Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33720-33740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33055μπούρμπουλαςμπούρ-μπου-λας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μπάμπουρας. [< λ. ηχομιμητ.]
33056μπουρμπουλήθραμπουρ-μπου-λή-θρα ουσ. (θηλ.): μικρός σφαιρικός σχηματισμός από ποσότητα αέρα μέσα σε υγρό στοιχείο, κυρ. στην επιφάνειά του: ~ες της σαμπάνιας. Τα ψάρια βγάζουν ~ες μέσα στο νερό. ΣΥΝ. φυσαλίδα (1) ● μπουρμπουλήθρες (οι) (μτφ.): λόγια ανούσια και αβάσιμα, ανοησίες, αερολογίες: φανφάρες και ~. Πβ. αρλούμπα, μπούρδα, σαπουνόφουσκες, σαχλαμάρα. [< λ. ηχομιμητ.]
33058μπουρνέλαμπουρ-νέ-λα ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.) 1. δαμάσκηνο. 2. κορόμηλο. [< ιταλ. brunella]
33059μπουρνούζιμπουρ-νού-ζι ουσ. (ουδ.): βαμβακερή ρόμπα από απορροφητικό υλικό, συνήθ. για μετά το μπάνιο: ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~. ~ με κουκούλα. ● Υποκ.: μπουρνουζάκι (το) [< τουρκ. burnuz]
33060μπουρούμπου-ρού ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-παρωχ.) σειρήνα: ~ εργοστασίου/καραβιού. Βλ. -ού4. 2. μεγάλο κοχύλι (επιστ. ονομασ. Charonia tritonis) με βαθιά εσοχή που βγάζει ισχυρό χαρακτηριστικό ήχο, όταν φυσήξει κάποιος μέσα από την τρύπα στην κόχη του. [< τουρκ. boru]
33061μπούρου μπούρουβλ. μπουρ-μπουρ
33062μπουρούχαμπου-ρού-χα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό-μειωτ.) 1. παλιά μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. 2. (μτφ.) γυναίκα εύσωμη και άσχημη. Πβ. μπάζο.
33063μπούρτζιμπούρ-τζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παρωχ.): φρούριο σε νησίδα ή ακτή που προστάτευε την είσοδο του λιμανιού. [< τουρκ. burc]
33064μπουρτζόβλαχοςμπουρ-τζό-βλα-χος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άξεστος, απολίτιστος άντρας. Πβ. αγροίκος. [< μπούρτζ(ι) -ο- + βλάχος]
33065μπούσελμπού-σελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης ξηρών προϊόντων, κυρ. δημητριακών, στις Η.Π.Α. (= 35, 2 λίτρα) και ξηρών ή υγρών προϊόντων στη Μεγάλη Βρετανία (= 36,4 λίτρα). Βλ. γαλόνι, μόδι. [< αγγλ. bushel]
33066μπούσουλας

μπού-σου-λας ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) γενικό πρότυπο που καθοδηγεί, κατευθύνει, οδηγός: Δίνω/χρειάζομαι έναν ~α. Δουλεύω με βάση έναν ~α. Με ~α το περσινό πλάνο. Έχουν έναν ~α και τον ακολουθούν κατά γράμμα. Πβ. ρετσέτα, τυφλοσούρτης. 2. ΝΑΥΤ. ναυτική πυξίδα. ● ΦΡ.: χάνω τον μπούσουλα: αποπροσανατολίζομαι και κατ' επέκτ. περιέρχομαι σε σύγχυση: Επικρατεί αλαλούμ και έχουμε χάσει τελείως ~. [< μεσν. μπούσουλας < ιταλ. bussola < μεσν. λατ. buxida(m), buxula < μτγν. πυξίς]

33067μπουσούλημαμπου-σού-λη-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) μπουσούλισμα: η ενέργεια του μπουσουλώ: το ~ του μωρού.
