| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33095 | μπράουνι | μπρά-ου-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΑΧΑΡ. μικρό τετράγωνο ή ορθογώνιο κομμάτι σοκολατένιου κέικ που περιέχει ψιλοκομμένα καρύδια: ~ με παγωτό/σαντιγί. Πβ. σοκολατόπιτα. Βλ. μάφιν. [< αγγλ. brownie] | |
| 33096 | μπρασελέ | μπρα-σε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-λαϊκό) μπρασελές (ο) 1. μεταλλικό λουράκι για ρολόι χεριού: ανοξείδωτο/ατσάλινο ~. 2. είδος βραχιολιού: ασημένιο/χρυσό ~. ~ με διαμάντια. [< γαλλ. bracelet] | |
| 33097 | μπράτιμος | μπρά-τι-μος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.) 1. στενός συγγενής ή φίλος του γαμπρού ή της νύφης που βοηθούσε στον παραδοσιακό γάμο. 2. επιστήθιος φίλος, αδελφοποιτός. Πβ. βλάμης. [< βουλγ. bratim(ya)] | |
| 33098 | μπρατσάκια | μπρα-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): μικρά φουσκωτά πλαστικά σωσίβια που φοριούνται στα δύο μπράτσα, συνήθ. από μικρά παιδιά τα οποία δεν έχουν μάθει ακόμα να κολυμπούν: μπάνιο με/χωρίς ~. Βλ. σαμπρέλα. | |
| 33099 | μπρατσαράς | μπρα-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπρατσαρού} & μπρατσάς (μεγεθ.): μπρατσωμένος άνδρας: (κ. ως επίθ.) ~ σεκιουριτάς. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς. | |
| 33100 | μπρατσέρα | μπρα-τσέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βρατσέρα (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο μικρού εκτοπίσματος με δύο συνήθ. κατάρτια. [< βεν. brazzera] | |
| 33101 | μπράτσο | μπρά-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. το μέρος του χεριού από τον αγκώνα μέχρι τον ώμο και ο αντίστοιχος μυς: γερό/γυμνασμένο/στιβαρό ~. Πιεσόμετρο ~ου. Τον άρπαξε/κρατούσε σφιχτά από το ~. Τατουάζ χαραγμένο στο ~.|| Πιασμένοι ~ με ~ (= αγκαζέ). ΣΥΝ. βραχίονας (1) 2. (μτφ.) κάθε εξάρτημα ή αντικείμενο που έχει παρόμοια μορφή ή λειτουργία με το μπράτσο: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ καθίσματος/καρέκλας/πολυθρόνας/στήριξης. (παλαιότ.) ~ της κεφαλής πικάπ. Σούστα αέρος με συρόμενο ~.|| (σε μουσικό όργανο) Μακρύ ~. ~ βιολιού. ~ με δώδεκα τάστα. Hλεκτρική κιθάρα με κολλητό ~. ● μπράτσα (τα) (προφ.): μύες στα μπράτσα: Έχει ~. ● Υποκ.: μπρατσάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω μπράτσα (προφ.): δυναμώνω τους μυς στα μπράτσα: Έλιωνε στα γυμναστήρια να ~ει ~. [< μεσν. μπράτσο(ν) < βεν. brazzo] | |
| 33102 | μπρατσωμένος | , η, ο μπρα-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει γυμνασμένους, δυνατούς και φουσκωμένους μυς στα μπράτσα: ~ος: παλαιστής/σωματοφύλακας. Πβ. μπρατσαράς, μυώδης, φουσκωτός. | |
| 33103 | μπράχμαν | βλ. βράχμαν | |
| 33104 | μπρε | βλ. βρε, μωρέ | |
| 33105 | μπρέικ | μπρέ-ικ ουσ. (ουδ.) (προφ.): διάλειμμα: Να κάνουμε (ένα) ~. [< αγγλ. break] | |
| 33106 | μπρέικντανς | μπρέ-ικ-ντανς ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} : είδος χορού με χαρακτηριστικές ακροβατικές κινήσεις σε μουσική ραπ, που περιλαμβάνει περιστροφή του σώματος στο έδαφος, γύρω από σταθερό σημείο. Βλ. χιπ χοπ. [< αμερικ. break dancing, 1982, γαλλ. breakdance, 1984] | |
| 33107 | μπρέκφαστ | μπρέ-κφαστ ουσ. (ουδ.): πρωινό. Βλ. αγγλικό πρωινό. [< αγγλ. breakfast, ιταλ. ~, 1844-46, γαλλ. ~, 1862] | |
| 33108 | μπρελόκ | μπρε-λόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατασκευή μικρού συνήθ. μεγέθους, για τοποθέτηση και μεταφορά κλειδιών: δερμάτινο/μαγνητικό/μεταλλικό/πλαστικό/ψηφιακό ~. ~ αυτοκινήτου. ~ με κρίκο. Αρκουδάκι/πορτοφόλι/στιλό/φακός-~. Βλ. κλειδοθήκη. ΣΥΝ. πορτ-κλε [< γαλλ. breloque] | |
| 33109 | μπρετέλα | μπρε-τέ-λα ουσ. (θηλ.): λεπτή τιράντα, κυρ. σε γυναικείο εσώρουχο: ~ νυχτικού/σουτιέν. Ελαστικές ~ες. [< γαλλ. bretelle, ιταλ. bretella] | |
| 33110 | μπρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό λευκό κρεμώδες τυρί από αγελαδινό γάλα με πολλά λιπαρά, που υποβάλλεται σε ωρίμανση με ανάπτυξη μυκήτων στην επιφάνειά του. Βλ. καμαμπέρ. [< γαλλ. (fromage de) brie] | |
| 33111 | μπριάμ | μπρι-άμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπριάμι: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό από διάφορα λαχανικά εποχής που ψήνεται στον φούρνο: ~ με κολοκυθάκια/μελιτζάνες/πατάτες/φέτα. Πβ. τουρλού. [< τουρκ. biryam] | |
| 33112 | μπριγιάν | μπρι-γιάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) μπριγιάντι & μπριλάντι: διαμάντι που μετά από κατεργασία αποκτά πολυεδρικό σχήμα με πενήντα οκτώ ακμές: δαχτυλίδι/σταυρός με ~.|| (ως επίθ.) Κοπή ~. [< γαλλ. brillant] | |
| 33113 | μπριγιαντίνη | μπρι-για-ντί-νη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αρωματικό καλλυντικό με λιπαρή ή ελαιώδη υφή, κυρ. σε μορφή αλοιφής, για γυαλάδα ή στρώσιμο των μαλλιών. Βλ. -ίνη, τζελ. [< γαλλ. brillantine] | |
| 33114 | μπριγιόλ | μπρι-γιόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): μπριγιαντίνη σε ρευστή μορφή. Βλ. παραφίνη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