| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33001 | μπουλντόζα | μπουλ-ντό-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με μεγάλους τροχούς και πλατιά λεπίδα στο μπροστινό μέρος, κατάλληλο για χωματουργικές εργασίες, όπως εκσκαφές, κατεδαφίσεις: ερπύστριες ~ας. Πβ. εκσκαφέας, προωθητής γαιών, φαγάνα. [< αμερικ. bulldozer, γαλλ. ~, 1927, ιταλ. ~, 1945] | |
| 33002 | μπουλντόζας | μπουλ-ντό-ζας ουσ. (αρσ.) & μπουλντόζα (η) (υβριστ.): πολύ παχύς άνθρωπος. | |
| 33003 | μπουλόνι | μπου-λό-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικός κυλινδρικός άξονας που έχει από τη μια μεριά κεφαλή σχετικά μεγάλης διαμέτρου και από την άλλη σπείρωμα, όπου βιδώνεται το παξιμάδι, και χρησιμεύει στη σύνδεση των μερών μιας κατασκευής: κεντρικό ~. ~ ασφαλείας/στερέωσης/σύσφιξης/τροχού. ~ από χάλυβα. ΣΥΝ. βλήτρο, πίρος (1) [< γαλλ. boulon] | |
| 33004 | μπουλούκι | μπου-λού-κι ουσ. (ουδ.) 1. ασύντακτο πλήθος ανθρώπων ή ζώων: ~ λαθρομεταναστών/οπαδών. Ένα ~ από μαθητές. Ακολουθεί το/κρύφτηκε μέσα στο ~. Έφευγαν ~ια ~ια από τη χώρα. Πβ. αγέλη, μπούγιο, στίφος, τσούρμο. 2. (παλαιότ.) θίασος που έκανε περιοδείες στην επαρχία: θεατρικά ~ια. [< τουρκ. bölük] | |
| 33005 | μπουλούκος | [μπουλοῦκος] μπου-λού-κος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπουλούκα} (οικ.-χαϊδευτ.): παχουλός, στρουμπουλός. [< τουρκ. bolluk] | |
| 33006 | μπουλουξής | μπου-λου-ξής ουσ. (αρσ.) & μπουλουκτσής (παλαιότ.) 1. αρχηγός σε μπουλούκι ή θεατρικό θίασο. 2. διοικητής άτακτου, μικρού στρατιωτικού σώματος. [< τουρκ. bölükcü] | |
| 33008 | μπουμ1 | επιφών.: για δυνατό ή απότομο κρότο. ● ΦΡ.: μπαμ μπουμ βλ. μπαμ [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. boum] | |
| 33009 | μπουμ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μτφ.): απότομη άνοδος στην οικονομική δραστηριότητα· γενικότ. σημαντική και ξαφνική αύξηση σε κάποιον τομέα, έκρηξη: επενδυτικό/χρηματιστηριακό ~. [< αγγλ. boom] | |
| 43993 | Μπουμα | 1 ρά-ντα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κεραία ή πανί του καταρτιού ιστιοφόρου πλοίου. Βλ. μπούμα. [< ιταλ. randa] | |
| 33010 | μπούμα | μπού-μα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. το τελευταίο πανί προς την πρύμνη ιστιοφόρου που έχει σχήμα τραπεζίου: τρεχαντήρι με ~ες. Βλ. λατίνι, ράντα, φλόκος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. βραχίονας σε μηχάνημα ή συσκευή· ειδικότ. μπροστινό τμήμα γερανού: σπαστή/τηλεσκοπική/υδραυλική ~. ~ αντλίας/εκσκαφέα/μικροφώνου.|| ~ ανύψωσης. [< ιταλ. boma] | |
| 33011 | μπούμαν | μπού-μαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας στον χώρο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης που χειρίζεται κινητή μπάρα με κάμερα ή μικρόφωνο: βοηθός ηχολήπτη-~. [< αγγλ. boom man] | |
