| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2411 | άλυτος | , η, ο [ἄλυτος] ά-λυ-τος επίθ. ΑΝΤ. λυμένος 1. (μτφ.) που δεν υπάρχει ή δεν έχει βρεθεί ακόμα η λύση του: ~ος: γρίφος. ~η: άσκηση. ~ο: μυστήριο (πβ. ανεξιχνίαστος, αξεδιάλυτος, σκοτεινός). ~α: ερωτήματα/ζητήματα (πβ. εκκρεμής). Τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα παραμένουν ~α (= δεν έχουν ακόμα επιλυθεί). (για χρονίζοντα και δυσεπίλυτα θέματα) ~η εξίσωση ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης/η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. ΣΥΝ. ανεπίλυτος 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να λυθεί, δεμένος: ~ος: κόμπος. ~η: ζώνη. ~ο: σκοινί. ~α: κορδόνια/μαλλιά. ΑΝΤ. άδετος (1), λυτός [< αρχ. ἄλυτος 1: αγγλ. unsolved] | |
| 2412 | αλυτρωτικός | , ή, ό [ἀλυτρωτικός] α-λυ-τρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αλυτρωτισμό: ~ός: αγώνας/εθνικισμός. ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κίνημα. ~ές: βλέψεις. [< ιταλ. irredentistico, γαλλ. irrédentiste] | |
| 2413 | αλυτρωτισμός | [ἀλυτρωτισμός] α-λυ-τρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ιδεολογικοπολιτική κίνηση που αποβλέπει στην προσάρτηση εδαφών και πληθυσμών στο εθνικό κράτος στο οποίο και θεωρείται ότι ανήκουν: Ενέργειες που καλλιεργούν/τροφοδοτούν/υποδαυλίζουν τον ~ό. Βλ. εθνικ-, επεκτατ-ισμός, Μεγάλη Ιδέα. [< ιταλ. irredentismo, γαλλ. irrédentisme] | |
| 2414 | αλύτρωτος | , η, ο [ἀλύτρωτος] α-λύ-τρω-τος επίθ.: που βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία ή που δεν έχει λυτρωθεί: ~ος: λαός. ~η: πατρίδα. ~ο: έθνος. ~οι: αδελφοί (: για ομοεθνείς)/πληθυσμοί. ~ες: περιοχές. Πβ. σκλαβωμένος, υπόδουλος.|| (μτφ.) ~ος: πόνος. ~ο: πάθος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλύτρωτος ελληνισμός: ΙΣΤ. για τους Έλληνες που παρέμεναν εκτός των εδαφικών ορίων του πρώτου ελληνικού κράτους (1830): ο ~ ~ της Μακεδονίας και της Θράκης. [< μτγν. ἀλύτρωτος] | |
| 2415 | αλυχτά | [ἀλυχτᾷ] α-λυ-χτά ρ. (αμτβ.) {σπάν. αλύχτησε} & αλυχτάει (λαϊκό-λογοτ.): (για ζώο) γαβγίζει και κατ' επέκτ. ουρλιάζει: ~ η αλεπού/ο λύκος. Τα σκυλιά ~ούσαν όλη νύχτα/πριν από τον σεισμό. ΣΥΝ. υλακτεί [< μεσν. αλυχτώ] | |
| 2416 | αλύχτισμα | [ἀλύχτισμα ] α-λύ-χτι-σμα ουσ. (ουδ.) & αλύχτημα (λαϊκό-λογοτ.): γάβγισμα, ουρλιαχτό. Πβ. υλακή. | |
