| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32937 | μπόσικος | , η/ια, ο μπό-σι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. χαλαρός: ~ος: κόμπος. ~ο: σχοινί (ΑΝΤ. σφιχτό). Πβ. λάσκος.|| ~ο: χώμα (ΑΝΤ. στέρεο). 2. (μτφ.-για πρόσ.) μαλακός και ήπιος, ευάλωτος, υποχωρητικός: Tον βρήκε ~ο (= καλόβολο) και τον κατάφερε. Να φυλάγεσαι μη σε πιάσει ~ο (: απροετοίμαστο) και σε ξεγελάσει. ● Ουσ.: μπόσικα (τα) 1. τμήμα που μένει χαλαρό, δεν είναι τεντωμένο: τα ~ της αλυσίδας/του καλωδίου. 2. τα μαλακά μέρη της κοιλιάς. ● ΦΡ.: κρατάω τα μπόσικα & (σπάν.) φυλάω τα μπόσικα: τηρώ τις ισορροπίες, προσπαθώ να συμβιβάσω μια κατάσταση ή είμαι επιφυλακτικός: Η διαιτησία κράτησε ~. Πβ. κρατάω πισινή., στα μπόσικα (σπάν.): σε κατάσταση χαλαρότητας, σε στιγμή απροσεξίας: Μας έπιασε ~ ~. [< τουρκ. boş] | |
| 32938 | μποστάνι | μπο-στά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): περιβόλι με οπωροκηπευτικά και ιδ. καρπούζια ή πεπόνια. Πβ. λαχανόκηπος. ● ΦΡ.: έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές [< μεσν. μποστάνι < τουρκ. bostan] | |
| 32939 | μπότα | μπό-τα ουσ. (θηλ.) {μποτών} 1. παπούτσι κλειστό και ψηλό που καλύπτει συνήθ. όλη τη γάμπα: ~ με κορδόνια/φερμουάρ. Δερμάτινες/καστόρινες/λαστιχένιες/πλαστικές~ες. Στρατιωτικές ~ες (πβ. αρβύλες). ~ες λουστρίνι. ~ες ιππασίας/ορειβασίας/πεζοπορίας/του σκι. Ένα ζευγάρι ~ες. Καουμπόικες ~ες με σπιρούνια. || ~ στήθους (: κυρ. για ψάρεμα). 2. ΜΟΥΣ. το μπάσο τύμπανο στα ντραμς, που ο ντράμερ χτυπά με το πόδι. ● Υποκ.: μποτάκι (το): ΣΥΝ. μποτίνι ● ΣΥΜΠΛ.: η μπότα του κατακτητή (μτφ.): ξένη κατοχή: κάτω από την ~ ~. [< 1: μεσν. (ε)μπότα < παλαιό ιταλ. botta] | |
| 32940 | μπότζα | βλ. πότζα | |
| 32941 | μπότζι | μπό-τζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. κλυδωνισμός πλοίου σε τρικυμία. Πβ. διατοιχισμός. [< ιταλ. poggia < μτγν. λατ. podia ‘σχοινί για την πρόσδεση των πανιών πλεύσης’ < αρχ. ποδία < πούς] | |
| 32942 | μποτίλια | μπο-τί-λια ουσ. (θηλ.) 1. φιάλη για υγρά: γυάλινη ~. Μία ~ κρασί/νερού/ούζου/σαμπάνιας. ~ με λάδι/τσίπουρο. Πβ. μπουκάλα, μπουκάλι. 2. μεταλλικό δοχείο για αέρια υπό πίεση: ~ οξυγόνου/υγραερίου. [< ιταλ. bottiglia] | |
| 32943 | μποτιλιάρισμα | μπο-τι-λιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερβολικός αριθμός οχημάτων σε κεντρικό δρόμο ή αυτοκινητόδρομο, με αποτέλεσμα να καθυστερεί ή να σταματά η κυκλοφορία για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ σε ώρες αιχμής. ~ στο ρεύμα προς ... ~ λόγω έργων/τροχαίου. Πβ. ανάσχεση της κυκλοφορίας, κυκλοφοριακή συμφόρηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ πλοίων στο λιμάνι. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπερφόρτωση δικτύου με εισαγωγή περισσότερων δεδομένων από αυτά που μπορεί να επεξεργαστεί ο υπολογιστής τη δεδομένη στιγμή. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. embouteillage] | |
| 32944 | μποτιλιαρισμένος | , η, ο μπο-τι-λια-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): (για δρόμο) που έχει υπερβολική κίνηση· κατ' επέκτ. εγκλωβισμένος στην κίνηση: ~η: λεωφόρος. ~ο: κέντρο. Μονίμως ~ο οδικό δίκτυο.|| ~α: οχήματα. Μία ώρα ήμουν ~. | |
| 32945 | μποτίνι | μπο-τί-νι ουσ. (ουδ.): χαμηλή μπότα που φτάνει συνήθ. στο ύψος του αστραγάλου: δετά/ψηλοτάκουνα ~ια. ΣΥΝ. μποτάκι [< γαλλ. bottine] | |
