Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33740-33760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33075μπουτονιέραμπου-το-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. κουμπότρυπα ή μικρό άνοιγμα στο πέτο σακακιού. 2. αξεσουάρ ή λουλούδι που τοποθετείται συνήθ. σε σακάκι ή στο πάνω μέρος γυναικείου ενδύματος: ~ γαμπρού. 3. ΤΕΧΝΟΛ. τμήμα μηχανισμού συνήθ. σε κουδούνι εξωτερικής πόρτας, που έχει ανοίγματα για μπουτόν: διπλή/επίτοιχη ~. ~ εισόδου πολυκατοικίας/θυροτηλεφώνου. ~ με κάμερα/πέντε πλήκτρα. ~ σε κυκλώματα ελέγχου. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. bottoniera]
33076μπούφαμπού-φα: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: όπερα μπούφα βλ. όπερα
33077μπουφάνμπου-φάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό πανωφόρι που κλείνει μπροστά, συνήθ. με φερμουάρ ή κουμπιά: αδιάβροχο/αμάνικο/αντιανεμικό/δερμάτινο/ελαφρύ/πέτσινο/στρατιωτικό/τζιν/χοντρό ~. ~ διπλής όψεως/μοτοσικλέτας/παντός καιρού. ~ με (εσωθερμική) επένδυση/με κουκούλα. Γιλέκο/τζάκετ/φλις-~. ● Υποκ.: μπουφανάκι (το) [< γαλλ. bouffant]
33078μπουφέςμπου-φές ουσ. (αρσ.) 1. χαμηλό έπιπλο για την τοποθέτηση γυαλικών, ασημικών, διακοσμητικών ειδών και τραπεζομάντιλων: ξύλινος ~. ~ με καθρέφτη/ντουλάπια/συρτάρια. ~ από κρύσταλλο και λάκα. Πβ. σερβάντα. Βλ. κρυσταλλιέρα, σύνθετο. 2. τραπέζι με ποτά και φαγητά, έτοιμα για να σερβιριστεί κάποιος μόνος του και συνεκδ. το σύνολο των αγαθών που προσφέρονται: παιδικός/πλούσιος ~. ~ γλυκών/ορεκτικών. ~ ζεστών/κρύων πιάτων. ~ για γάμο/γιορτή. Γεύμα/δεξίωση/πάρτι με ~έ. Πρωινό-~. ~ με επιδόρπια και φρέσκα φρούτα. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα έχει ~έ/υπάρχει ~. 3. (σπάν.) κυλικείο, μπαρ: Το πλοίο διαθέτει ~έ-ρεστοράν. Στο φουαγιέ λειτουργεί ~. Βλ. -ές. ● Υποκ.: μπουφεδάκι (το) [< γαλλ. buffet]
33079μπουφετζήςμπου-φε-τζής ουσ. (αρσ.), μπουφετζού (η) (προφ.): υπάλληλος υπεύθυνος για τον μπουφέ: ~ καφέ-εστιατορίου. ~-σερβιτόρος.
33080μπούφλαμπού-φλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): σφαλιάρα, φάπα.
33081μπούφος[μποῦφος] μπού-φος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-υβριστ.) ανόητος, ηλίθιος. Πβ. ζώον, σκράπας, τούβλο. 2. ΟΡΝΙΘ. νυκτόβιο αρπακτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Bubo bubo) που ανήκει στην ίδια οικογένεια με την κουκουβάγια. ~ της ερήμου (B. ascalaphus). Βλ. γκιόνης, τιτώ. [< μεσν. μπούφος < μτγν. βοῦφος]
33082μπουχάραμπου-χά-ρα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (μετωνυμ.): είδος χειροποίητου χαλιού για το δάπεδο που προέρχεται κυρ. από το Ουζμπεκιστάν και τις γύρω περιοχές: κόκκινη/μεταξωτή ~. [< αγγλ. bukhara, 1913]
33083μπουχόςμπου-χός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πυκνό σύννεφο σκόνης. ΣΥΝ. κονιορτός (1), κουρνιαχτός (2) ● ΦΡ.: γίνομαι μπουχός (μτφ.): φεύγω τρέχοντας ή εξαφανίζομαι: Άρπαξε την τσάντα κι έγινε ~. [< σλαβ. puh]
33084μπουχτίζωμπου-χτί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπούχτι-σα, -σμένος} (προφ.) 1. χορταίνω σε υπερβολικό βαθμό, συνήθ. από το πολύ φαγητό: Έφαγε τόσα γλυκά που ~σε (= λιγώθηκε). ΣΥΝ. μπουκώνω (1), στουμπώνω (1) 2. (κυρ. μτφ.) φτάνω στα όρια μου, δεν αντέχω άλλο: ~σε από δικαιολογίες/λόγια/υποσχέσεις. ~σα (= βαρέθηκα, κουράστηκα) πια τα ψέματά σου! Έχω ~σει (= αγανακτήσει) με αυτά που ακούω. ~σα να τους βλέπω κάθε μέρα. ~σμένος και απηυδισμένος από τον φόρτο της δουλειάς. Πβ. μπαϊλντίζω, μπαφιάζω. [< τουρκ. bιkt(ι)]
33085μπούχτισμαμπού-χτι-σμα ουσ. (ουδ.): αίσθημα κορεσμού και αγανάκτησης: ~ και αηδία.
