| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33080 | μπούφλα | μπού-φλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): σφαλιάρα, φάπα. | |
| 33081 | μπούφος | [μποῦφος] μπού-φος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-υβριστ.) ανόητος, ηλίθιος. Πβ. ζώον, σκράπας, τούβλο. 2. ΟΡΝΙΘ. νυκτόβιο αρπακτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Bubo bubo) που ανήκει στην ίδια οικογένεια με την κουκουβάγια. ~ της ερήμου (B. ascalaphus). Βλ. γκιόνης, τιτώ. [< μεσν. μπούφος < μτγν. βοῦφος] | |
| 33082 | μπουχάρα | μπου-χά-ρα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (μετωνυμ.): είδος χειροποίητου χαλιού για το δάπεδο που προέρχεται κυρ. από το Ουζμπεκιστάν και τις γύρω περιοχές: κόκκινη/μεταξωτή ~. [< αγγλ. bukhara, 1913] | |
| 33083 | μπουχός | μπου-χός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πυκνό σύννεφο σκόνης. ΣΥΝ. κονιορτός (1), κουρνιαχτός (2) ● ΦΡ.: γίνομαι μπουχός (μτφ.): φεύγω τρέχοντας ή εξαφανίζομαι: Άρπαξε την τσάντα κι έγινε ~. [< σλαβ. puh] | |
| 33084 | μπουχτίζω | μπου-χτί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπούχτι-σα, -σμένος} (προφ.) 1. χορταίνω σε υπερβολικό βαθμό, συνήθ. από το πολύ φαγητό: Έφαγε τόσα γλυκά που ~σε (= λιγώθηκε). ΣΥΝ. μπουκώνω (1), στουμπώνω (1) 2. (κυρ. μτφ.) φτάνω στα όρια μου, δεν αντέχω άλλο: ~σε από δικαιολογίες/λόγια/υποσχέσεις. ~σα (= βαρέθηκα, κουράστηκα) πια τα ψέματά σου! Έχω ~σει (= αγανακτήσει) με αυτά που ακούω. ~σα να τους βλέπω κάθε μέρα. ~σμένος και απηυδισμένος από τον φόρτο της δουλειάς. Πβ. μπαϊλντίζω, μπαφιάζω. [< τουρκ. bιkt(ι)] | |
| 33085 | μπούχτισμα | μπού-χτι-σμα ουσ. (ουδ.): αίσθημα κορεσμού και αγανάκτησης: ~ και αηδία. | |
| 33086 | μποφόρ | μπο-φόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλίμακα μέτρησης της έντασης του ανέμου: Βαθμοί 0 (άπνοια)-12 (τυφώνας) και 13-17 για ανέμους με ταχύτητα άνω των 64 κόμβων. Θυελλώδεις νοτιάδες έως 10 ~.|| (προφ.-συνεκδ.) Έρχονται βροχές και ~ (= δυνατοί άνεμοι). [< αγγλ. Beaufort (scale), αγγλ. ανθρ. Fr. Beaufort] | |
| 33087 | μπόχα | μπό-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολύ άσχημη έντονη μυρωδιά: αφόρητη ~. ~ από τα σκουπίδια/τους υπονόμους/τα φρεάτια. Αναδύεται/βγαίνει ~. ΣΥΝ. αποφορά (1), βρόμα (1), δυσοσμία (1), δυσωδία ΑΝΤ. ευωδιά, μοσχοβολιά | |
| 33088 | μπρα ντε φερ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπραντεφέρ 1. παιχνίδι με δύο αντιπάλους που κάθονται απέναντι, στηρίζουν τον αγκώνα του ενός χεριού τους πάνω σε ένα τραπέζι, ενώνουν τις παλάμες και βάζουν δύναμη, ώστε να λυγίσουν τον πήχυ του αντιπάλου μέχρι να ακουμπήσει στην επιφάνεια του τραπεζιού. ΣΥΝ. χειροπάλη. 2. (μτφ.) αγώνας δύναμης, επικράτησης έναντι του αντιπάλου: διπλωματικό ~. ~ κυβέρνησης-απεργών. [< γαλλ. bras de fer] | |