| 32946 | μπότοξ | μπό-τοξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νευροτοξίνη που χρησιμοποιείται κλινικά σε μικρές ποσότητες και εγχέεται κυρ. στους μυς του προσώπου, με σκοπό την αποτροπή των μυϊκών συσπάσεων και κατ' επέκτ. την εξάλειψη ή εξομάλυνση των ρυτίδων ή άλλων γραμμώσεων· συνεκδ. η αντίστοιχη θεραπεία: ενέσεις ~. ~ κάτω από τα μάτια/στα μάγουλα/στο μέτωπο. Εξαφάνιση γραμμών συνοφρύωσης με ~. Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, λίφτινγκ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ, φίλερ. ● Υποκ.: μποτοξάκι (το) [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Botox, 1991 < Bot(ulinum) + tox(in) ‘βοτουλινική τοξίνη’, ιταλ. ~, 1993, γαλλ. ~, 1998] | |
| 32947 | μπότσια | μπό-τσι-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παραολυμπιακό άθλημα μεταξύ δύο ή περισσότερων αθλητών με εγκεφαλική παράλυση ή άλλη κινητική αναπηρία, που χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο, με στόχο να προωθήσουν τις δερμάτινες κόκκινες ή μπλε μπάλες όσο το δυνατόν πιο κοντά σε μια άσπρη μπάλα, που καλείται "jack": γήπεδο/τουρνουά ~. Παγκόσμιο Κύπελλο/πανελλήνιο πρωτάθλημα ~. Βλ. γκόλμπολ. [< ιταλ. boccia, γαλλ. ~, 1990] | |
| 32948 | μπουαζερί | μπου-α-ζε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: επένδυση με ξύλο των εσωτερικών επιφανειών ενός κτιρίου και κυρ. των τοίχων του. Πβ. ξυλεπένδυση. [< γαλλ. boiserie] | |
| 32949 | μπουάτ | μπου-άτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. (κυρ. παλαιότ.) μικρός και κλειστός χώρος νυχτερινής διασκέδασης με έντεχνη ζωντανή μουσική. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κουτί στον τοίχο με τα καλώδια ηλεκτρολογικής εγκατάστασης. [< 1: γαλλ. boîte de nuit 2: γαλλ. boîte] | |
| 32951 | μπουγάζι | μπου-γά-ζι ουσ. (ουδ.) & μπογάζι (λαϊκό) 1. ρεύμα αέρα που πνέει σε στενό. 2. πορθμός. Πβ. δίαυλος, κανάλι. 3. στενό ορεινό πέρασμα. [< μεσν. μπουγάζι] | |
| 32952 | μπουγαρίνι | μπου-γα-ρί-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φούλι. [< βεν. bugarin] | |
| 32953 | μπουγάτσα | μπου-γά-τσα ουσ. (θηλ.): πίτα από φύλλα κρούστας, συνήθ. πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη, με γέμιση κρέμα ή τυρί: αλμυρή/γλυκιά ~. ● Υποκ.: μπουγατσάκι (το) [< μεσν. πογάτσα < τουρκ. poğaça < ιταλ. focaccia] | |
| 32954 | μπουγατσάδικο | μπου-γα-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & μπουγατσατζίδικο (προφ.): κατάστημα ή εργαστήριο παρασκευής και πώλησης κυρ. μπουγάτσας ή/και άλλων προϊόντων ζύμης. Βλ. -άδικο. | |
| 32955 | μπουγέλο | μπου-γέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) μπουγέλωμα: Έπεσε/έφαγε ~. Παίζαμε ~ το καλοκαίρι/στο τέλος της σχολικής σεζόν. 2. (λαϊκό) κουβάς και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα υγρού που περιέχει: ένα ~ νερό. [< βενετ. bugiol] | |
| 32956 | μπουγέλωμα | μπου-γέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κατάβρεγμα κάποιου με νερό: Γλίτωσα το/έφαγα ~ (= μπουγέλο). Η σχολική χρονιά έκλεισε με το καθιερωμένο ~. Βλ. γιαούρτωμα, -ωμα1. | |
| 32957 | μπουγελώνω | μπου-γε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μπουγέλω-σα, -θηκα, -μένος} (λαϊκό): καταβρέχω κάποιον με νερό: Τους ~σαν με κουβάδες/με το λάστιχο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