Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33640-33660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32978μπουκουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς, συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): μπουκμέικερ. [< αγγλ. book, 1900]
32979μπούκαμπού-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. στόμιο, είσοδος: Η ~ του τουφεκιού. Η ~ του καζανιού/του καλαθιού.|| Στη(ν) ~ του λιμανιού. 2. (σπάν.) μπουκιά. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ή μακέτα θεατρικής σκηνής. 4. σήραγγα, υπόνομος. ● ΦΡ.: κάνω μπούκα (αργκό): κάνω έφοδο, μπουκάρω: Έκαναν ~ σε σπίτι για να κλέψουν., στη(ν) μπούκα (του κανονιού) (μτφ.): σε πολύ δυσμενή θέση: Βρίσκομαι/είμαι ~ ~. Βάζω/έχω κάποιον ~ ~. Πβ. (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο. [< μεσν. μπούκα]
32980μπουκαδόροςμπου-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) κλέφτης που μπαίνει συνήθ. από μπαλκόνι ή παράθυρο, διαρρήκτης. Βλ. -αδόρος. 2. (αθλητική αργκό) παίκτης σε ομαδικό παιχνίδι μπάλας που έχει την ικανότητα να διασπά την άμυνα.
32981μπουκαδούραμπου-κα-δού-ρα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. άνεμος που φυσά από τη θάλασσα, ιδ. από την είσοδο κόλπου προς την ξηρά. [< βεν. sbocadura]
32982μπουκάλαμπου-κά-λα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη φιάλη: γυάλινη/εφεδρική ~. ~ αερίου/οξυγόνου/ουίσκι/τριών λίτρων/υγραερίου. Διπλές/υδραυλικές ~ες. Αυτόνομη κατάδυση με ~ες. Βούτηξε χωρίς ~ες στην πλάτη. Χρειάζονται δυο ~ες (με) αίμα για την εγχείρηση. Πβ. μποτίλια. Βλ. νταμιτζάνα.|| (προφ.) Τα πόδια της είναι σαν ~ες (: έχει μονοκόμματες γάμπες). 2. παιχνίδι που παίζεται με άδειο μπουκάλι. ● ΦΡ.: αφήνω κάποιον μπουκάλα (προφ.): τον εγκαταλείπω, χωρίς να ικανοποιήσω τις προσδοκίες του: Έφυγε και με άφησε ~., μένω μπουκάλα (μτφ.-προφ.): δεν ικανοποιούνται οι προσδοκίες μου· ειδικότ. με εγκαταλείπει ο ερωτικός μου σύντροφος, μένω μόνος: Έδωσαν σε άλλον τη θέση στην εταιρεία και εγώ έμεινα ~.|| Τον παράτησε και έχει μείνει ~. ΣΥΝ. μένω αμανάτι
32983μπουκάλιμπου-κά-λι ουσ. (ουδ.) {μπουκαλ-ιού}: κυλινδρικό συνήθ. δοχείο με στενό λαιμό για τοποθέτηση υγρών και συνεκδ. το περιεχόμενό του: άδειο/γεμάτο/γυάλινο/πλαστικό/σπασμένο ~. ~ δύο λίτρων. Ο πάτος/το στόμιο/ο φελλός του ~ιού. Ανοιχτήρι/θήκη ~ιών. Μήνυμα σε ~.|| Ένα ~ γάλα/κρασί/λάδι/μπίρα/νερού/οινόπνευμα/ουίσκι. Πβ. καράφα, μποτίλια, φιάλη. ● Υποκ.: μπουκαλάκι (το) ● ΦΡ.: τα ακριβά αρώματα μπαίνουν/τα βάζουν σε μικρά μπουκαλάκια/μπουκάλια: η ποιότητα δεν έχει να κάνει με το μέγεθος. Πβ. ουκ εν τω πολλώ το ευ. [< μεσν. μπουκάλι(ν) < βεν. bocal]
32984μπουκαμβίλιαβλ. βουκαμβίλια
32985μπουκαπόρταμπου-κα-πόρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. πόρτα πλοίου για την είσοδο-έξοδο των οχημάτων και τη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων: ~ οχηματαγωγού/φεριμπότ. 2. (παλαιότ.) καταπακτή. 3. (παλαιότ.) άνοιγμα στα πλευρά πολεμικού πλοίου για τις κάννες των κανονιών: ~ες πειρατικού. [< βεν. bocaporta]
32986μπουκάρισμαμπου-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπουκάρω: ~ των οπαδών της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο. Πβ. εισβολή. Βλ. -ισμα.