| 2417 | άλφα | [ἄλφα] άλ-φα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το πρώτο γράμμα και το πρώτο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου και όσων προήλθαν από αυτό (του λατινικού, του κυριλλικού): κεφαλαίο/μικρό/πεζό ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιτατικό ~ (: α-χανής). Στερητικό ~ (: α-όμματος, αν-όμοιος). Πβ. α.|| (ΙΑΤΡ.) Αναστολέας ~.|| (ΦΥΣ.) ~ διάσπαση/σωματίδιο. 2. (για κάποιον ή κάτι που δηλώνεται αόριστα) κάποιος: Κάνω μια ~ δουλειά σε έναν ~ χρόνο. 3. (μτφ.) (πάντα με το άρθρο "το") η αρχή, τα στοιχειώδη· το πρώτο μέρος, το πρώιμο στάδιο: Μαθήματα που αρχίζουν από το ~. Είμαστε ακόμη στο ~ (= στην αρχή). 4. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) ο πιο φωτεινός αστέρας ενός αστερισμού: Το ~ του Κενταύρου/του Σκορπιού. Το ~ του Μεγάλου Κυνός (= ο Σείριος). 5. για να δηλωθεί εξαιρετική ποιότητα (συνήθ. με επανάληψη): ξενοδοχείο/ποικιλία/προϊόν ~ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή άλφα & άλφα γραμμή: κόψιμο φούστας, φορέματος που φαρδαίνει στο κάτω μέρος: νυφικό σε ~ ~. Πβ. εβαζέ γραμμή., ακτινοβολία άλφα βλ. ακτινοβολία ● ΦΡ.: άλφα ή βήτα: για αόριστη αναφορά σε κάτι: για τον ~ ~ λόγο (: για κάποιον λόγο). Με τον ~ ~ τρόπο (: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο)., από το άλφα ως το ωμέγα: (μτφ.) από την αρχή ως το τέλος, χωρίς εξαίρεση: Έμαθα όλες τις λεπτομέρειες, ~ ~., δεν ξέρει/δεν έμαθε ούτε το άλφα: (μτφ.) για πρόσωπο τελείως αγράμματο., ο άλφα και ο βήτα (συνήθ. μειωτ.): ο ένας και ο άλλος: Δεν με ενδιαφέρει τι πιστεύει ~ ~., το άλφα και το ωμέγα (μτφ.) (ΚΔ): το σημαντικότερο ή σπουδαιότερο στοιχείο, η αρχή και το τέλος: Η οργανωμένη εκπαίδευση είναι ~ ~ (= το παν) για την πρόοδο μιας κοινωνίας. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph] | |
| 2418 | αλφαβήτα | [ἀλφαβήτα] αλ-φα-βή-τα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. αλφάβητο: τα γράμματα της ~ας. Λέω/μαθαίνω την ~. 2. (κατ' επέκτ.) βασικές, πρωταρχικές, στοιχειώδεις γνώσεις: η ~ της ζωγραφικής/της ζωής/του σινεμά. Πβ. αλφαβητάριο, αλφάβητο. [< μεσν. αλφαβήτα] | |
| 2419 | αλφαβητάριο | [ἀλφαβητάριο] αλ-φα-βη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αλφαβηταρί-ου | -ων} & (προφ.) αλφαβητάρι 1. βιβλίο για τη διδασκαλία ή εκμάθηση των γραμμάτων του αλφαβήτου, του συλλαβισμού και της ανάγνωσης: εικονογραφημένα ~α. Βλ. αναγνωστικό. 2. (κατ΄επέκτ.) στοιχειώδεις γνώσεις και συνεκδ. έντυπο με βασικές πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα: το ~ της γεύσης/των ελληνικών κρασιών/της μουσικής. Πβ. αλφαβήτα, αλφάβητο.|| Ηλεκτρονικό ~. [< μεσν. αλφαβητάριον] | |
| 2420 | αλφαβητικός | , ή, ό [ἀλφαβητικός] αλ-φα-βη-τι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή είναι ταξινομημένος σύμφωνα με τη σειρά των γραμμάτων του αλφαβήτου: ~ός: κατάλογος/κώδικας/πίνακας. ~ή: αναζήτηση/κατάσταση ονομάτων/κατάταξη. ~ό: ευρετήριο. 