| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32941 | μπότζι | μπό-τζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. κλυδωνισμός πλοίου σε τρικυμία. Πβ. διατοιχισμός. [< ιταλ. poggia < μτγν. λατ. podia ‘σχοινί για την πρόσδεση των πανιών πλεύσης’ < αρχ. ποδία < πούς] | |
| 32942 | μποτίλια | μπο-τί-λια ουσ. (θηλ.) 1. φιάλη για υγρά: γυάλινη ~. Μία ~ κρασί/νερού/ούζου/σαμπάνιας. ~ με λάδι/τσίπουρο. Πβ. μπουκάλα, μπουκάλι. 2. μεταλλικό δοχείο για αέρια υπό πίεση: ~ οξυγόνου/υγραερίου. [< ιταλ. bottiglia] | |
| 32943 | μποτιλιάρισμα | μπο-τι-λιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερβολικός αριθμός οχημάτων σε κεντρικό δρόμο ή αυτοκινητόδρομο, με αποτέλεσμα να καθυστερεί ή να σταματά η κυκλοφορία για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ σε ώρες αιχμής. ~ στο ρεύμα προς ... ~ λόγω έργων/τροχαίου. Πβ. ανάσχεση της κυκλοφορίας, κυκλοφοριακή συμφόρηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ πλοίων στο λιμάνι. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπερφόρτωση δικτύου με εισαγωγή περισσότερων δεδομένων από αυτά που μπορεί να επεξεργαστεί ο υπολογιστής τη δεδομένη στιγμή. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. embouteillage] | |
| 32944 | μποτιλιαρισμένος | , η, ο μπο-τι-λια-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): (για δρόμο) που έχει υπερβολική κίνηση· κατ' επέκτ. εγκλωβισμένος στην κίνηση: ~η: λεωφόρος. ~ο: κέντρο. Μονίμως ~ο οδικό δίκτυο.|| ~α: οχήματα. Μία ώρα ήμουν ~. | |
| 32945 | μποτίνι | μπο-τί-νι ουσ. (ουδ.): χαμηλή μπότα που φτάνει συνήθ. στο ύψος του αστραγάλου: δετά/ψηλοτάκουνα ~ια. ΣΥΝ. μποτάκι [< γαλλ. bottine] | |
| 32946 | μπότοξ | μπό-τοξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νευροτοξίνη που χρησιμοποιείται κλινικά σε μικρές ποσότητες και εγχέεται κυρ. στους μυς του προσώπου, με σκοπό την αποτροπή των μυϊκών συσπάσεων και κατ' επέκτ. την εξάλειψη ή εξομάλυνση των ρυτίδων ή άλλων γραμμώσεων· συνεκδ. η αντίστοιχη θεραπεία: ενέσεις ~. ~ κάτω από τα μάτια/στα μάγουλα/στο μέτωπο. Εξαφάνιση γραμμών συνοφρύωσης με ~. Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, λίφτινγκ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ, φίλερ. ● Υποκ.: μποτοξάκι (το) [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Botox, 1991 < Bot(ulinum) + tox(in) ‘βοτουλινική τοξίνη’, ιταλ. ~, 1993, γαλλ. ~, 1998] | |
| 32947 | μπότσια | μπό-τσι-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παραολυμπιακό άθλημα μεταξύ δύο ή περισσότερων αθλητών με εγκεφαλική παράλυση ή άλλη κινητική αναπηρία, που χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο, με στόχο να προωθήσουν τις δερμάτινες κόκκινες ή μπλε μπάλες όσο το δυνατόν πιο κοντά σε μια άσπρη μπάλα, που καλείται "jack": γήπεδο/τουρνουά ~. Παγκόσμιο Κύπελλο/πανελλήνιο πρωτάθλημα ~. Βλ. γκόλμπολ. [< ιταλ. boccia, γαλλ. ~, 1990] | |
| 32948 | μπουαζερί | μπου-α-ζε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: επένδυση με ξύλο των εσωτερικών επιφανειών ενός κτιρίου και κυρ. των τοίχων του. Πβ. ξυλεπένδυση. [< γαλλ. boiserie] | |
| 32949 | μπουάτ | μπου-άτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. (κυρ. παλαιότ.) μικρός και κλειστός χώρος νυχτερινής διασκέδασης με έντεχνη ζωντανή μουσική. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κουτί στον τοίχο με τα καλώδια ηλεκτρολογικής εγκατάστασης. [< 1: γαλλ. boîte de nuit 2: γαλλ. boîte] | |