33068μπουσουλώ[μπουσουλῶ] μπου-σου-λώ ρ. (αμτβ.) {μπουσουλ-άς ..., -ώντας | μπουσούλ-ησε} & μπουσουλάω & (σπάν.) μπουσουλίζω: (κυρ. για μωρό) στηρίζομαι στα χέρια -με τις παλάμες στο έδαφος- και στα πόδια μου, σέρνοντας τα γόνατα, για να κινηθώ, περπατώ στα τέσσερα. Πβ. αρκουδίζω.|| Μέθυσε και πήγε στο σπίτι του ~ώντας. [< αλβ. bishulla]
33069μπούστο[μποῦστο] μπού-στο ουσ. (ουδ.) & μπούστος (ο) 1. το μέρος του σώματος από τον λαιμό ως τη μέση. 2. (ειδικότ.) γυναικείο στέρνο και στήθος και ιδ. ρούχο που το καλύπτει: πλούσιο ~. Φόρεμα με ανοίγματα στο ~.|| Αβυσσαλέο/αποκαλυπτικό/εφαρμοστό/κοντό/προκλητικό/στενό ~. ~ με βαθύ ντεκολτέ. Κορμάκι με ενισχυμένο ~. Πβ. κορσάζ. 3. προτομή. || (κατ' επέκτ.) Ανδρικό/γυναικείο ~ ραπτικής. ● Υποκ.: μπουστάκι (το) [< ιταλ. busto]
33070μπουτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπουτάρισμα (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. εκκίνηση του λειτουργικού συστήματος ενός υπολογιστή: ~ από δισκέτα/το σιντί. [< αγγλ. boot, 1975]
33071μπουτάρωμπου-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπούταρε κ. μπουτάρισε} (προφ.): κάνω μπουτ. [< αγγλ. boot, 1980]
33072μπούτιμπού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. το μέρος του ποδιού από το γόνατο μέχρι την ένωσή του με τον κορμό: γυναικείο ~. ΣΥΝ. μηρός (1) 2. το αντίστοιχο τμήμα ζώου ή πουλιού και ιδ. το κρέας του: χοιρινό ~. ~ βοοειδών/πουλερικών. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσιο ~ σε λαδόκολλα. ● Υποκ.: μπουτάκι (το) ● Μεγεθ.: μπουτάρα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: μπλέξαμε/μπερδέψαμε τα μπούτια μας βλ. μπλέκω [< τουρκ. but]
27283Μπουτια

[κῶλος] κώ-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρωκτός· γλουτοί: Έπεσε με τον ~ο. Πβ. κωλομέρι, οπίσθια, πάτος, πισινός, ποπός.|| Μας γύρισε τον ~ο (: τα νώτα).|| (μτφ.) Σκίστηκε ο ~ του παντελονιού. (το πίσω ή κάτω μέρος) Ο ~ του αυτοκινήτου/του ποτηριού. ● Υποκ.: κωλαράκι & κωλάκι (το), κωλαράκος (ο) ● Μεγεθ.: κωλάρα (η) ● ΦΡ.: (όλο) μαγκιά, (όλο) κλανιά και κώλο/και ο κώλος κουβαρίστρα/φινιστρίνι (αργκό): για άντρα που παριστάνει τον δυνατό, τον τολμηρό, ενώ δεν είναι., γίνομαι κώλος (μτφ.-αργκό) 1. τσακώνομαι άσχημα με κάποιον: Έγινε ~ με τη γειτόνισσα. (απειλητ.) Πρόσεξε τι λες, γιατί θα γίνουμε ~! ΣΥΝ. γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) 2. για μεγάλη ακαταστασία: Η κουζίνα έγινε ~.|| Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου κι έγινα ~ (= μουσκίδι). Πβ. χάλι. 3. πίνω πάρα πολύ, μεθώ., έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο (παροιμ.): για κάποιον που νομίζει ότι απέκτησε αξία και γι' αυτό έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του., έχει κώλο (αργκό): έχει το θάρρος, τη θέληση ή τις ικανότητες: Ποιος ~ ~ να του πάει κόντρα;, καίγεται ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία, ανησυχία ή μεγάλη ανάγκη., κόβω τον κώλο (μτφ.