2. που σχετίζεται ή εκφράζεται μέσω ενός συστήματος γραφής που χρησιμοποιεί αλφάβητο: ~ή: γλώσσα/(ΜΟΥΣ.) σημειογραφία (: για την απόδοση φθόγγων και κλειδιών). ~ές: επιγραφές. Ιδεογραφικές/προαλφαβητικές/συλλαβικές και ~ές γραφές. ● επίρρ.: αλφαβητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αλφαβητική σειρά: η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γράμματα του αλφαβήτου: αντίστροφη ~ ~. Βάζω τις λέξεις σε ~ ~. Η βιβλιογραφία παρατίθεται κατά/με ~ ~., αλφαβητικοί χαρακτήρες: ΠΛΗΡΟΦ. οι κάθε είδους χαρακτήρες εκτός από ψηφία: Στα σύμβολα περιλαμβάνονται όλοι οι μη ~ ~. Αριθμητικοί και ~ ~. Βλ. αλφαριθμητικός. [< γαλλ. alphabétique, αγγλ. alphabetic(al)] | |
| 2421 | αλφαβητισμός | [ἀλφαβητισμός] αλ-φα-βη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. εγγραμματοσύνη ΑΝΤ. αναλφαβητισμός 1. η ικανότητα κάποιου να διαβάζει και να γράφει σε ικανοποιητικό βαθμό: ~ ενηλίκων. ΣΥΝ. γραμματισμός (2) 2. γραμματισμός: επιστημονικός/οπτικός (: η ικανότητα κατανόησης των εικόνων)/περιβαλλοντικός/ψηφιακός ~. ~ στις νέες τεχνολογίες. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. alphabétisation, 1913, αγγλ. alphabetization] | |
| 2422 | αλφάβητο | [ἀλφάβητο] αλ-φά-βη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου} & (λόγ.) αλφάβητος (η) 1. σταθερή σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γραπτά σύμβολα που αναπαριστούν τους φθόγγους μιας γλώσσας: το ελληνικό/λατινικό/ρωσικό/φοινικικό ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε σύστημα γραφής ή συμβόλων που χρησιμοποιείται στην επικοινωνία: μουσικό/συλλαβικό/συμφωνικό/φωνητικό ~. ~ αφής/τυφλών (πβ. Μπράιγ). ~ Μορς. Το ~ της σφηνοειδούς γραφής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δυαδικό ~. ~ μιας γλώσσας προγραμματισμού (: πεπερασµένο σύνολο διακριτών χαρακτήρων). 3. (μτφ.) βασικές αρχές και στοιχειώδεις γνώσεις: το ~ της ιατρικής/του κοινοτικού δικαίου/του προσκόπου/της τέχνης. Πβ. αλφαβήτα, αλφαβητάριο. ● ΣΥΜΠΛ.: δακτυλικό αλφάβητο: αναπαράσταση του αλφαβήτου με κινήσεις και καθορισμένα σχήματα των χεριών και των δακτύλων: ~ ~ των κωφών. Βλ. νοηματική γλώσσα., διεθνές φωνητικό αλφάβητο: σύστημα συμβόλων για τη φωνητική καταγραφή όλων των γλωσσών, το οποίο καταρτίζει και αναθεωρεί η Διεθνής Φωνητική Ένωση. [< αγγλ. International Phonetic Alphabet (IPA)] [< μεσν. αλφάβητον, αγγλ.-γαλλ. alphabet, γερμ. Alphabet] | |
| 2423 | αλφάδι | [ἀλφάδι] αλ-φά-δι ουσ. (ουδ.) {αλφαδιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τον έλεγχο της οριζοντιότητας ή καθετότητας ενός επιπέδου ή μιας ευθείας: μαγνητικό ~. Ηλεκτρονικό ~ με λέιζερ. ~ με φυσαλίδα. ~ αλουμινίου/μαραγκού. ~ αυτόματης ισοστάθμισης. Βλ. νήμα της στάθμης. ΣΥΝ. αεροστάθμη, στάθμη (4) 2. (μτφ., ως επίθ.) απόλυτα ευθύς, ίσιος: χωρίστρα ~. Ο δρόμος είναι ~.|| (αργκό) ~ ο τύπος (= ειλικρινής, ντόμπρος). (ως επίρρ.) Τα είπε όλα ~ (: στα ίσια). ● ΣΥΜΠΛ.: χέρι/πόδι αλφάδι & χέρι/πόδι-αλφάδι (προφ.-μτφ.): ΑΘΛ. (για μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή αντίστοιχα) που σουτάρει με μεγάλη ευστοχία και ακρίβεια: Έχει ~ ~. Με ~ ~ σκόραρε εναντίον της ... [< μεσν. αλφάδιον] | |
