| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33194 | μυέλωμα | μυ-έ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης συνήθ. όγκος που προκαλείται από κύτταρα του μυελού των οστών. Βλ. -ωμα2. ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλό μυέλωμα & (λόγ.) πολλαπλούν μυέλωμα: που οφείλεται στην παρουσία παθολογικών πλασματοκυττάρων στον μυελό των οστών, τα οποία προκαλούν πολλούς όγκους σε διάφορα σημεία. [< γαλλ. myélome, αγγλ. myeloma] | |
| 33195 | μυζήθρα | μυ-ζή-θρα ουσ. (θηλ.) & μυτζήθρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό τυρί από τυρόγαλα, το οποίο παρασκευάζεται από γάλα πρόβειο, κατσικίσιο, αγελαδινό ή μείγμα τους: αλμυρή/ανάλατη/άπαχη/γλυκιά/μαλακή (βλ. ανθότυρο)/ντόπια/νωπή/ξηρή/ξινή (βλ. ξινο~)/τριμμένη/φρέσκια ~. ~ στα μακαρόνια. Τυροπιτάκια με ~. Βλ. αναρή, μανούρι. [< μεσν. μυζήθρα] | |
| 33196 | μυζηθρόπιτα | μυ-ζη-θρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πίτα με γέμιση από μυζήθρα: ~ με μέλι και καρύδια. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μυζηθρόπιτα] | |
| 33197 | μύζηση | μύ-ζη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ρούφηγμα συνήθ. υγρού με το στόμα ή με ειδικά όργανα: ~ του εδαφικού νερού από τις ρίζες των φυτών. Πβ. απο~. [< μτγν. μύζησις ‘ρούφηγμα, θηλασμός’] | |
| 33198 | μυζητήρας | μυ-ζη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΒΟΤ. όργανο σε ζώα ή παρασιτικά φυτά μέσω του οποίου γίνεται η μύζηση, η προσκόλληση σε κάτι ή η σύλληψη της λείας: ~ χταποδιού (= βεντούζα, κοτύλη). Βλ. -τήρας. [< γαλλ. suceur] | |
| 33199 | μυζητικός | , ή, ό μυ-ζη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη μύζηση: ~ά: έντομα/όργανα. Στοματικά μόρια ~ού τύπου. [< γαλλ. suceur] | |
| 33200 | μύηση | μύ-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. τελετουργική αποκάλυψη απόρρητων στοιχείων σε κάποιον, παραχώρηση άδειας για συμμετοχή του σε μυστήρια και κατ' επέκτ. σε μυστική οργάνωση: θρησκευτική (: για την ένταξη σε κλειστές θρησκευτικές αδελφότητες)/μαγική (: για την απόκτηση υπερφυσικών ιδιοτήτων)/φυλετική (: για το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση) ~. ~ μασόνων. Τελετή ~ης (πβ. μυσταγωγία). Πβ. κατήχηση.|| (ΑΡΧ.-ΙΣΤ.) ~ στα Ελευσίνια Μυστήρια/στη Φιλική Εταιρεία. 2. απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων σε έναν απαιτητικό συνήθ. τομέα και γενικότ. εξοικείωση με έναν τρόπο ζωής: ~ σε ένα άθλημα/στη μουσική/στις νέες τεχνολογίες/στη φιλοσοφία. ~ των μαθητών σε ιδέες και αξίες της κοινωνίας/των φοιτητών στην έρευνα. Βλ. διαπαιδαγώγηση. [< μτγν. μύησις] | |
