Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33800-33820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33135μπρόκερμπρό-κερ ουσ. (αρσ.): διαμεσολαβητής σε διαπραγματεύσεις, στη σύναψη οικονομικών κυρ. συμφωνιών. [< αγγλ. broker]
33136μπρόκολομπρό-κο-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λαχανικό παρόμοιο με το κουνουπίδι, που έχει πρασινωπό ή μοβ χρώμα και τρώγεται βραστό σαν σαλάτα, μαγειρεμένο ή ωμό: φρέσκο ~. ~ ογκρατέν. Σουφλέ/σπαγγέτι με ~. [< ιταλ. broccolo]
33137μπρονζέμπρον-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το σκούρο χρυσό χρώμα του μπρούντζου: ~ κουρτινόξυλο/χερούλι.|| (ως ουσ.) Μεταλλικό ~. ΣΥΝ. μπρούντζινος (2) [< γαλλ. bronzé]
33138μπροςβλ. εμπρός
33139μπροσούραμπρο-σού-ρα ουσ. (θηλ.): σύντομο φυλλάδιο με διαφημιστικό, ενημερωτικό ή πολιτικό περιεχόμενο: έγχρωμη ~. ~ εταιρείας/ξενοδοχείου/προϊόντων. Επαναστατικές ~ες. Αφίσες-~ες.|| Ηλεκτρονική ~. Πβ. προσπέκτους. [< ιταλ. brossura]
33140μπροστάμπρο-στά επίρρ. 1. στην πλευρά ή την κατεύθυνση της ευθείας των ματιών, μετωπικά, σε άμεση επαφή: Πήγαινε ~. Κοίτα ~ σου. Φέρτε το πόδι ελαφρώς/λίγο ~. Να 'τος πάλι ~ μου. (εμφατ.) Καθίσαμε ~ ~ (= στις πρώτες θέσεις). Φόρεμα ανοιχτό ~. Το παντελόνι κουμπώνει ~. Τοποθετήστε το εδώ ~. ~ (σας) βλέπετε την Ακρόπολη. Ακριβώς ~ μας απλώνεται ο κάμπος. Έχω ~ μου τον χάρτη. Έβαλε ~ του ένα πιάτο φαΐ. Υποκλίθηκε ~ μου. Τον βλέπω συνέχεια ~ μου (= τον συναντώ). Άρπαξα ό,τι βρήκα ~ μου. Πέρασα ~ από το σπίτι τους. Η φωτογραφία τραβήχτηκε ~ από το καφενείο. Σπίτι ~ στη θάλασσα. Ένωσε τα χέρια ~ στο στήθος. Πάρκαρε ~ σε είσοδο πάρκινγκ. Όλη μέρα κάθεται ~ στην οθόνη του υπολογιστή. Στέκομαι ~ στον καθρέφτη/στη σκηνή. Έκθλιψη ~ (= πριν) από φωνήεν.|| Θα βγω/μιλήσω ~ σε κοινό/κόσμο (πβ. ενώπιον). Έμεινε ασυγκίνητη ~ στο φριχτό θέαμα. Ξέσπασε ~ στην κάμερα/στον φακό. Μην το πεις ~ του! Εσύ ήσουν ~ (= παρών, αυτόπτης μάρτυρας), εμένα ρωτάς; ΣΥΝ. εμπρός (1) ΑΝΤ. πίσω (1) 2. (συνήθ. χρον.) για κάποιον ή κάτι που προηγείται ή ακολουθεί: Ήταν εδώ πιο ~ (: πριν από εσάς). Είναι πολύ ~, δεν τους προλαβαίνετε. Είμαστε ~ δύο ώρες σε σχέση με την Αγγλία. Το ρολόι σου πηγαίνει ~. Γύρνα την κασέτα/ταινία ~ (= προς την αρχή της). Θέλω τα χρήματα ~ (= προκαταβολικά).