| 33012 | μπούμερανγκ | μπού-με-ρανγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) εχθρική ενέργεια ή πράξη που στρέφεται τελικά εναντίον του δράστη: Η συνωμοσία αποδείχτηκε/έγινε/κατέληξε ~. (Η απόφαση αυτή) μπορεί να αποβεί/γυρίσει ~. 2. όπλο των ιθαγενών της Αυστραλίας που αποτελείται από ένα κομμάτι σκληρού καμπύλου ξύλου και μπορεί να επανέλθει στο αρχικό σημείο εκτόξευσης. [< αγγλ. boomerang] | |
| 33013 | μπουμπάρι | μπου-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΜΑΓΕΙΡ. παχύ έντερο και κυρ. φαγητό ψημένο στον φούρνο από γεμιστή κοιλιά ή γεμιστό έντερο με μπαχαρικά, ρύζι ή κιμά, συκώτι και κομματάκια κρέας. 2. (παλαιότ.) κυλινδρικό αξεσουάρ για την αύξηση του όγκου γυναικείας κόμμωσης. 3. (αργκό) σκόνη χασίς. [< τουρκ. bumbar] | |
| 33014 | μπουμπού | μπου-μπού ουσ. (θηλ.) (χαϊδευτ.): μικρό κορίτσι, συνήθ. παχουλό και ροδαλό: Μεγάλωσε η ~.|| (ως προσφών.) ~ μου, σε λατρεύω! Πβ. μπέμπα, μπουμπούκα. Βλ. -ού4. [< λ. νηπιακή] | |
| 33015 | μπουμπούκα | βλ. μπουμπούκος, μπουμπούκα | |
| 33016 | μπουμπούκι | μπου-μπού-κι ουσ. (ουδ.) 1. το λουλούδι στη φάση που έχει ολοκληρώσει τον σχηματισμό του, αλλά δεν έχει ανοίξει τελείως τα πέταλά του: κλειστό/τρυφερό ~. 2. ΒΟΤ. οφθαλμός φυτού που αρχίζει να αναπτύσσεται: Η αμυγδαλιά μας γέμισε/έβγαλε ~ια. ΣΥΝ. μάτι (7) 3. (μτφ.) νέα κοπέλα όμορφη και χαριτωμένη. 4. (μτφ.-ειρων.) κατεργάρης, πονηρός άνθρωπος. Βλ. κουμάσι, φρούτο. ΣΥΝ. λουλούδι (3) ● Υποκ.: μπουμπουκάκι (το) [< μεσν. μπουμπούκι] | |
| 33017 | μπουμπουκιάζει | μπου-μπου-κιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μπουμπούκια-σε, -σμένος} 1. (για φυτό) βγάζει μπουμπούκια: Η τριανταφυλλιά άρχισε να ~. ~σμένο: δέντρο. Πβ. ανθίζει. 2. (σπάν.-μτφ.) αναπτύσσεται, ξεπροβάλλει. | |
| 33018 | μπουμπούκος, μπουμπούκα | [μπουμποῦκος] μπου-μπού-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οικ.): μωρό παιδί ή ως χαϊδευτική προσφώνηση. Πβ. μπέμπα, μπέμπης, μπουμπού. [< λ. νηπιακή] | |
| 33019 | μπουμπούνας | μπου-μπού-νας ουσ. (αρσ.) (προφ.): χαζός, ανόητος, βλάκας: Είναι ~ στα πρακτικά θέματα. Βρε ~α, πάλι τα μπέρδεψες; ΣΥΝ. μπουμπουνοκέφαλος | |
| 33020 | μπουμπουνητό | μπου-μπου-νη-τό ουσ. (ουδ.) & μπουμπούνισμα (λαϊκό): δυνατός, έντονος και διαρκής κρότος που ακούγεται μετά την αστραπή ή τον κεραυνό και γενικότ. κάθε παρόμοιος ήχος: το ~ της καταιγίδας. Αστραπές και ~ά (πβ. αστραπόβροντο).|| Συνεχές ~ από βομβαρδισμούς. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. βροντή (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