| 33201 | μυητής | μυ-η-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που συμβάλλει στη μύηση κάποιου: ~ στα μυστήρια. Πβ. μυσταγωγός.|| (μτφ.) Έγινε ~ του ποιητή στον νεοκλασικισμό. [< μεσν. μυητής] | |
| 33202 | μυητικός | , ή, ό μυ-η-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη μύηση ή τον μυητή: ~ή: διαδικασία/δοκιμασία/σχολή/τελετή. ~ό: στάδιο/σύστημα/τελετουργικό. | |
| 33203 | μύθευμα | μύ-θευ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αφήγηση, λόγος με ανακριβή και ψεύτικα στοιχεία: ανυπόστατο/κακόβουλο ~. Η ιστορία του δεν ήταν παρά ένα ~, ένα αποκύημα της φαντασίας του. Πβ. αναλήθεια, μυθιστόρημα, ψέμα, ψευδολογία. ΣΥΝ. μυθολόγημα (2) [< αρχ. μύθευμα ‘αφήγηση, ιστορία’] | |
| 33204 | μυθικός | , ή, ό μυ-θι-κός επίθ. 1. που ανήκει στον μύθο, στη φαντασία και όχι στην ιστορική πραγματικότητα: ~ός: βασιλιάς/ήρωας/λαός/τόπος. ~ή: αφήγηση/ιστορία/μορφή/παράδοση. ~οί: χρόνοι. ~ές: διηγήσεις. ~ά: πρόσωπα. Ο ~ κόσμος των ξωτικών. ΣΥΝ. θρυλικός 2. (μτφ.) που είναι πολύ μεγάλης αξίας ή φήμης, ώστε να έχει αποκτήσει διαστάσεις μύθου: ~ή: προσωπικότητα.|| ~ή: περιουσία. ~ό: ποσό. ~ά: πλούτη (= τεράστια). ΣΥΝ. μυθώδης (1) 3. (σπάν.) μυθολογικός: ~ός: λόγος. Η ~ή ερμηνεία του κόσμου. [< 1: αρχ. μυθικός, γαλλ. mythique, αγγλ. mythic] | |
| 33205 | μυθιστόρημα | μυ-θι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {μυθιστορήμ-ατος} 1. ΛΟΓΟΤ. είδος της πεζογραφίας με αφηγηματική μορφή, θεματική ενότητα, αρκετά μεγάλης έκτασης και με πλαστή υπόθεση, η οποία όμως παρουσιάζεται σαν πραγματική, που εξιστορεί περιπέτειες, ήθη, χαρακτήρες, συναισθήματα, πάθη· συνεκδ. το σχετικό βιβλίο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/αυτοβιογραφικό/εικονογραφημένο/επιστολικό/ερωτικό/ηθογραφικό/ιστορικό/κλασικό/λαϊκό/μοντέρνο/νεοελληνικό/παιδικό/παραδοσιακό/πρωτότυπο/ρεαλιστικό/ρομαντικό/σύγχρονο/ταξιδιωτικό ~. Εκπλητικό/εντυπωσιακό/κορυφαίο ~. ~ αγωνίας και δράσης/επιστημονικής φαντασίας/μυστηρίου. ~ σε συνέχειες. Αφηγητής/ήρωας/πλοκή του ~ατος. Ταινία βασισμένη σε ~. Μεταφορά ~ατος στον κινηματογράφο. Συγγραφή ~άτων (= μυθιστοριογραφία). Βλ. διήγημα, νουβέλα.|| Στις σελίδες του ~ατος.|| (κατ' επέκτ.) Το βιβλίο διαβάζεται σαν ~ (: πολύ εύκολα και ευχάριστα). Έζησε μια ζωή σαν ~ (= περιπετειώδη). 2. (μτφ.-προφ.) επινοημένη, ψεύτικη ιστορία, μύθος: Μην πιστεύεις το ~ που σου πουλάει! Πβ. μύθευμα. 3. ΦΙΛΟΛ. μυθιστορία: ιπποτικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μυθιστόρημα ποταμός: ΛΟΓΟΤ. πολυπρόσωπο και εκτενές μυθιστόρημα, του οποίου η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τη διαδοχή των γενεών: κοινωνικό/μεταμοντέρνο ~ ~. [< γαλλ. roman-fleuve, 1930] , νέο μυθιστόρημα: ΛΟΓΟΤ. γαλλικό λογοτεχνικό ρεύμα της δεκαετίας του 1950 που απέρριπτε τις αρχές του