| 2424 | αλφαδιά | [ἀλφαδιά] αλ-φα-διά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ιδιότητα των αλφαδιασμένων επιφανειών, συνήθ. η οριζοντιότητά τους: Τα πλακάκια είναι/έρχονται ~ με τον τοίχο. 2. οριζόντια συνήθ. ή κάθετη ευθυγράμμιση των κορυφών ή των επιφανειών αντικειμένων: Προσέχουμε η ~ που θα δώσουμε να καλύπτει τα καλώδια. | |
| 2425 | αλφαδιάζω | [ἀλφαδιάζω] αλ-φα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {αλφάδια-σα, -στηκε, -σμένος} 1. προσδιορίζω ή ελέγχω, με τη χρήση συνήθ. αλφαδιού, την οριζόντια ή κατακόρυφη θέση μιας επιφάνειας ή γραμμής: ~ τα κουφώματα/ντουλάπια. Δεν ~σε σωστά και το πάτωμα έχει κλίση. Οι τοίχοι ~ονται µε τη βοήθεια γωνιόκρανων και µεταλλικών οδηγών. ~σμένο: δάπεδο. 2. (κατ' επέκτ.) φέρνω, έρχομαι στην ίδια ευθεία, στο ίδιο επίπεδο, ευθυγραμμίζω: Το κεφαλόσκαλο δεν ~ει με τα πλακάκια της βεράντας.|| ~σμένη χωρίστρα (= που δεν ξεφεύγει τρίχα). | |
| 2426 | αλφάδιασμα | [ἀλφάδιασμα] αλ-φά-δια-σμα ουσ. (ουδ.): προσδιορισμός ή/και έλεγχος της οριζοντιότητας ή καθετότητας μιας επιφάνειας: ακριβές ~. ~ των δαπέδων/του τοίχου. Πβ. οριζοντίωση. Βλ. ράμμα. ΣΥΝ. στάθμιση (4) | |
| 2427 | αλφαδολάστιχο | [ἀλφαδολάστιχο] αλ-φα-δο-λά-στι-χο ουσ. (ουδ.): ελαστικός σωλήνας με νερό για αλφάδιασμα. | |
| 2428 | αλφαμίτης | [ἀλφαμίτης] αλ-φα-μί-της ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό): στρατιώτης που φρουρεί την κεντρική πύλη στρατιωτικής μονάδας και φορά λευκό κράνος με τα αρχικά ΑΜ (Αστυνομία/Ασφάλεια Μονάδος)· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υπηρεσία. Βλ. -ίτης1. | |
| 2429 | αλφαριθμητικός | , ή, ό [ἀλφαριθμητικός] αλ-φα-ριθ-μη-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αλφανουμερικός: ΠΛΗΡΟΦ. που αποτελείται από γράμματα, αριθμούς, σημεία στίξης και ορισμένα ειδικά σύμβολα: ~ός: κώδικας. ~ό: πληκτρολόγιο. ~οί: χαρακτήρες. ~ά: αρχεία. (βλ. αλφαβητ-, αριθμητ-ικός). ● Ουσ.: αλφαριθμητικό (το): ο αλφαριθμητικός χαρακτήρας. Βλ. συμβολοσειρά. ● επίρρ.: αλφαριθμητικά [< αγγλ. alphanumeric, 1950, γαλλ. alphanumérique, 1960] | |
| 2430 | αλφάς | [ἀλφάς] αλ-φάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (στρατ. αργκό) 1. σπουδαστής στρατιωτικής σχολής που διανύει το πρώτο έτος σπουδών. Βλ. -άς, βητάς. 2. (κατ' επέκτ.) υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός κατά το πρώτο δίμηνο της εκπαίδευσής του για δόκιμος. Βλ. ΔΕΑ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