| 32951 | μπουγάζι | μπου-γά-ζι ουσ. (ουδ.) & μπογάζι (λαϊκό) 1. ρεύμα αέρα που πνέει σε στενό. 2. πορθμός. Πβ. δίαυλος, κανάλι. 3. στενό ορεινό πέρασμα. [< μεσν. μπουγάζι] | |
| 32952 | μπουγαρίνι | μπου-γα-ρί-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φούλι. [< βεν. bugarin] | |
| 32953 | μπουγάτσα | μπου-γά-τσα ουσ. (θηλ.): πίτα από φύλλα κρούστας, συνήθ. πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη, με γέμιση κρέμα ή τυρί: αλμυρή/γλυκιά ~. ● Υποκ.: μπουγατσάκι (το) [< μεσν. πογάτσα < τουρκ. poğaça < ιταλ. focaccia] | |
| 32954 | μπουγατσάδικο | μπου-γα-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & μπουγατσατζίδικο (προφ.): κατάστημα ή εργαστήριο παρασκευής και πώλησης κυρ. μπουγάτσας ή/και άλλων προϊόντων ζύμης. Βλ. -άδικο. | |
| 32955 | μπουγέλο | μπου-γέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) μπουγέλωμα: Έπεσε/έφαγε ~. Παίζαμε ~ το καλοκαίρι/στο τέλος της σχολικής σεζόν. 2. (λαϊκό) κουβάς και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα υγρού που περιέχει: ένα ~ νερό. [< βενετ. bugiol] | |
| 32956 | μπουγέλωμα | μπου-γέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κατάβρεγμα κάποιου με νερό: Γλίτωσα το/έφαγα ~ (= μπουγέλο). Η σχολική χρονιά έκλεισε με το καθιερωμένο ~. Βλ. γιαούρτωμα, -ωμα1. | |
| 32957 | μπουγελώνω | μπου-γε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μπουγέλω-σα, -θηκα, -μένος} (λαϊκό): καταβρέχω κάποιον με νερό: Τους ~σαν με κουβάδες/με το λάστιχο. | |
| 32958 | μπουγιαμπέσα | μπου-για-μπέ-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα της γαλλικής κουζίνας με ψάρια ή και θαλασσινά γαρνιρισμένα με σαφράν, η οποία συνοδεύεται από σάλτσα σκόρδου και σερβίρεται χωριστά ο ζωμός και χωριστά τα ψάρια πάνω σε φέτες φρυγανισμένου ψωμιού. Βλ. κακαβιά. [< γαλλ. bouillabaisse] | |
| 32959 | μπούγιο | μπού-γιο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. πολύ μεγάλος όγκος: Τα έπιπλα έχουν ~. 2. πλήθος ατόμων, κοσμοσυρροή: Πού να σε βρω μέσα στο ~; Πβ. μπουλούκι. 3. αναστάτωση: Η δουλειά έγινε χωρίς ~ και φασαρία. ● ΦΡ.: για μπούγιο: για δημιουργία εντυπώσεων, για πλάκα ή για να φαίνεται μεγάλο ένα πλήθος: Μας είχαν καλέσει μόνο για παλαμάκια και ~ ~., κάνω μπούγιο: δίνω την εικόνα ότι υπάρχει μεγάλος όγκος ή αριθμός στοιχείων, προκαλώ υπερβολική εντύπωση: Φέρτε κόσμο στο πάρτι για να κάνουμε ~. [< βενετ. bogio, bojo ‘βρασμός, φούσκωμα’] | |
| 32960 | μπουγιουρντί | μπου-γιουρ-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.-προφ.) επίσημο έγγραφο Αρχής, συνήθ. με δυσάρεστο περιεχόμενο, ιδ. για λογαριασμό ή υποχρεωτική πληρωμή: ειδοποιητήριο-~. Μου ήρθε το ~ της εφορίας. Πβ. λυπητερή, ραβασάκι. Βλ. μπιλιέτο. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τυρί φέτα ψητή σε αλουμινόχαρτο με ντομάτα, πιπεριά και λάδι. 3. ΙΣΤ. γραπτή διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 4. (σπάν.-μτφ.) επίπληξη, κατηγορία. [< μεσν. μπουγιουρουλντί < τουρκ. buyurdι, buyuruldι] | |
| 32961 | μπουζί | μπου-ζί ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει σπινθήρα, ο οποίος προκαλεί την ανάφλεξη του μείγματος αέρα-καυσίμου: ~ ιριδίου/πλατίνας/πυράκτωσης. ΣΥΝ. αναφλεκτήρας, σπινθηριστής [< γαλλ. bougie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