι (και) θα περάσει (μτφ.-προφ.): (συνήθ. καθησυχαστικά) είναι παροδική η δύσκολη φάση που περνά κάποιος και κάποια στιγμή θα τελειώσει: Μην απελπίζεσαι, ~ ~.|| Μπόρα ήταν και πέρασε., με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα [< βεν. bora < λατ. boreas < βορέας, βορράς] | |
| 32926 | μποράγκο | μπο-ρά-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Borago officinalis) με μπλε αστεροειδή άνθη, χνουδωτά φύλλα και αγκαθωτά κλαδιά. [< γαλλ. bourrache] | |
| 32927 | μπόρεσα | βλ. μπορώ | |
| 32928 | μπορετός | , ή, ό μπο-ρε-τός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που μπορεί να γίνει: Δεν ήταν ~ό να συνεχίσουμε (πβ. είναι βολετό). Έσωσαν από τη φωτιά ό,τι τους ήταν ~ό. Όλα είναι ~ά, αρκεί να το θελήσεις. ΣΥΝ. δυνατός (5), εφικτός, κατορθωτός [< μεσν. μπορετός] | |
| 32929 | μπόριο | μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Bh, Ζ 107) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. bohrium, 1994, δανέζικο ανθρ. Niels Bohr] | |
| 32930 | μπορντέλο | βλ. μπουρδέλο | |
| 32931 | μπορντό | μπορ-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το βαθυκόκκινο χρώμα του κρασιού: καφέ-~ (ενν. χρώμα). Ντυμένη στα ~ (ενν. ρούχα). Πβ. βυσσινί, γκρενά, πορφυρό.|| (ως επίθ.) ~ μπλούζα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί της ομώνυμης περιοχής της Γαλλίας. [< γαλλ. bordeaux] | |
| 32932 | μπορντούρα | μπορ-ντού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό πλαίσιο, τελείωμα ή γενικότ. άκρη αντικειμένου: ασημένια/αυτοκόλλητη/γύψινη/δαντελένια/μεταξωτή/ξύλινη/σκαλιστή/χρυσή ~. ~ πιάτου/τοίχου/υφάσματος (πβ. παρυφή)/χαρτιού (πβ. βινιέτα). ~ από λουλούδια. Κέντημα/μανίκια/τραπεζομάντιλο/φόρεμα με ~. Ταπετσαρίες-~ες. Βλ. ζωφόρος, ρέλι, σιρίτι, τρέσα, φεστόνι. 2. φράχτης ή σειρά φυτών, συνήθ. με ψαλιδισμένο σχήμα, στην άκρη ή σε μονοπάτι κήπου: χαμηλή ~. Ηλεκτρικό ψαλίδι/κουρευτικό ~ας. Θάμνοι σε διάταξη ~ας. Πβ. φυτοφράκτης. [< ιταλ. bordura] | |
| 32933 | μπορς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ρωσική σούπα με κύρια συστατικά κρέας, λάχανο, παντζάρι, καρότο, κρεμμύδι και πατάτες. [< γαλλ. bort(s)ch] | |
| 32934 | μπορώ | [μπορῶ] μπο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπορ-είς ..., -ώντας | μπόρ-εσα} 1. έχω τη δύναμη, την ικανότητα, καταφέρνω κάτι: ~ να τον ακούω ώρες. ~είς να κολυμπήσεις; Βρες το, αν ~είς. Μην πιεστείς, φάε όσο ~είς. Δεν ~ να βάλω μπρος το αυτοκίνητο/να βρω λύση/να ζήσω χωρίς εσένα/να τον καταλάβω. Δεν ~εί να περπατήσει. Έκανα ό,τι ~ούσα. ~ούσες και καλύτερα. Δεν ~ούσα να κουνηθώ. Δεν ~ούσε ούτε να με κοιτάξει στα μάτια (= δεν είχε το θάρρος). ~εσα να τελειώσω στην ώρα μου. Όλη νύχτα δεν ~εσα να κλείσω μάτι. Δεν ~εσαν να βρουν τα ίχνη του δολοφόνου. Μη ~ώντας να βλέπω τα αίσχη, απομακρύνθηκα. Πβ. δύναμαι. ΑΝΤ. αδυνατώ 2. έχω τη δυνατότητα, την ευκαιρία: ~εσα να την αποχαιρετήσω/και την είδα από κοντά. ~είς να κάνεις ό,τι θέλεις. Γλέντα τώρα που ~είς. Δεν ~είς να τα έχεις όλα. ~είς να μου πεις οτιδήποτε, σ' ακούω. -~είς να μου δώσεις δέκα ευρώ; -Λυπάμαι, δεν θα ~έσω. (Απ’) όσο ~ να ξέρω. Απ' όσο ~εσα να δω, το έργο φαίνεται καλό. Θα ~έσεις να έρθεις; Αύριο δεν ~. Συγγνώμη, αλλά δεν ~ να δεχτώ το δώρο. Δεν ~εσα να σπουδάσω. Θα έρθω, μόλις ~έσω.|| (σε εκφράσεις ευγενείας) Με συγχωρείτε, ~ να σας απασχολήσω/να σας διακόψω/να περάσω; ~ να βγω έξω; ~είτε να πηγαίνετε. ~ να ακυρώσω την κράτηση (= επιτρέπεται); Πού ~ να βρω ...; Πώς θα ~ούσα να σας εξυπηρετήσω; Θα ήθελα αυτό το βιβλίο, ~ (ενν. να το πάρω); 3. (θα + παρατ., κυρ. στον υποθετικό λογο) για να δηλωθεί πιθανότητα, που συνήθ. δεν πραγματοποιήθηκε: Πώς θα ~ούσα να το ξέρω; Θα ~ούσα να ζήσω οπουδήποτε, αν χρειαζόταν. Η κατάσταση θα ~ούσε να εξελιχθεί σε τραγωδία. (ως ευχή) (Μακάρι) να/Αν ~ούσα να μάθω τι σκέφτεσαι! 4. (σε αρνητ. πρόταση ή ερώτηση, προφ.) ανέχομαι, αντέχω: Δεν τον ~ αυτόν τον άνθρωπο. Δεν τα ~ καθόλου εγώ αυτά (= δεν μου αρέσουν). Δεν ~ άλλο/πια, κουράστηκα.|| Δεν ξέρω τι έχω πάθει, δεν ~ καθόλου σήμερα (: δεν νιώθω καλά). ● μπορεί: είναι δυνατόν, υπάρχει το ενδεχόμενο, ενδέχεται: ~ να βρέξει. ~ και να πάω, αλλά το πιθανότερο είναι να μείνω σπίτι. Δεν είναι εδώ, ~ να βγήκε έξω. Του μοιάζει, αλλά δεν ~ (= αποκλείεται) να είναι αυτός. Δεν ~ να το έκανες εσύ (= είναι αδύνατο, απίθανο)! Δεν ~, κάποιο λάθος θα έγινε. Το υποσχέθηκε, δεν ~ να μην έρθει. -Θα πας; -~ (= ίσως)/~ ναι, ~ όχι. ΣΥΝ. ενδέχεται, ενδεχομένως ● ΦΡ.: δεν μπορώ να κάνω (κι) αλλιώς (προφ.): δεν έχω άλλη επιλογή: Κουράζομαι, αλλά ~ ~., πώς μπόρεσες και/να ...: για να δηλωθεί έκπληξη ή επίκριση για κάτι: ~ ~ και το ξέχασες; ~ ~ να μου το κάνεις αυτό/να σκεφτείς κάτι τέτοιο;, (εμείς) μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε βλ. χώρια, δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω βλ. θέλω, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης [< μεσν. (ε)μπορώ < αρχ. εὐπορῶ ‘ευημερώ, είμαι σε θέση να κάνω κάτι’, με παρετυμ. του ουσ. έμπορος] | |
| 32935 | μπος | ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) μπόσης: αφεντικό. [< αγγλ. boss] | |
| 32936 | μπόσα νόβα | μπό-σα νό-βα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μποσανόβα 1. ΜΟΥΣ. μουσική σε 6/8 που προέκυψε από τον συνδυασμό βραζιλιάνικων ρυθμών με την αμερικανική τζαζ. Βλ. σάμπα. 2. ο χορός που χορεύεται στους ρυθμούς της ομώνυμης μουσικής. [< αγγλ. bossa nova, 1962, γαλλ. bossa nova, περ. 1962, πορτ. της Βραζιλίας ~ ~ ‘νέο κύμα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