Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33760-33780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33095μπράουνιμπρά-ου-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΑΧΑΡ. μικρό τετράγωνο ή ορθογώνιο κομμάτι σοκολατένιου κέικ που περιέχει ψιλοκομμένα καρύδια: ~ με παγωτό/σαντιγί. Πβ. σοκολατόπιτα. Βλ. μάφιν. [< αγγλ. brownie]
33096μπρασελέμπρα-σε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-λαϊκό) μπρασελές (ο) 1. μεταλλικό λουράκι για ρολόι χεριού: ανοξείδωτο/ατσάλινο ~. 2. είδος βραχιολιού: ασημένιο/χρυσό ~. ~ με διαμάντια. [< γαλλ. bracelet]
33097μπράτιμοςμπρά-τι-μος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.) 1. στενός συγγενής ή φίλος του γαμπρού ή της νύφης που βοηθούσε στον παραδοσιακό γάμο. 2. επιστήθιος φίλος, αδελφοποιτός. Πβ. βλάμης. [< βουλγ. bratim(ya)]
33098μπρατσάκιαμπρα-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): μικρά φουσκωτά πλαστικά σωσίβια που φοριούνται στα δύο μπράτσα, συνήθ. από μικρά παιδιά τα οποία δεν έχουν μάθει ακόμα να κολυμπούν: μπάνιο με/χωρίς ~. Βλ. σαμπρέλα.
33099μπρατσαράςμπρα-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπρατσαρού} & μπρατσάς (μεγεθ.): μπρατσωμένος άνδρας: (κ. ως επίθ.) ~ σεκιουριτάς. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς.
33100μπρατσέραμπρα-τσέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βρατσέρα (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο μικρού εκτοπίσματος με δύο συνήθ. κατάρτια. [< βεν. brazzera]
33101μπράτσομπρά-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. το μέρος του χεριού από τον αγκώνα μέχρι τον ώμο και ο αντίστοιχος μυς: γερό/γυμνασμένο/στιβαρό ~. Πιεσόμετρο ~ου. Τον άρπαξε/κρατούσε σφιχτά από το ~. Τατουάζ χαραγμένο στο ~.|| Πιασμένοι ~ με ~ (= αγκαζέ). ΣΥΝ. βραχίονας (1) 2. (μτφ.) κάθε εξάρτημα ή αντικείμενο που έχει παρόμοια μορφή ή λειτουργία με το μπράτσο: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ καθίσματος/καρέκλας/πολυθρόνας/στήριξης. (παλαιότ.) ~ της κεφαλής πικάπ. Σούστα αέρος με συρόμενο ~.|| (σε μουσικό όργανο) Μακρύ ~. ~ βιολιού. ~ με δώδεκα τάστα. Hλεκτρική κιθάρα με κολλητό ~.μπράτσα (τα) (προφ.): μύες στα μπράτσα: Έχει ~. ● Υποκ.: μπρατσάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω μπράτσα (προφ.): δυναμώνω τους μυς στα μπράτσα: Έλιωνε στα γυμναστήρια να ~ει ~. [< μεσν. μπράτσο(ν) < βεν. brazzo]
33102μπρατσωμένος, η, ο μπρα-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει γυμνασμένους, δυνατούς και φουσκωμένους μυς στα μπράτσα: ~ος: παλαιστής/σωματοφύλακας. Πβ. μπρατσαράς, μυώδης, φουσκωτός.
33103μπράχμανβλ. βράχμαν
33104μπρεβλ. βρε, μωρέ
33105μπρέικμπρέ-ικ ουσ. (ουδ.) (προφ.): διάλειμμα: Να κάνουμε (ένα) ~. [< αγγλ. break]
33106μπρέικντανςμπρέ-ικ-ντανς ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} : είδος χορού με χαρακτηριστικές ακροβατικές κινήσεις σε μουσική ραπ, που περιλαμβάνει περιστροφή του σώματος στο έδαφος, γύρω από σταθερό σημείο. Βλ. χιπ χοπ. [< αμερικ. break dancing, 1982, γαλλ. breakdance, 1984]
33107μπρέκφαστμπρέ-κφαστ ουσ. (ουδ.): πρωινό. Βλ. αγγλικό πρωινό. [< αγγλ. breakfast, ιταλ. ~, 1844-46, γαλλ. ~, 1862]
33108μπρελόκμπρε-λόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατασκευή μικρού συνήθ. μεγέθους, για τοποθέτηση και μεταφορά κλειδιών: δερμάτινο/μαγνητικό/μεταλλικό/πλαστικό/ψηφιακό ~. ~ αυτοκινήτου. ~ με κρίκο. Αρκουδάκι/πορτοφόλι/στιλό/φακός-~. Βλ. κλειδοθήκη. ΣΥΝ. πορτ-κλε [< γαλλ. breloque]
33109μπρετέλαμπρε-τέ-λα ουσ. (θηλ.): λεπτή τιράντα, κυρ. σε γυναικείο εσώρουχο: ~ νυχτικού/σουτιέν. Ελαστικές ~ες. [< γαλλ. bretelle, ιταλ. bretella]
33110μπριουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό λευκό κρεμώδες τυρί από αγελαδινό γάλα με πολλά λιπαρά, που υποβάλλεται σε ωρίμανση με ανάπτυξη μυκήτων στην επιφάνειά του. Βλ. καμαμπέρ. [< γαλλ. (fromage de) brie]
33111μπριάμμπρι-άμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπριάμι: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό από διάφορα λαχανικά εποχής που ψήνεται στον φούρνο: ~ με κολοκυθάκια/μελιτζάνες/πατάτες/φέτα. Πβ. τουρλού. [< τουρκ. biryam]
33112μπριγιάνμπρι-γιάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) μπριγιάντι & μπριλάντι: διαμάντι που μετά από κατεργασία αποκτά πολυεδρικό σχήμα με πενήντα οκτώ ακμές: δαχτυλίδι/σταυρός με ~.|| (ως επίθ.) Κοπή ~. [< γαλλ. brillant]
33113μπριγιαντίνημπρι-για-ντί-νη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αρωματικό καλλυντικό με λιπαρή ή ελαιώδη υφή, κυρ. σε μορφή αλοιφής, για γυαλάδα ή στρώσιμο των μαλλιών. Βλ. -ίνη, τζελ. [< γαλλ. brillantine]
33114μπριγιόλμπρι-γιόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): μπριγιαντίνη σε ρευστή μορφή. Βλ. παραφίνη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.