| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33120 | μπριζώνω | μπρι-ζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπρίζω-σα, μπριζώ-σει, -θηκα, -μένος} (νεαν. αργκό): εμπνέω σε κάποιον ενθουσιασμό για κάτι, κινητοποιώ, ιντριγκάρω: Με έχει ~σει να πάρω καινούργιο αμάξι (πβ. παρακινώ, παροτρύνω, προτρέπω). ● Παθ.: μπριζώνομαι 1. καταπιάνομαι με κάτι με όρεξη και ενθουσιασμό: Μπήκα στο ίντερνετ και ~θηκα κανονικά (πβ. κολλώ). ~θήκαμε με το σνόουμπορντ. 2. βρίσκομαι σε κατάσταση νευρικής υπερέντασης ή εκνευρισμού: Έχω ~θεί άσχημα (= είμαι στην πρίζα). Είναι πάντα ~μένος και νευρικός (πβ. αγχωμένος, ανήσυχος, νευριασμένος, τσιτωμένος). [< 1: αγγλ. wire-in 2: αγγλ. wired (up), 1982] [< αγγλ. wire, 1986] | |
| 33121 | μπρικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κόκκινο χαβιάρι από αβγά σολομού: εκλεκτό ~. ~ για γαρνιτούρα. Καναπεδάκια με ~. 2. κεραμιδί χρώμα. [< 1: γαλλ. brick, περ. 1960, 2: γαλλ. brique] | |
| 33122 | μπρικέτα | μπρι-κέ-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μπριγκέτα: καύσιμο σε στερεή μορφή πλίνθου μετά από βιομηχανική επεξεργασία: ~ κάρβουνου. ~ από άνθρακα/τύρφη. Κεραμικές ~ες. Βλ. -έτα, πυρηνόξυλο. [< γαλλ. briquette] | |
| 33123 | μπρίκι1 | μπρί-κι ουσ. (ουδ.): μικρό μεταλλικό σκεύος με λαβή για βράσιμο νερού ή γενικότ. παρασκευή ροφημάτων: ανοξείδωτο/μπακιρένιο ~. ~ υγραερίου. Kαφές ελληνικός στο ~. ● ΦΡ.: μπρίκια κολλάμε (τώρα); (προφ.): για να δηλώσει κάποιος με σιγουριά ότι γνωρίζει καλά το θέμα που συζητιέται ή ότι μπορεί να κάνει κάτι με επιτυχία: Αλίμονο τώρα, τι νομίζεις, ~ ~ (: κάτι ξέρουμε και μεις); ΣΥΝ. τζιτζίκια πεταλώνουμε; [< τουρκ. ibrik] | |
| 33124 | μπρίκι2 | μπρί-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. μεγάλο ιστιοφόρο πλοίο με δύο κατάρτια, τετράγωνα πανιά και μια μεγάλη μπούμα στην πρύμνη. [< γαλλ. brick] | |
| 33125 | μπριλάντι | βλ. μπριγιάν | |
| 33126 | μπρίο | μπρί-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ζωντάνια, ενεργητικότητα, χάρη και κέφι, κυρ. στην καλλιτεχνική έκφραση κάποιου: ερμηνεύτρια με ζεστή φωνή και ~. Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία. [< ιταλ. brio] | |
| 33127 | μπριόζος | , α, ο μπρι-ό-ζος επίθ. & μπριόζικος, η, ο (προφ.): ζωηρός, εκφραστικός, κεφάτος: ~ος: παρουσιαστής. ~α: σκηνική παρουσία. Βλ. -όζος. [< ιταλ. brioso] | |
| 33128 | μπριός | μπρι-ός ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτοσκεύασμα γαλλικού τύπου σε στρογγυλό σχήμα με ελαφρώς γλυκιά ή αλμυρή γεύση από ειδική ζύμη: ~ με ζαμπόν/τυρί. ~ σοκολάτας.|| (ως επίθ.) Ψωμάκια ~. [< γαλλ. brioche] | |
| 33129 | μπρισίμι | μπρι-σί-μι ουσ. (ουδ.) & μπιρσίμι (παρωχ.): μεταξένια κλωστή. [< τουρκ. ibrişim] | |
| 33130 | μπριστόλ | μπρι-στόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λευκό και λείο πολυτελές χαρτί: χαρτόνι ~. [< γαλλ. bristol < αγγλ. bristol board/paper, από την ομώνυμη πόλη] | |
| 33131 | μπριτζ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πνευματικό παιχνίδι που παίζεται με μια τράπουλα πενήντα δύο φύλλων και δύο ζευγάρια παικτών: αγωνιστικό ~. Αίθουσα/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. [< αγγλ. bridge, γαλλ. ~] | |
| 33132 | μπριτζόλα | βλ. μπριζόλα | |
| 33133 | μπρίφινγκ | μπρί-φινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύντομη και περιεκτική ενημέρωση από επίσημο φορέα προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σχετικά με τα κύρια θέματα της επικαιρότητας: εβδομαδιαίο/καθημερινό ~. ~ του κυβερνητικού εκπροσώπου. [< αγγλ. briefing, 1904, γαλλ. ~, 1951] | |
| 33134 | μπροκάρ | μπρο-κάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος υφάσματος από μετάξι, μαλλί, βαμβάκι ή με μικτές ίνες, που φέρει ανάγλυφα σχέδια: μπερζέρα ντυμένη με ~. Επένδυση/κουρτίνες από ~.|| (ως επίθ.) Φόρεμα ~. Βλ. κρετόν. [< γαλλ. brocart] | |
| 33135 | μπρόκερ | μπρό-κερ ουσ. (αρσ.): διαμεσολαβητής σε διαπραγματεύσεις, στη σύναψη οικονομικών κυρ. συμφωνιών. [< αγγλ. broker] | |
| 33136 | μπρόκολο | μπρό-κο-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λαχανικό παρόμοιο με το κουνουπίδι, που έχει πρασινωπό ή μοβ χρώμα και τρώγεται βραστό σαν σαλάτα, μαγειρεμένο ή ωμό: φρέσκο ~. ~ ογκρατέν. Σουφλέ/σπαγγέτι με ~. [< ιταλ. broccolo] | |
| 33137 | μπρονζέ | μπρον-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το σκούρο χρυσό χρώμα του μπρούντζου: ~ κουρτινόξυλο/χερούλι.|| (ως ουσ.) Μεταλλικό ~. ΣΥΝ. μπρούντζινος (2) [< γαλλ. bronzé] | |
| 33138 | μπρος | βλ. εμπρός | |
| 33139 | μπροσούρα | μπρο-σού-ρα ουσ. (θηλ.): σύντομο φυλλάδιο με διαφημιστικό, ενημερωτικό ή πολιτικό περιεχόμενο: έγχρωμη ~. ~ εταιρείας/ξενοδοχείου/προϊόντων. Επαναστατικές ~ες. Αφίσες-~ες.|| Ηλεκτρονική ~. Πβ. προσπέκτους. [< ιταλ. brossura] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