|| Έχουμε ~ μας δύσκολες μέρες. Έχεις όλη τη ζωή ~ σου. 3. απέναντι σε κάτι ή σχετικά με αυτό, αντιμετωπίζοντας ένα θέμα παροντικό ή μελλοντικό: ~ στο αδιέξοδο/στο δίλημμα/στις ευθύνες μας/στην κάλπη/σε κρίσιμες αποφάσεις/στη μεγάλη πρόκληση. Φόβος ~ στο άγνωστο. Θαρραλέος ~ στον κίνδυνο. Κλείνουν τα μάτια ~ στη διαφθορά/στη δυστυχία/στα κοινωνικά προβλήματα. Βρισκόμαστε ~ σε μια νέα ανακάλυψη/εποχή. 4. συγκριτικά με: Η εργασία τους ωχριά ~ στη δική μας. Τι είναι η επίγεια ζωή ~ στην αιωνιότητα; ~ σου δεν αξίζει τίποτε/δεν πιάνει δεκάρα. ● Ουσ.: μπρος/μπροστά (τα): Γέρνει/σπρώχνει προς τα ~. ● ΦΡ.: βάζω μπροστά/μπρος 1. θέτω σε λειτουργία, ξεκινώ: Έβαλε ~ το αυτοκίνητο/τη μηχανή.|| ~ ~ ένα πρόγραμμα/σχέδιο. Έβαλαν ~ για παιδί/το διαζύγιο. 2. καταλογίζω σε κάποιον κάτι: Βάζει συνέχεια εμένα ~ για τα δικά του σφάλματα. Πβ. αποπαίρνω, μαλώνω., βγαίνω (από) μπροστά 1. προπορεύομαι, προηγούμαι ή προωθούμαι: Μου βγήκε ~, χωρίς να τον δω.|| Βγήκε ~ από τα δύο σέντερ μπακ και έβαλε γκολ. Πβ. μου τη βγαίνει με κόκκινο. 2. παρουσιάζομαι μπροστά σε κάποιον: Ξαφνικά μας βγήκε ~ νέος αντίπαλος. Αντιμετωπίζει όποιο πρόβλημα του βγει ~., βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά: για αισιόδοξη στάση ζωής, ξεπερνώ ένα πρόβλημα με πίστη για μελλοντική βελτίωση, πρόοδο: Προχώρα ~ και μην κοιτάς πίσω., ένα βήμα μπροστά/βήματα μπροστά: για πορεία προόδου: ~ ~ για την ανθρωπότητα/στη μάχη κατά των ναρκωτικών. Είναι (αρκετά/πολλά) βήματα μπροστά. Βρισκόμαστε ~ ~ από τους αντιπάλους (= προηγούμαστε)., με το βλέμμα μπροστά: για προοδευτική δράση ή μελλοντική προοπτική: Προχωράμε ~ ~. ~ ~ αφήνουμε πίσω το παρελθόν., μπαίνω μπροστά (προφ.) 1. πρωτοστατώ: Η νεολαία μπήκε ~ στη μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 2. προηγούμαι: Η ομάδα μπήκε ~ στο σκορ., πάντα μπροστά! (ευχετ.): για ανεμπόδιστη πρόοδο., πάω/πηγαίνω μπροστά: προοδεύω: Χωρίς προσπάθεια δεν πάμε ~. Εσύ, παιδί μου, θα πας ~!, (είναι) χρόνια μπροστά βλ. χρόνος, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου βλ. βρίσκω, βρίσκω κάτι μπροστά μου βλ. βρίσκω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, έχω (ακόμα) δρόμο μπροστά μου βλ. δρόμος, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου βλ. μέρα, κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου βλ. μύτη, μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου βλ. μάτι, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, τραβάω μπροστά βλ. τραβώ [< μεσν. μπροστά]
33141μπροστάντζαμπρο-στά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): προκαταβολή. Βλ. -άντζα.