32987μπουκάρωμπου-κά-ρω ρ. (αμτβ.) {μπούκαρ-α κ. μπουκάρ-ισα, μπουκάρ-οντας} (λαϊκό): (μτφ.) εισβάλλω αιφνιδιαστικά και ορμητικά ή διά της βίας, κάνω έφοδο: ~αν στο γήπεδο/στο σπίτι και το άδειασαν. Η αστυνομία ~ε στο ύποπτο στέκι και έκανε συλλήψεις. Πβ. ορμώ. ΣΥΝ. κάνω μπούκα, ξεμπουκάρω ● μπουκάρει: (για υγρό) εισρέει ή (για πλοίο) εισπλέει ορμητικά από στενή δίοδο: Τα νερά ~αν στο υπόγειο.|| Το καράβι ~ε στο λιμάνι. [< μεσν. μπουκάρω < ιταλ. boccare]
32988μπουκέτομπου-κέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ανθοδέσμη: ευωδιαστό/νυφικό/πολύχρωμο ~. Ένα ~ τριαντάφυλλα. ~ εποχής στο βάζο.|| (κατ' επέκτ.) ~ μυρωδικών από μαϊντανό, φύλλο δάφνης και θυμάρι. Σαλάτα από ~ λαχανικών. 2. (αργκό) γροθιά: Έφαγε ένα ~. Τον άρχισε στα ~α. 3. (μτφ.) σύνολο προσώπων ή πραγμάτων που συνήθ. προκαλούν εντύπωση: ένα ~ όμορφα κορίτσια.|| ~ μπαλονιών. 4. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άρωμα παλαίωσης του κρασιού: ~ μπαχαρικών και ώριμων φρούτων. 5. ΤΗΛΕΟΡ. σύνολο τηλεοπτικών προγραμμάτων που αναμεταδίδονται από δορυφόρο: συνδρομητικά ~α. Ψηφιακό ~ τριών καναλιών. ● Υποκ.: μπουκετάκι (το) [< γαλλ. bouquet]
32989μπουκιάμπου-κιά ουσ. (θηλ.): ποσότητα στερεάς τροφής που μπορεί να χωρέσει στο στόμα: μεγάλη/μικρή ~. ~ιές κοτόπουλου (= κοτομπουκιές)/χοιρινού. Έκοψε το κρέας σε ~ιές (= μικρά ισομεγέθη κομμάτια). Μάσα καλά την κάθε ~.|| Να βάλω μια ~ στο στόμα μου (: να φάω κάτι), γιατί με έχει κόψει η λόρδα. Μου στάθηκε η ~ στον λαιμό (: κόντεψα να πνιγώ). Ούτε μια ~ δεν πάει κάτω (: δεν έχω καθόλου όρεξη). ● Υποκ.: μπουκίτσα (η): Κόβω τη ζύμη σε ~ες.|| (για γλύκισμα σε μικρά κομμάτια) Κουραμπιέδες/λουκούμια ~ες. ● ΦΡ.: δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου: δεν τρώω καθόλου: Από το πρωί δεν έχω βάλει ~ ~., με τη(ν) μπουκιά στο στόμα (προφ.) 1. για απότομη διακοπή της κατάποσης και γενικότ. μεγάλη βιασύνη: Σηκώθηκε από το τραπέζι κι έτρεχε ~ ~ να προλάβει το τρένο. 2. για κάτι ευχάριστο που ματαιώνεται τελευταία στιγμή: Έβαλε γκολ η αντίπαλη ομάδα δυο λεπτά πριν από τη λήξη και μείναμε ~ ~., μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις (παροιμ.): μη(ν) λες μεγάλα λόγια., μια μπουκιά (προφ.): για κάποιον ή κάτι πολύ μικρό: ~ ~ άνθρωπος (= μικροκαμωμένος).|| ~ ~ τόπος το νησί., μπουκιά και συχώριο (προφ.): για κάτι εξαιρετικά νόστιμο ή για κάποιον πολύ ωραίο: κοπέλες ~ ~! Πβ. να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου!, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου (μτφ.): αποσπώ κάτι από κάποιον που δικαιωματικά του ανήκει ή που ετοιμαζόταν να απολαύσει: Οι φιλοξενούμενοι ισοφάρισαν στο τελευταίο λεπτό, ~οντας ~ των γηπεδούχων., για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί βλ. ψωμί, κάνω μια χαψιά/μπουκιά βλ. χαψιά [< μεσν. μπουκιά]