παραδοσιακού μυθιστορήματος, δίνοντας έμφαση στις αφηγηματικές τεχνικές. Πβ. αντιμυθιστόρημα. [< γαλλ. nouveau roman] , οικογενειακό μυθιστόρημα: ΨΥΧΟΛ. φαντασίωση σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο πιστεύει πως κατάγεται από οικογένεια ανώτερη κοινωνικά, αλλά έχει υιοθετηθεί από τη δική του οικογένεια την οποία και περιφρονεί., γοτθικό μυθιστόρημα βλ. γοτθικός, μαύρο μυθιστόρημα βλ. μαύρος, ψυχολογικό μυθιστόρημα βλ. ψυχολογικός [< γαλλ. roman] | |
| 33206 | μυθιστορηματικός | , ή, ό μυ-θι-στο-ρη-μα-τι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με το μυθιστόρημα: ~ός: ήρωας/κόσμος/λόγος/χρόνος. ~ή: αφήγηση/βιογραφία/δομή/δράση/ιστορία/μορφή/τεχνική/υφή. ~ό: στοιχείο/σύμπαν/χρονικό. 2. (μτφ.) που μοιάζει με μυθιστόρημα, που χαρακτηρίζεται από δράση και περιπέτεια: ~ή: απόδραση/ζωή. ~ό: σενάριο. Πβ. περιπετειώδης. ● επίρρ.: μυθιστορηματικά [< γαλλ. romanesque] | |
| 33207 | μυθιστορία | μυ-θι-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. λογοτεχνικό αφηγηματικό είδος που αναπτύχθηκε κατά τον Μεσαίωνα με ερωτικό κυρ. περιεχόμενο, περιπετειώδη πλοκή, φανταστικούς ήρωες και έντονο το υπερφυσικό ή/και μαγικό στοιχείο: βυζαντινή/ιπποτική/λαϊκή/ρομαντική ~. [< μτγν. μυθιστορία ‘πλαστή διήγηση’, γαλλ. roman] | |
| 33208 | μυθιστορικός | , ή, ό μυ-θι-στο-ρι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στη μυθιστορία: ~ά: στοιχεία. [< μτγν. μυθιστορικός] | |
| 33209 | μυθιστοριογραφία | μυ-θι-στο-ρι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. συγγραφή μυθιστορημάτων· συνεκδ. μυθιστόρημα: αισθηματική/αστυνομική/ιστορική ~. 2. το σύνολο των μυθιστορημάτων που έχουν γραφεί από κάποιον συγγραφέα ή σε έναν τόπο ή σε μια χρονική περίοδο: ελληνική/παγκόσμια/σύγχρονη ~. Η ~ της γενιάς του '30. Βλ. διηγηματο-, δοκιμιο-, πεζο-γραφία, ποίηση. | |
| 33210 | μυθιστοριογράφος | μυ-θι-στο-ρι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συγγράφει μυθιστορήματα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. romancier] | |
| 33211 | μυθογραφία | μυ-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή ή συλλογή, καταγραφή και μελέτη μυθικών διηγήσεων. Βλ. -γραφία. [< μτγν. μυθογραφία, αγγλ. mythography] | |
| 33212 | μυθογράφος | μυ-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη μυθογραφία. Πβ. μυθοπλάστης. Βλ. -γράφος. [< μτγν. μυθογράφος, γαλλ. mythographe, αγγλ. mythographer] | |
| 33213 | μυθολόγημα | μυ-θο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) 1. αφήγηση με μυθικά στοιχεία. Πβ. θρύλος, μύθος, παραμύθι. 2. μύθευμα: αληθοφανές ~. ~ χωρίς καμία τεκμηρίωση. [< 1: αρχ. μυθολόγημα, αγγλ. mythologem] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