| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2421 | αλφαβητισμός | [ἀλφαβητισμός] αλ-φα-βη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. εγγραμματοσύνη ΑΝΤ. αναλφαβητισμός 1. η ικανότητα κάποιου να διαβάζει και να γράφει σε ικανοποιητικό βαθμό: ~ ενηλίκων. ΣΥΝ. γραμματισμός (2) 2. γραμματισμός: επιστημονικός/οπτικός (: η ικανότητα κατανόησης των εικόνων)/περιβαλλοντικός/ψηφιακός ~. ~ στις νέες τεχνολογίες. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. alphabétisation, 1913, αγγλ. alphabetization] | |
| 2422 | αλφάβητο | [ἀλφάβητο] αλ-φά-βη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου} & (λόγ.) αλφάβητος (η) 1. σταθερή σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γραπτά σύμβολα που αναπαριστούν τους φθόγγους μιας γλώσσας: το ελληνικό/λατινικό/ρωσικό/φοινικικό ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε σύστημα γραφής ή συμβόλων που χρησιμοποιείται στην επικοινωνία: μουσικό/συλλαβικό/συμφωνικό/φωνητικό ~. ~ αφής/τυφλών (πβ. Μπράιγ). ~ Μορς. Το ~ της σφηνοειδούς γραφής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δυαδικό ~. ~ μιας γλώσσας προγραμματισμού (: πεπερασµένο σύνολο διακριτών χαρακτήρων). 3. (μτφ.) βασικές αρχές και στοιχειώδεις γνώσεις: το ~ της ιατρικής/του κοινοτικού δικαίου/του προσκόπου/της τέχνης. Πβ. αλφαβήτα, αλφαβητάριο. ● ΣΥΜΠΛ.: δακτυλικό αλφάβητο: αναπαράσταση του αλφαβήτου με κινήσεις και καθορισμένα σχήματα των χεριών και των δακτύλων: ~ ~ των κωφών. Βλ. νοηματική γλώσσα., διεθνές φωνητικό αλφάβητο: σύστημα συμβόλων για τη φωνητική καταγραφή όλων των γλωσσών, το οποίο καταρτίζει και αναθεωρεί η Διεθνής Φωνητική Ένωση. [< αγγλ. International Phonetic Alphabet (IPA)] [< μεσν. αλφάβητον, αγγλ.-γαλλ. alphabet, γερμ. Alphabet] | |
| 2423 | αλφάδι | [ἀλφάδι] αλ-φά-δι ουσ. (ουδ.) {αλφαδιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τον έλεγχο της οριζοντιότητας ή καθετότητας ενός επιπέδου ή μιας ευθείας: μαγνητικό ~. Ηλεκτρονικό ~ με λέιζερ. ~ με φυσαλίδα. ~ αλουμινίου/μαραγκού. ~ αυτόματης ισοστάθμισης. Βλ. νήμα της στάθμης. ΣΥΝ. αεροστάθμη, στάθμη (4) 2. (μτφ., ως επίθ.) απόλυτα ευθύς, ίσιος: χωρίστρα ~. Ο δρόμος είναι ~.|| (αργκό) ~ ο τύπος (= ειλικρινής, ντόμπρος). (ως επίρρ.) Τα είπε όλα ~ (: στα ίσια). ● ΣΥΜΠΛ.: χέρι/πόδι αλφάδι & χέρι/πόδι-αλφάδι (προφ.-μτφ.): ΑΘΛ. (για μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή αντίστοιχα) που σουτάρει με μεγάλη ευστοχία και ακρίβεια: Έχει ~ ~. Με ~ ~ σκόραρε εναντίον της ... [< μεσν. αλφάδιον] | |
| 2424 | αλφαδιά | [ἀλφαδιά] αλ-φα-διά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ιδιότητα των αλφαδιασμένων επιφανειών, συνήθ. η οριζοντιότητά τους: Τα πλακάκια είναι/έρχονται ~ με τον τοίχο. 2. οριζόντια συνήθ. ή κάθετη ευθυγράμμιση των κορυφών ή των επιφανειών αντικειμένων: Προσέχουμε η ~ που θα δώσουμε να καλύπτει τα καλώδια. | |
