| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33178 | μυδοπίλαφο | μυ-δο-πί-λα-φο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ρύζι μαγειρεμένο με μύδια: πολίτικο ~. ~ με κάρι/με σάλτσα κρασιού. | |
| 33179 | μυδράλιο | μυ-δρά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μυδραλί-ου}: ΣΤΡΑΤ. βλήμα πολυβόλου και κατ' επέκτ. μυδραλιοβόλο. [< γαλλ. mitraille] | |
| 33180 | μυδραλιοβόλο | μυ-δρα-λι-ο-βό-λο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. τύπος αυτόματου όπλου με πολύ γρήγορη βολή, πολυβόλο. [< γαλλ. mitrailleuse] | |
| 33181 | μυδρίαση | μυ-δρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρατεταμένη και υπερβολική διαστολή της κόρης του ματιού: παθολογική/φαρμακευτική ~. Βλ. -ίαση. ΑΝΤ. μύση [< μτγν. μυδρίασις, γαλλ. mydriase, αγγλ. mydriasis] | |
| 33182 | μύδρος | μύ-δρος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. πυρακτωµένο σίδερο: αρχαίο όπλο εκσφενδόνισης βαρέων λίθων ή ~ων. 2. ΓΕΩΛ. κομμάτι στερεοποιημένης λάβας που εκτινάσσεται από το εσωτερικό του κρατήρα κατά την έκρηξη ηφαιστείου. 3. ΣΤΡΑΤ. (παρωχ.) βλήμα πυροβόλου, βόλι. ● μύδροι (οι): έντονα επικριτικός λόγος: ~ εναντίον/κατά της αντιπολίτευσης/της κυβέρνησης. Πβ. πυρά. ● ΦΡ.: εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους (απαιτ. λεξιλόγ.): κατηγόρησε, μέμφθηκε έντονα κάποιον ή κάτι. [< 1: αρχ. μύδρος] | |
| 33183 | μυελικός | , ή, ό μυ-ε-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον νωτιαίο μυελό ή τον μυελό των οστών: ~ός: αυλός. ~ή: απλασία (πβ. απλαστική αναιμία). [< διεθν. myelic] | |
| 33184 | μυελίνη | μυ-ε-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λιποειδής ουσία λευκού χρώματος που περιβάλλει τον άξονα ορισμένων μυελικών νευρικών ινών: έλυτρο ~ης. Απώλεια/καταστροφή της ~ης (= απομυελίνωση). Βλ. -ίνη, σκλήρυνση κατά πλάκας. [< γαλλ. myéline, αγγλ. myelin(e)] | |
| 33185 | μυελίνωση | μυ-ε-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λιπώδης εκφυλισμός με σχηματισμό μυελίνης. Βλ. απο~. [< αγγλ. myelinosis, γαλλ. myélinose] | |
| 33186 | μυελίτιδα | μυ-ε-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του νωτιαίου μυελού ή του μυελού των οστών: εγκάρσια ~. Βλ. εγκεφαλο~, οστεο~, πολιο~, -ίτιδα. [< γαλλ. myélite, αγγλ. myelitis] | |
| 33187 | μυελοβλάστωμα | μυ-ε-λο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματος που αναπτύσσεται στον εγκέφαλο, ιδ. των παιδιών. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. medulloblastoma, 1925] | |
| 33188 | μυελογενής | , ής, ές μυ-ε-λο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγεται μέσα στον μυελό των οστών ή προέρχεται από αυτόν: ~ής: λευχαιμία. Βλ. -γενής. [< αγγλ. myelogenic, myelogenous, γαλλ. myélogène] | |
| 33189 | μυελογραφία | μυ-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & μυελογράφημα (το): ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του μυελού των οστών με έγχυση σκιαγραφικού υγρού στη σπονδυλική στήλη. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. myélographie, 1938, αγγλ. myelography, 1937] | |
| 33190 | μυελοδυσπλασία | μυ-ε-λο-δυ-σπλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμορφωτική ή ατελής ανάπτυξη σε οποιοδήποτε τμήμα του νωτιαίου μυελού. [< αγγλ. myelodysplasia (MDS), γαλλ. myélodysplasie] | |
| 33191 | μυελοπάθεια | μυ-ε-λο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε λειτουργική διαταραχή ή/και αλλοίωση του νωτιαίου μυελού ή του μυελού των οστών που οφείλεται σε παθολογικά και ανατομικά αίτια: αυχενική/εκφυλιστική ~. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. myélopathie, αγγλ. myelopathy] | |
| 33192 | μυελός | μυ-ε-λός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. μαλακό και λιπώδες οργανικό υλικό συνδετικού ιστού που γεμίζει τις κοιλότητες των οστών του σώματος: ~ των επινεφριδίων. Ερυθρός/κίτρινος ~ των οστών. Μεταμόσχευση ~ού. ΣΥΝ. μεδούλι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: νωτιαίος μυελός: που περικλείεται στον νωτιαίο σωλήνα της σπονδυλικής στήλης: Ο ~ ~ μαζί με τον εγκέφαλο αποτελούν το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα., προμήκης μυελός βλ. προμήκης ● ΦΡ.: μέχρι μυελού οστέων & (σπάν.) μέχρι μυελού οστών (μτφ.-λόγ.): σε μεγάλο βαθμό, εντελώς, εξ ολοκλήρου: διεφθαρμένος ~ ~. ΣΥΝ. ως/μέχρι το κόκαλο [< αρχ. μυελός, γαλλ. moelle] | |
| 33193 | μυελώδης | , ης, ες μυ-ε-λώ-δης επίθ. {μυελώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΑΝΑΤ. που απαρτίζεται από ή μοιάζει με μυελό: ~ης: μοίρα/ουσία. ~ες: έλυτρο. Βλ. -ώδης. [< αρχ. μυελώδης, γαλλ. médullaire] | |
| 33194 | μυέλωμα | μυ-έ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης συνήθ. όγκος που προκαλείται από κύτταρα του μυελού των οστών. Βλ. -ωμα2. ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλό μυέλωμα & (λόγ.) πολλαπλούν μυέλωμα: που οφείλεται στην παρουσία παθολογικών πλασματοκυττάρων στον μυελό των οστών, τα οποία προκαλούν πολλούς όγκους σε διάφορα σημεία. [< γαλλ. myélome, αγγλ. myeloma] | |
| 33195 | μυζήθρα | μυ-ζή-θρα ουσ. (θηλ.) & μυτζήθρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό τυρί από τυρόγαλα, το οποίο παρασκευάζεται από γάλα πρόβειο, κατσικίσιο, αγελαδινό ή μείγμα τους: αλμυρή/ανάλατη/άπαχη/γλυκιά/μαλακή (βλ. ανθότυρο)/ντόπια/νωπή/ξηρή/ξινή (βλ. ξινο~)/τριμμένη/φρέσκια ~. ~ στα μακαρόνια. Τυροπιτάκια με ~. Βλ. αναρή, μανούρι. [< μεσν. μυζήθρα] | |
| 33196 | μυζηθρόπιτα | μυ-ζη-θρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πίτα με γέμιση από μυζήθρα: ~ με μέλι και καρύδια. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μυζηθρόπιτα] | |
| 33197 | μύζηση | μύ-ζη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ρούφηγμα συνήθ. υγρού με το στόμα ή με ειδικά όργανα: ~ του εδαφικού νερού από τις ρίζες των φυτών. Πβ. απο~. [< μτγν. μύζησις ‘ρούφηγμα, θηλασμός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