33086μποφόρμπο-φόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλίμακα μέτρησης της έντασης του ανέμου: Βαθμοί 0 (άπνοια)-12 (τυφώνας) και 13-17 για ανέμους με ταχύτητα άνω των 64 κόμβων. Θυελλώδεις νοτιάδες έως 10 ~.|| (προφ.-συνεκδ.) Έρχονται βροχές και ~ (= δυνατοί άνεμοι). [< αγγλ. Beaufort (scale), αγγλ. ανθρ. Fr. Beaufort]
33087μπόχαμπό-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολύ άσχημη έντονη μυρωδιά: αφόρητη ~. ~ από τα σκουπίδια/τους υπονόμους/τα φρεάτια. Αναδύεται/βγαίνει ~. ΣΥΝ. αποφορά (1), βρόμα (1), δυσοσμία (1), δυσωδία ΑΝΤ. ευωδιά, μοσχοβολιά
33088μπρα ντε φερουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπραντεφέρ 1. παιχνίδι με δύο αντιπάλους που κάθονται απέναντι, στηρίζουν τον αγκώνα του ενός χεριού τους πάνω σε ένα τραπέζι, ενώνουν τις παλάμες και βάζουν δύναμη, ώστε να λυγίσουν τον πήχυ του αντιπάλου μέχρι να ακουμπήσει στην επιφάνεια του τραπεζιού. ΣΥΝ. χειροπάλη. 2. (μτφ.) αγώνας δύναμης, επικράτησης έναντι του αντιπάλου: διπλωματικό ~. ~ κυβέρνησης-απεργών. [< γαλλ. bras de fer]
33089μπράβομπρά-βο επιφών. δηλωτικό 1. επαίνου, επιδοκιμασίας ή θαυμασμού: ~, παιδιά! Σωστή απάντηση, ~! ~ στα κορίτσια του βόλεϊ. ~ για το άρθρο σου. ~ του, τα κατάφερε. Πβ. εύγε, συγχαρητήρια. 2. αποδοκιμασίας, επίπληξης ή ειρωνείας: ~ για τη βλακεία σου! ~ σας, μας κάνατε ρεζίλι! Μωρέ ~ συμπεριφορά! ● Ουσ.: μπράβο (το): έπαινος, επιβράβευση: Της αξίζει ένα μεγάλο ~ για την προσπάθειά της. Ο ομιλητής δέχτηκε/πήρε πολλά ~ για την εισήγησή του. ● ΦΡ.: α! γεια σου/α! μπράβο βλ. α, έτσι μπράβο/έτσι ντε! βλ. έτσι [< ιταλ. bravo]
33090μπράβοςμπρά-βος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που προστατεύει κάποιον ή έναν χώρο ή που δρα για λογαριασμό αυτού που τον πληρώνει: πληρωμένος ~. ~ της νύχτας/νυχτερινών κέντρων. Οι ~οι του προέδρου. ~οι συμμοριών. Τον ακολουθούν οι ~οι του. Έβαλε τους ~ους του να χτυπήσουν τον ... Πβ. σωματοφύλακας, φουσκωτός. Βλ. σεκιουριτάς, νονός, τραμπούκος. [< μεσν. μπράβος < ιταλ. bravo]
33091ΜπράιγΜπρά-ιγ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα γραφής και ανάγνωσης με ανάγλυφα στοιχεία για όσους αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα όρασης. [< γαλλ. braille, 1927, γαλλ. ανθρ. L. Braille]
33092μπρακουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. κυνηγετικό σκυλί με κοντό τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά. Βλ. πόιντερ. [< γαλλ. braque < ιταλ. bracco]
33093μπράκετμπρά-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ορθογώνια κατασκευή, το ένα μέρος της οποίας καρφώνεται σε κάθετη επιφάνεια, κυρ. σε τοίχο, και το άλλο προεξέχει οριζόντια, στηρίζοντας ράφι ή άλλο βάρος: μεταλλικό/τριγωνικό ~. 2. ΤΥΠΟΓΡ. καθένα από τα σύμβολα [ ], < >, ( ) ή { }. [< αγγλ. bracket]
33094μπράντιμπρά-ντι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από την απόσταξη κρασιού ή πολτοποιημένων φρούτων ή καρπών που έχουν υποστεί ζύμωση. Βλ. κονιάκ. [< αγγλ. brandy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.