| 2425 | αλφαδιάζω | [ἀλφαδιάζω] αλ-φα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {αλφάδια-σα, -στηκε, -σμένος} 1. προσδιορίζω ή ελέγχω, με τη χρήση συνήθ. αλφαδιού, την οριζόντια ή κατακόρυφη θέση μιας επιφάνειας ή γραμμής: ~ τα κουφώματα/ντουλάπια. Δεν ~σε σωστά και το πάτωμα έχει κλίση. Οι τοίχοι ~ονται µε τη βοήθεια γωνιόκρανων και µεταλλικών οδηγών. ~σμένο: δάπεδο. 2. (κατ' επέκτ.) φέρνω, έρχομαι στην ίδια ευθεία, στο ίδιο επίπεδο, ευθυγραμμίζω: Το κεφαλόσκαλο δεν ~ει με τα πλακάκια της βεράντας.|| ~σμένη χωρίστρα (= που δεν ξεφεύγει τρίχα). | |
| 2426 | αλφάδιασμα | [ἀλφάδιασμα] αλ-φά-δια-σμα ουσ. (ουδ.): προσδιορισμός ή/και έλεγχος της οριζοντιότητας ή καθετότητας μιας επιφάνειας: ακριβές ~. ~ των δαπέδων/του τοίχου. Πβ. οριζοντίωση. Βλ. ράμμα. ΣΥΝ. στάθμιση (4) | |
| 2427 | αλφαδολάστιχο | [ἀλφαδολάστιχο] αλ-φα-δο-λά-στι-χο ουσ. (ουδ.): ελαστικός σωλήνας με νερό για αλφάδιασμα. | |
| 2428 | αλφαμίτης | [ἀλφαμίτης] αλ-φα-μί-της ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό): στρατιώτης που φρουρεί την κεντρική πύλη στρατιωτικής μονάδας και φορά λευκό κράνος με τα αρχικά ΑΜ (Αστυνομία/Ασφάλεια Μονάδος)· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υπηρεσία. Βλ. -ίτης1. | |
| 2429 | αλφαριθμητικός | , ή, ό [ἀλφαριθμητικός] αλ-φα-ριθ-μη-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αλφανουμερικός: ΠΛΗΡΟΦ. που αποτελείται από γράμματα, αριθμούς, σημεία στίξης και ορισμένα ειδικά σύμβολα: ~ός: κώδικας. ~ό: πληκτρολόγιο. ~οί: χαρακτήρες. ~ά: αρχεία. (βλ. αλφαβητ-, αριθμητ-ικός). ● Ουσ.: αλφαριθμητικό (το): ο αλφαριθμητικός χαρακτήρας. Βλ. συμβολοσειρά. ● επίρρ.: αλφαριθμητικά [< αγγλ. alphanumeric, 1950, γαλλ. alphanumérique, 1960] | |
| 2430 | αλφάς | [ἀλφάς] αλ-φάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (στρατ. αργκό) 1. σπουδαστής στρατιωτικής σχολής που διανύει το πρώτο έτος σπουδών. Βλ. -άς, βητάς. 2. (κατ' επέκτ.) υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός κατά το πρώτο δίμηνο της εκπαίδευσής του για δόκιμος. Βλ. ΔΕΑ. | |
| 2431 | αλφικός | , ή, ό [ἀλφικός] αλ-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει αλφισμό ή αναφέρεται σε αυτόν. ● Ουσ.: αλφικός, αλφική (ο, η): άτομο που πάσχει από αλφισμό. ΣΥΝ. αλμπίνος | |
| 2432 | αλφισμός | [ἀλφισμός] αλ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. εκ γενετής ολική ή μερική έλλειψη της φυσιολογικής χρωστικής του σώματος (σε μαλλιά, δέρμα, οφθαλμούς) σε ανθρώπους και ορισμένα ζώα, λόγω διαταραχής στη σύνθεση της μελανίνης. Βλ. α-, δυσ-χρωμία, λευκοδερμία, -ισμός. ΣΥΝ. αλμπινισμός, λευκισμός [< γαλλ. albinisme] | |
