| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32962 | μπούζι | μπού-ζι επίθ. {άκλ.} (προφ.): κρύος, παγωμένος: Η θάλασσα/το νερό της πηγής ήταν (λίγο) ~. Δεν φόρεσα κάλτσες και τα πόδια μου είναι ~. [< τουρκ. buz] | |
| 32963 | μπούζι | μπού-ζι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. χαμηλό φυτό (επιστ. ονομασ. Carbobrotus acinaciformis) με ταχεία ανάπτυξη, έρπουσα μορφή, μακρόστενα σαρκώδη φύλλα και έντονα μοβ, ροζ ή πορτοκαλί άνθη. Βλ. μεσημβριάνθεμο. | |
| 32964 | μπουζοκαλώδιο | μπου-ζο-κα-λώ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. καλώδιο που δίνει ρεύμα στο μπουζί από τον διανομέα: ~ σιλικόνης. | |
| 32965 | μπουζόκλειδο | μπου-ζό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. κλειδί κατάλληλο για να σφίγγει ή να χαλαρώνει το μπουζί: σπαστό ~ με λαβή. | |
| 32966 | μπουζόνι | μπου-ζό-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακέφαλη βίδα, φυτευτός κοχλίας: ~ια κινητήρων/τροχών. | |
| 32967 | μπουζού | [μπουζοῦ] μπου-ζού ουσ. (θηλ.) {συνήθ. άκλ., σπάν. γεν. -ούς} (αργκό): φυλακή: Τον έριξαν/έστειλαν/έχωσαν στην ~. Βλ. -ού4. ΣΥΝ. στενή, ψειρού | |
| 32968 | μπουζούκι | μπου-ζού-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο με αχλαδόσχημο ηχείο από επιμήκεις ξύλινες λωρίδες και μακρύ βραχίονα με κλειδιά στην άκρη για κούρδισμα: τρίχορδο/τετράχορδο ~. Σόλο ~. Πβ. πανδούρα. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, νυκτός. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο που παίζει μπουζούκι (συνήθ. επαγγελματικά), μπουζουξής: Είναι το πρώτο ~ (: πολύ καλός). Βλ. οργανοπαίκτης. 3. (αργκό) χαζός, βλάκας: παιδί-~. ● Υποκ.: μπουζουκάκι (το) ● ΦΡ.: συνεννόηση μπουζούκι (αργκό): για κακή συνεννόηση ή αδυναμία επικοινωνίας. [< τουρκ. bozuk· πβ. αγγλ. bouzouki, 1939, γαλλ. ~, 1939, buzuki, 1972, ιταλ. b(o)uz(o)uki, 1967] | |
| 32969 | μπουζούκια | μπου-ζού-κια ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό) 1. κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με ζωντανή μουσική: Γλεντώ/διασκεδάζω/τραγουδώ/χορεύω (μέχρι πρωίας) στα ~. Πβ. πίστα. Βλ. ελλην-, σκυλ-άδικο, μαγαζί. ΣΥΝ. μπουζουξίδικο 2. (σπάν.) λαϊκή ορχήστρα. | |
| 32970 | μπουζουκλερί | μπου-ζου-κλε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπουζουκερί (λαϊκό-χιουμορ.): μπουζουξίδικο. Βλ. -ερί. | |
| 32971 | μπουζουκομάγαζο | μπου-ζου-κο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συχνά μειωτ.): μπουζουξίδικο. Βλ. νυχτομάγαζο. | |
| 32972 | μπουζουκοτράγουδο | μπου-ζου-κο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μειωτ.): λαϊκό τραγούδι, συνήθ. κακής ποιότητας. Βλ. καψουροτράγουδο. | |
| 32973 | μπουζουξής | μπου-ζου-ξής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που παίζει επαγγελματικά μπουζούκι και κατ' επέκτ. τραγουδά στα μπουζούκια. Βλ. σκυλάς. | |
| 32974 | μπουζουξίδικο | μπου-ζου-ξί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με λαϊκή ορχήστρα, μπουζούκια. Βλ. -ίδικο. ΣΥΝ. μπουζουκλερί, μπουζουκομάγαζο | |
| 32975 | μπουζουξού | μπου-ζου-ξού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-κυρ. μειωτ.): τραγουδίστρια σε μπουζουξίδικο ή γυναίκα που ξενυχτά στα μπουζούκια. Βλ. -ού1. | |
| 32976 | μπουζουριάζω | μπου-ζου-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {μπουζούρια-σα} (λαϊκό) 1. πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον και ιδ. τον κλείνω στη φυλακή: Τον ~σε η Αστυνομία. 2. (σπάν.) καταναλώνω πολύ φαγητό. Πβ. καταβροχθίζω, περιδρομιάζω. | |
| 32977 | μπουζούριασμα | μπου-ζού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σύλληψη και φυλάκιση κάποιου: ~ των ταραξιών. ~ στο κρατητήριο. | |
| 32978 | μπουκ | ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς, συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): μπουκμέικερ. [< αγγλ. book, 1900] | |
| 32979 | μπούκα | μπού-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. στόμιο, είσοδος: Η ~ του τουφεκιού. Η ~ του καζανιού/του καλαθιού.|| Στη(ν) ~ του λιμανιού. 2. (σπάν.) μπουκιά. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ή μακέτα θεατρικής σκηνής. 4. σήραγγα, υπόνομος. ● ΦΡ.: κάνω μπούκα (αργκό): κάνω έφοδο, μπουκάρω: Έκαναν ~ σε σπίτι για να κλέψουν., στη(ν) μπούκα (του κανονιού) (μτφ.): σε πολύ δυσμενή θέση: Βρίσκομαι/είμαι ~ ~. Βάζω/έχω κάποιον ~ ~. Πβ. (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο. [< μεσν. μπούκα] | |
| 32980 | μπουκαδόρος | μπου-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) κλέφτης που μπαίνει συνήθ. από μπαλκόνι ή παράθυρο, διαρρήκτης. Βλ. -αδόρος. 2. (αθλητική αργκό) παίκτης σε ομαδικό παιχνίδι μπάλας που έχει την ικανότητα να διασπά την άμυνα. | |
| 32981 | μπουκαδούρα | μπου-κα-δού-ρα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. άνεμος που φυσά από τη θάλασσα, ιδ. από την είσοδο κόλπου προς την ξηρά. [< βεν. sbocadura] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