Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33620-33640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32958μπουγιαμπέσαμπου-για-μπέ-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα της γαλλικής κουζίνας με ψάρια ή και θαλασσινά γαρνιρισμένα με σαφράν, η οποία συνοδεύεται από σάλτσα σκόρδου και σερβίρεται χωριστά ο ζωμός και χωριστά τα ψάρια πάνω σε φέτες φρυγανισμένου ψωμιού. Βλ. κακαβιά. [< γαλλ. bouillabaisse]
32959μπούγιο

μπού-γιο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. πολύ μεγάλος όγκος: Τα έπιπλα έχουν ~. 2. πλήθος ατόμων, κοσμοσυρροή: Πού να σε βρω μέσα στο ~; Πβ. μπουλούκι. 3. αναστάτωση: Η δουλειά έγινε χωρίς ~ και φασαρία. ● ΦΡ.: για μπούγιο: για δημιουργία εντυπώσεων, για πλάκα ή για να φαίνεται μεγάλο ένα πλήθος: Μας είχαν καλέσει μόνο για παλαμάκια και ~ ~., κάνω μπούγιο: δίνω την εικόνα ότι υπάρχει μεγάλος όγκος ή αριθμός στοιχείων, προκαλώ υπερβολική εντύπωση: Φέρτε κόσμο στο πάρτι για να κάνουμε ~. [< βενετ. bogio, bojo ‘βρασμός, φούσκωμα’]

32960μπουγιουρντίμπου-γιουρ-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.-προφ.) επίσημο έγγραφο Αρχής, συνήθ. με δυσάρεστο περιεχόμενο, ιδ. για λογαριασμό ή υποχρεωτική πληρωμή: ειδοποιητήριο-~. Μου ήρθε το ~ της εφορίας. Πβ. λυπητερή, ραβασάκι. Βλ. μπιλιέτο. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τυρί φέτα ψητή σε αλουμινόχαρτο με ντομάτα, πιπεριά και λάδι. 3. ΙΣΤ. γραπτή διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 4. (σπάν.-μτφ.) επίπληξη, κατηγορία. [< μεσν. μπουγιουρουλντί < τουρκ. buyurdι, buyuruldι]
32961μπουζίμπου-ζί ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει σπινθήρα, ο οποίος προκαλεί την ανάφλεξη του μείγματος αέρα-καυσίμου: ~ ιριδίου/πλατίνας/πυράκτωσης. ΣΥΝ. αναφλεκτήρας, σπινθηριστής [< γαλλ. bougie]
32962μπούζιμπού-ζι επίθ. {άκλ.} (προφ.): κρύος, παγωμένος: Η θάλασσα/το νερό της πηγής ήταν (λίγο) ~. Δεν φόρεσα κάλτσες και τα πόδια μου είναι ~. [< τουρκ. buz]
32963μπούζιμπού-ζι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. χαμηλό φυτό (επιστ. ονομασ. Carbobrotus acinaciformis) με ταχεία ανάπτυξη, έρπουσα μορφή, μακρόστενα σαρκώδη φύλλα και έντονα μοβ, ροζ ή πορτοκαλί άνθη. Βλ. μεσημβριάνθεμο.
32964μπουζοκαλώδιομπου-ζο-κα-λώ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. καλώδιο που δίνει ρεύμα στο μπουζί από τον διανομέα: ~ σιλικόνης.
32965μπουζόκλειδομπου-ζό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. κλειδί κατάλληλο για να σφίγγει ή να χαλαρώνει το μπουζί: σπαστό ~ με λαβή.
32966μπουζόνιμπου-ζό-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακέφαλη βίδα, φυτευτός κοχλίας: ~ια κινητήρων/τροχών.
32967μπουζού[μπουζοῦ] μπου-ζού ουσ. (θηλ.) {συνήθ. άκλ., σπάν. γεν. -ούς} (αργκό): φυλακή: Τον έριξαν/έστειλαν/έχωσαν στην ~. Βλ. -ού4. ΣΥΝ. στενή, ψειρού
32968μπουζούκιμπου-ζού-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο με αχλαδόσχημο ηχείο από επιμήκεις ξύλινες λωρίδες και μακρύ βραχίονα με κλειδιά στην άκρη για κούρδισμα: τρίχορδο/τετράχορδο ~. Σόλο ~. Πβ. πανδούρα. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, νυκτός. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο που παίζει μπουζούκι (συνήθ. επαγγελματικά), μπουζουξής: Είναι το πρώτο ~ (: πολύ καλός). Βλ. οργανοπαίκτης. 3. (αργκό) χαζός, βλάκας: παιδί-~. ● Υποκ.: μπουζουκάκι (το) ● ΦΡ.: συνεννόηση μπουζούκι (αργκό): για κακή συνεννόηση ή αδυναμία επικοινωνίας. [< τουρκ. bozuk· πβ. αγγλ. bouzouki, 1939, γαλλ. ~, 1939, buzuki, 1972, ιταλ. b(o)uz(o)uki, 1967]
32969μπουζούκιαμπου-ζού-κια ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό) 1. κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με ζωντανή μουσική: Γλεντώ/διασκεδάζω/τραγουδώ/χορεύω (μέχρι πρωίας) στα ~. Πβ. πίστα. Βλ. ελλην-, σκυλ-άδικο, μαγαζί. ΣΥΝ. μπουζουξίδικο 2. (σπάν.) λαϊκή ορχήστρα.
32970μπουζουκλερίμπου-ζου-κλε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπουζουκερί (λαϊκό-χιουμορ.): μπουζουξίδικο. Βλ. -ερί.
32971μπουζουκομάγαζομπου-ζου-κο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συχνά μειωτ.): μπουζουξίδικο. Βλ. νυχτομάγαζο.
32972μπουζουκοτράγουδομπου-ζου-κο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μειωτ.): λαϊκό τραγούδι, συνήθ. κακής ποιότητας. Βλ. καψουροτράγουδο.
32973μπουζουξήςμπου-ζου-ξής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που παίζει επαγγελματικά μπουζούκι και κατ' επέκτ. τραγουδά στα μπουζούκια. Βλ. σκυλάς.
32974μπουζουξίδικομπου-ζου-ξί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με λαϊκή ορχήστρα, μπουζούκια. Βλ. -ίδικο. ΣΥΝ. μπουζουκλερί, μπουζουκομάγαζο
32975μπουζουξούμπου-ζου-ξού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-κυρ. μειωτ.): τραγουδίστρια σε μπουζουξίδικο ή γυναίκα που ξενυχτά στα μπουζούκια. Βλ. -ού1.
32976μπουζουριάζωμπου-ζου-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {μπουζούρια-σα} (λαϊκό) 1. πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον και ιδ. τον κλείνω στη φυλακή: Τον ~σε η Αστυνομία. 2. (σπάν.) καταναλώνω πολύ φαγητό. Πβ. καταβροχθίζω, περιδρομιάζω.
32977μπουζούριασμαμπου-ζού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σύλληψη και φυλάκιση κάποιου: ~ των ταραξιών. ~ στο κρατητήριο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.