| 33089 | μπράβο | μπρά-βο επιφών. δηλωτικό 1. επαίνου, επιδοκιμασίας ή θαυμασμού: ~, παιδιά! Σωστή απάντηση, ~! ~ στα κορίτσια του βόλεϊ. ~ για το άρθρο σου. ~ του, τα κατάφερε. Πβ. εύγε, συγχαρητήρια. 2. αποδοκιμασίας, επίπληξης ή ειρωνείας: ~ για τη βλακεία σου! ~ σας, μας κάνατε ρεζίλι! Μωρέ ~ συμπεριφορά! ● Ουσ.: μπράβο (το): έπαινος, επιβράβευση: Της αξίζει ένα μεγάλο ~ για την προσπάθειά της. Ο ομιλητής δέχτηκε/πήρε πολλά ~ για την εισήγησή του. ● ΦΡ.: α! γεια σου/α! μπράβο βλ. α, έτσι μπράβο/έτσι ντε! βλ. έτσι [< ιταλ. bravo] | |
| 33090 | μπράβος | μπρά-βος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που προστατεύει κάποιον ή έναν χώρο ή που δρα για λογαριασμό αυτού που τον πληρώνει: πληρωμένος ~. ~ της νύχτας/νυχτερινών κέντρων. Οι ~οι του προέδρου. ~οι συμμοριών. Τον ακολουθούν οι ~οι του. Έβαλε τους ~ους του να χτυπήσουν τον ... Πβ. σωματοφύλακας, φουσκωτός. Βλ. σεκιουριτάς, νονός, τραμπούκος. [< μεσν. μπράβος < ιταλ. bravo] | |
| 33091 | Μπράιγ | Μπρά-ιγ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα γραφής και ανάγνωσης με ανάγλυφα στοιχεία για όσους αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα όρασης. [< γαλλ. braille, 1927, γαλλ. ανθρ. L. Braille] | |
| 33092 | μπρακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. κυνηγετικό σκυλί με κοντό τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά. Βλ. πόιντερ. [< γαλλ. braque < ιταλ. bracco] | |
| 33093 | μπράκετ | μπρά-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ορθογώνια κατασκευή, το ένα μέρος της οποίας καρφώνεται σε κάθετη επιφάνεια, κυρ. σε τοίχο, και το άλλο προεξέχει οριζόντια, στηρίζοντας ράφι ή άλλο βάρος: μεταλλικό/τριγωνικό ~. 2. ΤΥΠΟΓΡ. καθένα από τα σύμβολα [ ], < >, ( ) ή { }. [< αγγλ. bracket] | |
| 33094 | μπράντι | μπρά-ντι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από την απόσταξη κρασιού ή πολτοποιημένων φρούτων ή καρπών που έχουν υποστεί ζύμωση. Βλ. κονιάκ. [< αγγλ. brandy] | |
| 33095 | μπράουνι | μπρά-ου-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΑΧΑΡ. μικρό τετράγωνο ή ορθογώνιο κομμάτι σοκολατένιου κέικ που περιέχει ψιλοκομμένα καρύδια: ~ με παγωτό/σαντιγί. Πβ. σοκολατόπιτα. Βλ. μάφιν. [< αγγλ. brownie] | |
| 33096 | μπρασελέ | μπρα-σε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-λαϊκό) μπρασελές (ο) 1. μεταλλικό λουράκι για ρολόι χεριού: ανοξείδωτο/ατσάλινο ~. 2. είδος βραχιολιού: ασημένιο/χρυσό ~. ~ με διαμάντια. [< γαλλ. bracelet] | |
| 33097 | μπράτιμος | μπρά-τι-μος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.) 1. στενός συγγενής ή φίλος του γαμπρού ή της νύφης που βοηθούσε στον παραδοσιακό γάμο. 2. επιστήθιος φίλος, αδελφοποιτός. Πβ. βλάμης. [< βουλγ. bratim(ya)] | |
| 33098 | μπρατσάκια | μπρα-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): μικρά φουσκωτά πλαστικά σωσίβια που φοριούνται στα δύο μπράτσα, συνήθ. από μικρά παιδιά τα οποία δεν έχουν μάθει ακόμα να κολυμπούν: μπάνιο με/χωρίς ~. Βλ. σαμπρέλα. | |
| 33099 | μπρατσαράς | μπρα-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπρατσαρού} & μπρατσάς (μεγεθ.): μπρατσωμένος άνδρας: (κ. ως επίθ.) ~ σεκιουριτάς. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