Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33700-33720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33036μπούρδαςμπούρ-δας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αυτός που λέει ή κάνει μπούρδες: Άντε, μωρέ, τον ~α, ποιος του δίνει σημασία!
33037μπουρδέλομπουρ-δέ-λο ουσ. (ουδ.) & μπορντέλο 1. (λαϊκό) οίκος ανοχής. ΣΥΝ. πορνείο, χαμαιτυπείο 2. (μτφ.-υβριστ.) ακαταστασία, αναστάτωση και γενικότ. έλλειψη οργάνωσης: Τα έκαναν ~ (= άνω κάτω, μπάχαλο). Γίναμε ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Ομάδα-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο. [< μεσν. μπουρδέλο < βεν. bordelo]
33038μπουρδελότσαρκαμπουρ-δε-λό-τσαρ-κα ουσ. (θηλ.) (αργκό): επίσκεψη συνήθ. νεανικής παρέας σε οίκους ανοχής: Βγήκαν/πήγαν ~. Βλ. μπαρότσαρκα.
33039μπουρδολογίαμπουρ-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανόητος λόγος χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο: ακατάσχετη/πολιτική ~. ~ες-αμπελοφιλοσοφίες. Πβ. μωρολογία. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. μπαρουφολογία
33040μπουρδούκλωμαμπουρ-δού-κλω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μπέρδεμα, μπλέξιμο. 2. (μτφ.) πρόχειρη, βιαστική ενέργεια, πασάλειμμα.
33041μπουρδουκλώνωμπουρ-δου-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {μπουρδούκλω-σα, μπουρδουκλώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, μπουρδουκλών-οντας} & μπερδουκλώνω (προφ.) 1. μπερδεύω, περιπλέκω, δυσκολεύω κάτι: Αντί να ξεδιαλύνει την κατάσταση, την ~σε κι άλλο. Πβ. ανακατεύω. Βλ. άνω-κάτω. 2. (μτφ.) κάνω κάτι με προχειρότητα και απροσεξία. Πβ. πασαλείβω. ● Παθ.: μπουρδουκλώνομαι: σκοντάφτω: Μεθυσμένος καθώς ήταν, ~θηκε και έχασε την ισορροπία του. ● ΦΡ.: τα μπουρδουκλώνω: δεν μιλώ ξεκάθαρα, καθιστώ σκόπιμα δυσνόητο τον λόγο μου: Τα έμπλεξε, τα ~σε, δεν κατάλαβα τελικά τι είπε. ΣΥΝ. μασάω τα λόγια μου/τα μασάω
33042μπουρέκιμπου-ρέ-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος πίτας από φύλλο ζύμης που συνήθ. τυλίγεται κυλινδρικά ή σε σχήμα σαλιγκαριού και έχει αλμυρή ή γλυκιά γέμιση: ~ γαλοπούλας με ρύζι. ~ια με κιμά. ● Υποκ.: μπουρεκάκι (το) [< μεσν. μπουρέκιον < τουρκ. börek]
33043μπουρζουαζίαμπουρ-ζου-α-ζί-α ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): κυρίαρχη κοινωνική τάξη σε καπιταλιστικό καθεστώς που έχει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής πλούτου· το σύνολο των αστών που ανήκουν σε αυτή την τάξη: εθνική/φιλελεύθερη ~. Βλ. εργατική τάξη. ΣΥΝ. αστική τάξη ΑΝΤ. προλεταριάτο [< γαλλ. bourgeoisie]
33044μπουρζουάςμπουρ-ζου-άς ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που ανήκει στην αστική τάξη, ιδ. στα κοινωνικά στρώματα με υψηλό εισόδημα. Πβ. (μεγαλο)αστός. Βλ. -άς. [< γαλλ. bourgeois]
33045μπουρίμπου-ρί ουσ. (ουδ.): σωλήνας για την απομάκρυνση του καπνού από θερμαντικό σώμα: ~ θερμάστρας πετρελαίου/καπνοδόχου/σόμπας. Βούλωσε το ~. Πβ. καπναγωγός. Βλ. αεραγωγός.|| (κατ' επέκτ.) ~ απορροφητήρα/εξάτμισης. [< τουρκ. boru]
33046μπουρίνιμπου-ρί-νι ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. καιρικό φαινόμενο μικρής διάρκειας που εκδηλώνεται σε μεγάλη ένταση με αστραπόβροντα, βροχή και αέρα: καλοκαιρινό/ξαφνικό/φθινοπωρινό ~. Έπιασε/ήρθε/ξέσπασε ~. Πβ. θύελλα.μπουρίνια (τα) (μτφ.-προφ.): απότομος και μεγάλος θυμός, νεύρα: Έχει τα/τον έπιασαν τα ~ του. [< βεν. borin]
33047μπουρινιασμένος, η, ο μπου-ρι-νια-σμέ-νος επίθ. (προφ.): θυμωμένος, οργισμένος: Μπούκαρε ~ στο γραφείο κι έβαλε τις φωνές.