-προφ.) 1. {συνήθ. στον μέλλ.} τιμωρώ αυστηρά: (κυρ. απειλητ.) Θα σου κόψω ~, αν συνεχίσεις. 2. (σπάν.) {μόνο στο α' πρόσ.} είμαι εντελώς σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι το έκανε αυτός. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κώλος και βρακί (μτφ.-οικ.): για να δηλωθεί ότι κάποιοι έχουν πολύ καλές, στενές σχέσεις μεταξύ τους., μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι (παροιμ.): για κάποιον ασήμαντο, ανάξιο που εκφέρει μια άποψη χωρίς ουσία., μου βγαίνει ο κώλος (μτφ.-προφ.): κουράζομαι υπερβολικά: Της βγαίνει ~ στη δουλειά. ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγήκε η μέση, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μου έπιασαν τον κώλο (μτφ.-προφ.): συνήθ. για υπερβολική χρέωση: Μας ~ ~ στον λογαριασμό. Πβ. κωλοπιάσιμο, με πιάνουν κότσο., που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω (μτφ.-προφ.): όσο και αν προσπαθήσεις, ό,τι και αν κάνεις: Δεν σου λέω, ~ ~!, στήνω κώλο (μτφ.-προφ.): εξευτελίζομαι, ταπεινώνομαι, υποχωρώ: Έστησε ~ για να πάρει τη δουλειά. ΣΥΝ. κατεβάζει τα βρακιά (του), στρώνω κώλο/πισινό & στρώνω τον κώλο/πισινό μου (μτφ.-οικ.): αφοσιώνομαι σε μια ασχολία, καταβάλλω επίμονη προσπάθεια: Στρώσε τον ~ σου (κάτω) να διαβάσεις., σφίγγουν οι κώλοι (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι δυσκολεύουν οι συνθήκες, προκύπτουν προβλήματα, η κατάσταση γίνεται πιεστική: Ήρθε ο νέος διευθυντής και έσφιξαν οι ~!, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του (προφ.): για κάποιον που επιδιώκει ή προκαλεί με τη συμπεριφορά του κάτι: ~ ~ σου, μου φαίνεται. Πβ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας. ΣΥΝ. τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του, του κώλου (προφ.): ασήμαντος, ανάξιος λόγου, κακής ποιότητας: συμβουλές ~ ~.|| Διοργάνωση ~ ~., του κώλου τα εννιάμερα (λαϊκό): βλακείες, ανοησίες., αγκάθια έχει ο κώλος σου; βλ. αγκάθι, αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, πήρε φωτιά ο κώλος του βλ. φωτιά, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους βλ. βρακί, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< μεσν. κώλος < αρχ. κῶλον]

33073μπουτίκμπου-τίκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μικρό κατάστημα με επώνυμα συνήθ. γυναικεία ρούχα και αξεσουάρ: ~ μόδας. Βλ. ατελιέ.|| (κατ' επέκτ.) ~ ποδοσφαιρικής ομάδας (: με προϊόντα που φέρουν το σήμα της).|| (καταχρ.) ~ κρεάτων/φρούτων. ● ΣΥΜΠΛ.: μπουτίκ ξενοδοχείο βλ. ξενοδοχείο [< γαλλ. boutique < αρχ. ἀποθήκη]
33074μπουτόνμπου-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. διακόπτης λειτουργίας σε ηλεκτρικές συσκευές, μηχανισμό ή κυκλώματα: απλό/ασύρματο ~. ~ αναγγελίας φωτιάς/κονσόλας/κουδουνιού/πίεσης/συναγερμού. ~ για το άνοιγµα πόρτας. ~-κλειδί. Πάτησε το ~ κινδύνου. Πβ. κομβίο, κουμπί. ● ΣΥΜΠΛ.: μπουτόν πανικού βλ. πανικός [< γαλλ. bouton]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.