33142μπροστάρηςμπρο-στά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπροστάρισσα} 1. (μτφ.-κυρ. στον πολιτ. λόγο) καθοδηγητής, πρωτοπόρος, πρωτεργάτης: ~ του αγώνα. ~ στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής/στην προσπάθεια/σε κάθε κοινωνική και πατριωτική εκδήλωση/στις μεταρρυθμίσεις. Έγινε ~ των κινητοποιήσεων. Η νίκη ήρθε με ~η τη νεολαία που άνοιξε νέους δρόμους. Πβ. εμπροσθοφυλακή. Βλ. ταγός. ΣΥΝ. πιονιέρος, σκαπανέας (1) 2. (λαϊκό) αυτός που προπορεύεται: ~ του χορού. [< μεσν. μπροστάρης]
33143μπροστινός, ή, ό μπρο-στι-νός επίθ.: που είναι μπροστά από κάτι άλλο: ~ός: αερόσακος/άξονας/οδηγός/προφυλακτήρας/τροχός. ~ή: θέση/θήκη/όψη/πλευρά/πόρτα/τσέπη. ~ό: κάθισμα/μέρος/μπαλκόνι/πόδι/τζάμι/φύλλο. ~ά: δόντια/φρένα. Αυτοκίνητο με ~ή κίνηση (= μπροστοκίνητο). Βλ. πλευρικός. ΣΥΝ. εμπρόσθιος, πρόσθιος ΑΝΤ. οπίσθιος, πισινός ● Ουσ.: μπροστινός, μπροστινή (ο/η): αυτός που προηγείται, προπορεύεται σε σχέση με κάποιον άλλον: Αντέγραψα από τον ~ό μου στο σχολείο (: που κάθεται ένα θρανίο μπροστά). Να κρατάτε απόσταση ασφαλείας από τον ~ό σας. ● ΦΡ.: των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια (παροιμ.): οι επόμενες γενιές βασίζονται στα επιτεύγματα των προηγούμενων. [< μεσν. μπροστινός]
33144μπροστοκίνητος, η, ο μπρο-στο-κί-νη-τος επίθ. (λαϊκό) & (λόγ.) εμπροσθοκίνητος: (για όχημα) στο οποίο η κίνηση μεταδίδεται από τον κινητήρα στους μπροστινούς τροχούς: ~η: έκδοση. ~ο: αυτοκίνητο/μοντέλο. Βλ. -κίνητος. ΣΥΝ. προσθιοκίνητος ΑΝΤ. πισωκίνητος
58815Μπρούζας
33145μπρούκληςμπρού-κλης ουσ. (αρσ.) (ειρων.): πρόσωπο που του αρέσει ο πλούτος και η χλιδή και έχει συμπεριφορά και διάθεση αυτοπροβολής. [< αμερικ. τοπωνύμιο Brooklyn]
33146μπρούμυταμπρού-μυ-τα επίρρ.: σε ξαπλωτή στάση με το σώμα και το πρόσωπο να ακουμπούν κάτω: Κοιμάμαι/πέφτω ~. ΣΥΝ. απίστομα, πρηνηδόν ΑΝΤ. ανάσκελα, ύπτια [< μεσν. μπρόμυτα]
33147μπρούντζινος, η, ο μπρού-ντζι-νος επίθ. & μπρούτζινος 1. που είναι φτιαγμένος από μπρούντζο: ~ος: δίσκος. ~η: επιγραφή/προτομή. ~ο: άγαλμα/γλυπτό/κανόνι. Πβ. ορειχάλκινος. 2. (μτφ.) που έχει το χρώμα του μπρούντζου: ~η: απόχρωση/διακόσμηση/επιδερμίδα. ~α κορμιά, μαυρισμένα από τον ήλιο. ΣΥΝ. μπρονζέ ● Ουσ.: μπρούντζινα (τα): σκεύη ή διακοσμητικά αντικείμενα από μπρούντζο. ΣΥΝ. μπρούντζοι [< μεσν. μπρούντζινος]
33148μπρούντζος[μπροῦντζος] μπρού-ντζος ουσ. (αρσ.) & μπρούτζος: ΜΕΤΑΛΛ. κράμα από χαλκό και συνήθ. κασσίτερο ή ψευδάργυρο. Πβ. ορείχαλκος.μπρούντζοι (οι) & μπρούντζα (τα) (σπάν.-λαϊκό): μπρούντζινα. [< μεσν. μπρούντζος < ιταλ. broanzo]
33149μπρουσκέταμπρου-σκέ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ορεκτικό ιταλικής προέλευσης από φέτες φρυγανισμένου ψωμιού, αλειμμένες με ελαιόλαδο και ψιλοκομμένο σκόρδο και γαρνιρισμένες συνήθ. με ντομάτα και βασιλικό: ~ με ζαμπόν/σολομό. Βλ. -έτα. [< ιταλ. bruschetta]
33150μπρούσκομπρού-σκο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί με δυνατή και στυφή γεύση. [< ιταλ. brusco]
33151μπρουτάλμπρου-τάλ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): για άνδρα σκληρό, απότομο και συνήθ. αρρενωπό. Πβ. μάτσο2. [< γαλλ. brutal]
33152μπρούτζινος, η, ο βλ. μπρούντζινος
33153μπρούτζοςβλ. μπρούντζος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.