| 2433 | αλχημεία | [ἀλχημεία] αλ-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πολύπλοκη, κυρ. ύποπτη, ανορθόδοξη ενέργεια ή μέθοδος για την επίτευξη ενός στόχου: ερωτικές/οικονομικές/πολιτικές/στατιστικές ~ες. Κατάφερε με διάφορες ~ες να αναρριχηθεί στην εξουσία. Πβ. κατεργαριά, κόλπο, μαγειρέματα, μηχανορραφίες, τέχνασμα, τρικ. 2. πρόγονος της χημείας, ως τον 17ο-18ο αι., κράμα από αντιλήψεις και πρακτικές μυστικιστικού κυρ. χαρακτήρα, με στόχο τη μεταστοιχείωση των ευτελών μετάλλων σε χρυσό και την εύρεση ενός ελιξιρίου νεότητας. Βλ. φιλοσοφική λίθος. [< γαλλ. alchimie] | |
| 2434 | αλχημικός | , ή, ό [ἀλχημικός] αλ-χη-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλχημεία ή τον αλχημιστή: ~ές: πρακτικές. ~ά: σύμβολα.|| (μτφ.) ~ές: μεθοδεύσεις. [< γαλλ. alchimique] | |
| 2435 | αλχημιστής | [ἀλχημιστής] αλ-χη-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αλχημίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με την αλχημεία: Άραβες ~ές. Οι ~ές του Μεσαίωνα.|| (μτφ.) Ο ~ των γεύσεων/της γραφής/των εικόνων. Πβ. μάγος. [< γαλλ. alchimiste] | |
| 2436 | αλχημιστικός | , ή, ό [ἀλχημιστικός] αλ-χη-μι-στι-κός επίθ.: αλχημικός. Βλ. -ιστικός1. [< γερμ. alchemistisch] | |
| 2437 | αλώβητος | , η, ο [ἀλώβητος] α-λώ-βη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, αλλοίωση, ηθική ή υλική φθορά: ~η: δημοτικότητα/ομορφιά/υπόληψη/φήμη. ~ο: κύρος. Κατάφερε να βγει ~ από τη δοκιμασία. Η περιοχή διατηρείται/παραμένει ~η (= αναλλοίωτη) από την επέλαση του τουρισμού. Πβ. ακέραιος, άθικτος, ανέπαφος, σώος. [< μτγν. ἀλώβητος] | |
| 2438 | αλώθηκε | βλ. αλώνω | |
| 2439 | Αλωνάρης | [Ἁλωνάρης] Α-λω-νά-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ο Ιούλιος μήνας. Πβ. Αλωνιστής. 2. (με πεζό α-σπάν.) αλωνιστής. [< μεσν. αλωνάρης] | |
| 2440 | αλώνι | [ἁλώνι] α-λώ-νι ουσ. (ουδ.) {αλων-ιού | -ιών} (παλαιότ.) 1. επίπεδος, κυκλικός χώρος για το αλώνισμα των δημητριακών ή για αποξήρανση και άπλωμα καρπών και συνεκδ. το ίδιο το αλώνισμα: παραδοσιακό/πέτρινο ~.|| Με τις ζέστες του Ιουλίου, άρχιζε και το ~. Βλ. ελαιοτριβείο. 2. (μτφ.-λογοτ.) οτιδήποτε έχει κυκλικό σχήμα: το ~ του ήλιου/φεγγαριού (= άλως). Πλάτωμα, στρογγυλό σαν ~. ● Υποκ.: αλωνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τα μαρμαρένια αλώνια: (από τον τόπο που πάλεψε ο Διγενής με τον Χάρο στα ακριτικά τραγούδια) για κάθε πεδίο κρίσιμης και σκληρής αναμέτρησης: μάχη στα ~ ~ των εκλογών. ● ΦΡ.: από τα αλώνια στα σαλόνια/από τα σαλόνια στα αλώνια (μτφ.): για μετάβαση σε καλύτερη/χειρότερη θέση ή κατάσταση: Η ομάδα βρέθηκε από τα αλώνια (του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος) στα σαλόνια της πρώτης κατηγορίας., σαν αλώνι: (για πράγμα ή χώρο) πολύ μεγάλο: γήπεδο/έκταση ~ ~., χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι βλ. χέζω [< μεσν. αλώνιν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