32990μπούκλαμπού-κλα ουσ. (θηλ.): τούφα από σγουρά μαλλιά: ανάλαφρες/πλούσιες/φυσικές ~ες. Αφρός/ψαλίδι για ~ες. ΣΥΝ. βόστρυχος (1) ● Υποκ.: μπουκλάκι (το), μπουκλίτσα (η) [< μεσν. μπούκλα 'πόρπη', γαλλ. boucle]
32991μπουκλέμπου-κλέ επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. που έχει μπούκλες, σγουρός: Βάζω αφρό στα μαλλιά και τα κάνω ~. 2. που είναι φτιαγμένος από ύφασμα μπουκλέ: ~ παλτό/πουλόβερ/σακάκι. Πβ. φλοκωτός. ● Ουσ.: μπουκλέ (το): ύφασμα που αποτελείται από πολύ απαλές, στριφτές, ακανόνιστες ίνες, παρόμοιες με μπούκλες· συνεκδ. το αντίστοιχο ρούχο.
32992μπουκμέικερμπουκ-μέ-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & μπουκ (προφ.): πράκτορας στοιχημάτων. [< αγγλ. book-maker]
32993μπούκοβομπού-κο-βο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κόκκινο πιπέρι από τους σπόρους και τη σάρκα ειδικής ποικιλίας πιπεριάς: γλυκό/καυτερό ~. Βλ. καγιέν, πάπρικα, τσίλι. [< σερβικό τοπων. Bukovo]
32994μπούκωμαμπού-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): βούλωμα: ~ αντλίας/ηχείων/μηχανής. Πβ. φράξιμο.|| ~ στα αυτιά/στη μύτη (πβ. συνάχι). ΑΝΤ. ξεμπούκωμα (1) ● μπουκώματα (τα): πλύσεις στόματος: ~ με ούζο/χαμομήλι για τον πονόδοντο.
32995μπουκώνωμπου-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπούκω-σα, -θηκα, -μένος, μπουκών-οντας} (προφ.) 1. γεμίζω το στόμα συνήθ. με στερεά τροφή· κατ' επέκτ. προκαλώ ή παθαίνω κορεσμό, χορταίνω: Μην ~εις το παιδί με το ζόρι. ~θηκα με τα σοκολατάκια. Μη μιλάς ~μένος (: με ~μένο στόμα).|| (μτφ.) ~ουν τους αθλητές με χάπια/στα αναβολικά. ~σα, δεν θέλω άλλο γλυκό (πβ. λιγώνομαι, σκάω). Ο κόσμος είναι ~μένος και αηδιασμένος από την κατάσταση (πβ. απηυδισμένος). Πβ. μπουχτίζω, στουμπώνω. 2. φράζω, βουλώνω: ~σε το δίκτυο/η εξάτμιση/η μηχανή/η σόμπα (από καπνό). ~μένος: κινητήρας (από καυσαέριο).|| Ο ήχος του συγκροτήματος ήταν λίγο θολός και ~μένος (: δεν ακουγόταν καθαρά). ΑΝΤ. ξεμπουκώνω (1) 3. (μτφ.) δωροδοκώ, λαδώνω: Έχει ~σει πολλά στόματα για να μη μιλήσουν. ● Μτχ.: μπουκωμένος , η, ο: συναχωμένος: Είμαι λίγο ~.|| ~η: μύτη (= βουλωμένη από συνάχι). ~η: φωνή (: βραχνή). [< μεσν. (ε)μπουκώνω]
33007μπουλ-τεριέμπουλ τε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. πιτ μπουλ. [< αγγλ. bull-terrier]
32996μπουλβάρμπουλ-βάρ ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. κωμικό ή δραματικό ελαφρό θέατρο που αντλεί τα θέματά του από την αστική ζωή. Βλ. βοντβίλ. ΣΥΝ. βουλεβάρτο (2) [< γαλλ. boulevard]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.