33048μπουρίτομπου-ρί-το ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. στον πληθ. -ς}: ΜΑΓΕΙΡ. μεξικάνικο φαγητό που αποτελείται από τυλιχτή, μαλακή πίτα (τορτίγια) με γέμιση: ~ με κιμά/λαχανικά/φασόλια. Βλ. φαχίτας. [< αμερικ. burrito ‘γαϊδουράκι’, 1934, γαλλ. ~, 1987]
33049μπούρκαμπούρ-κα ουσ. (θηλ.) & μπούργκα: ένδυμα των μουσουλμάνων γυναικών, κυρ. του Ιράν και του Αφγανιστάν, το οποίο καλύπτει όλο το σώμα και το κεφάλι, εκτός από τα μάτια. Βλ. νικάμπ, τσαντόρ, φερετζές. [< αγγλ. burka, burqa, γαλλ. ~, 1993]
58680μπουρκίνιμπουρ-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπουργκίνι: μαγιό για μουσουλμάνες που καλύπτει ολόκληρο το σώμα, εκτός από τα χέρια και τα πόδια. [< αυστραλιανή εμπορ. ονομασ. burkini, 2003 < bur(ka) + (bi)kini, γαλλ. ~, 2007]
33050μπουρλέσκμπουρ-λέσκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπουρλέσκο 1. ΘΕΑΤΡ. είδος βοντβίλ με χορό, τραγούδι, μιμήσεις, χιουμοριστικές σκηνές, σεξουαλικά υπονοούμενα και συχνά στριπτίζ. 2. ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό ή δραματικό είδος που χαρακτηρίζεται από γελοιοποίηση σοβαρών και ηρωικών θεμάτων ή προσώπων με τρόπο παράλογο και υπερβολικό: (κ. ως επίθ.) ~ κωμωδία. Βλ. γκροτέσκο, παρωδία, φάρσα. [< γαλλ. burlesque]
33051μπουρλοτιέρηςμπουρ-λο-τιέ-ρης ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. πυρπολητής. Βλ. -ιέρης. 2. (μτφ.) αυτός που προκαλεί αναστάτωση, ξεσηκώνει ή ενθαρρύνει: ~ των ψυχών.
33052μπουρλότομπουρ-λό-το ουσ. (ουδ.) 1. πυρπόληση, φωτιά και μτφ. πρόκληση μεγάλου εκνευρισμού, αναστάτωσης: Βάλανε ~ στο αμάξι.|| ~ στις εργασιακές σχέσεις. Με τις δηλώσεις του έβαλε ~ στη συνεδρίαση. 2. (παρωχ.) πυρπολικό (πλοίο). ● ΦΡ.: γίνομαι μπουρλότο (προφ.) 1. (μτφ.) εξοργίζομαι: Έγινα ~ με αυτά που είδα/με τη συμπεριφορά του. Πβ. πυρ και μανία. 2. καίγομαι ολοσχερώς: Το αυτοκίνητο έγινε ~., κάνω μπουρλότο 1. (κάποιον) (μτφ.) τον εξοργίζω: Οι ερωτήσεις του δημοσιογράφου τον έκαναν ~. Πβ. κάνω κάποιον βαπόρι. 2. (κάτι) καίω ολοσχερώς: Η έλλειψη πυρασφάλειας έκανε ~ τη βιοτεχνία πλαστικών. Πβ. κάνω κάτι στάχτη. [< βεν. burloto]
33053μπούρμπερημπούρ-μπε-ρη ουσ. (θηλ.) & πούλβερη: μόνο στη ● ΦΡ.: στάχτη και μπούρμπερη/μπούλμπερη/πούλβερη (να γίνουν όλα!) (προφ.-επιτατ., συχνά ως κατάρα): για πυρκαγιά και γενικότ. μεγάλη καταστροφή. [< μεσν. πούλβερη]
33054μπουρμπουάρβλ. πουρμπουάρ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.