| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33017 | μπουμπουκιάζει | μπου-μπου-κιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μπουμπούκια-σε, -σμένος} 1. (για φυτό) βγάζει μπουμπούκια: Η τριανταφυλλιά άρχισε να ~. ~σμένο: δέντρο. Πβ. ανθίζει. 2. (σπάν.-μτφ.) αναπτύσσεται, ξεπροβάλλει. | |
| 33018 | μπουμπούκος, μπουμπούκα | [μπουμποῦκος] μπου-μπού-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οικ.): μωρό παιδί ή ως χαϊδευτική προσφώνηση. Πβ. μπέμπα, μπέμπης, μπουμπού. [< λ. νηπιακή] | |
| 33019 | μπουμπούνας | μπου-μπού-νας ουσ. (αρσ.) (προφ.): χαζός, ανόητος, βλάκας: Είναι ~ στα πρακτικά θέματα. Βρε ~α, πάλι τα μπέρδεψες; ΣΥΝ. μπουμπουνοκέφαλος | |
| 33020 | μπουμπουνητό | μπου-μπου-νη-τό ουσ. (ουδ.) & μπουμπούνισμα (λαϊκό): δυνατός, έντονος και διαρκής κρότος που ακούγεται μετά την αστραπή ή τον κεραυνό και γενικότ. κάθε παρόμοιος ήχος: το ~ της καταιγίδας. Αστραπές και ~ά (πβ. αστραπόβροντο).|| Συνεχές ~ από βομβαρδισμούς. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. βροντή (1) | |
| 33021 | μπουμπουνιέρα | βλ. μπομπονιέρα | |
| 33022 | μπουμπουνίζει | μπου-μπου-νί-ζει ρ. (μτβ.) {μπουμπούνι-σε} (λαϊκό) 1. βροντά: Αστράφτει/βρέχει και ~. 2. (κατ' επέκτ.) παράγει έντονο κρότο: ~ η σόμπα με τα καυσόξυλα. ● ΦΡ.: (τη) μπουμπουνίζω (σε κάποιον) (αργκό): χτυπώ, βαρώ: Φύγε, μη σου ~σω καμία. Του ~σε μια πιστολιά/του τη ~σε. ΣΥΝ. του την ανάβω, του/της την άστραψε, μπουμπούνα το (αργκό): προτροπή για δήλωση ή άμεση εκτέλεση μιας πράξης, που ενδεχομένως δεν είναι ευχάριστη: Άντε, ~ ~, ν' ακούσουμε τι έχεις να πεις. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 33023 | μπουμπουνοκέφαλος | , η, ο μπου-μπου-νο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.): μπουμπούνας. Βλ. -κέφαλος. ΣΥΝ. χοντροκέφαλος (2) | |
| 33024 | μπούμπουρας | : βλ. μπάμπουρας | |
| 33025 | μπουναμάς | βλ. μποναμάς | |
| 33026 | μπουνάτσα | μπου-νά-τσα ουσ. (θηλ.) & μπονάτσα 1. ΝΑΥΤ. θάλασσα σε κατάσταση απόλυτης γαλήνης και κατ' επέκτ. πολύ καλός καιρός χωρίς αέρα: Είχε ~. ΣΥΝ. απανεμιά, άπνοια2 (1), κάλμα, νηνεμία (1) ΑΝΤ. θαλασσοταραχή, τρικυμία (1), φουρτούνα 2. (μτφ.) ηρεμία: ~ στις τεταμένες σχέσεις των δύο πλευρών. [< μεσν. μπο(υ)νάτσα < βεν. bonazza] | |
| 33027 | μπουνιά | μπου-νιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με γροθιά: γερή/δυνατή ~. Του έδωσε/έριξε/έχωσε/τράβηξε μια ~. Έφαγε ~ στη μύτη/στο πρόσωπο. Μαυρισμένο μάτι από ~. Αντάλλαξαν ~ιές και κλοτσιές. Τον άρχισε στις ~ιές. Πάνω στον τσακωμό έπεσαν ~ιές. Βλ. αγκωνιά, καρπαζιά, κουτουλιά. ● ΦΡ.: παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες βλ. παίζω [< ιταλ. pugno, παλαιότ. pugna] | |
| 33028 | μπούνια | μπού-νια ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. ειδικές τρύπες, ανοίγματα στα πλάγια του καταστρώματος για να φεύγουν τα νερά. ● ΦΡ.: με τα μπούνια (λαϊκό): απόλυτα, πλήρως: Έπεσαν όλοι ~ ~ (: με τα μούτρα) στη δουλειά. Τον στηρίζουν ~ ~., μέχρι/ως τα μπούνια (λαϊκό): σε υπερβολικό βαθμό, στο έσχατο σημείο, πάρα πολύ: βουτηγμένος/βυθισμένος ~ ~ στα χρέη. [< ιταλ. bugna] | |
| 33029 | μπουνίδι | μπου-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): απανωτές μπουνιές και τσακωμός με μπουνιές: Τον άρχισε/πλάκωσε στα ~ια. Πβ. γρονθοκόπημα. Βλ. -ίδι. | |
| 33030 | μπουνταλάς | μπου-ντα-λάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπουνταλού} (λαϊκό) 1. χαζό, αργόστροφο ή/και αδέξιο άτομο. 2. παχύς, πλαδαρός ή και νωθρός άνθρωπος. [< τουρκ. budala] | |
| 33031 | μπουντουάρ | μπου-ντου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. έπιπλο κρεβατοκάμαρας με καθρέφτη, στο οποίο τοποθετούνται συνήθ. καλλυντικά, αρώματα και κοσμήματα. Πβ. τουαλέτα. 2. (κυρ. παλαιότ.) ιδιαίτερος χώρος καλλωπισμού και υποδοχής επισκεπτών, κυρ. για γυναίκες. [< γαλλ. boudoir] | |
| 33032 | μπουντρούμι | μπου-ντρού-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. σκοτεινό υπόγειο και γενικότ. χαμηλός, στενός και χωρίς αερισμό χώρος. 2. (ειδικότ.) φυλακή, κρατητήριο: Τον έκλεισαν/έριξαν στο ~. [< τουρκ. bodrum] | |
| 33057 | μπουρ-μπουρ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπούρου-μπούρου (προφ.): ακατάσχετη φλυαρία: Σταματήστε πια αυτό το ~ ~ όλη την ώρα. Πβ. μπίρι-μπίρι. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 33033 | μπούργκα | βλ. μπούρκα | |
| 33034 | μπουργκίνι | βλ. μπουρκίνι | |
| 33035 | μπούρδα | μπούρ-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανοησία, βλακεία: μεγάλη ~. Λέει ό,τι ~ του κατέβει. Κόψε τις ~ες! Οι δικαιολογίες του ήταν πέρα για πέρα ~ες. Πβ. χαζοκουβέντα.|| Το βιβλίο/η ταινία ήταν μια ~. ΣΥΝ. αρλούμπα, μπαρούφα, σαχλαμάρα ● ΦΡ.: μπούρδες! (προφ.): ως απάντηση σε κάτι με το οποίο διαφωνεί κάποιος ή το θεωρεί ανούσιο: -Λέει πως δεν ήσουν εκεί. -~! Μην τον πιστεύεις! [< γαλλ. bourde] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