Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33880-33900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33214μυθολόγησημυ-θο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία μύθου· μυθοποίηση. [< μεσν. μυθολόγησις]
33215μυθολογίαμυ-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των μύθων και θρύλων ενός λαού, ενός πολιτισμού, μιας θρησκείας σχετικά με ήρωες, θεούς και ημίθεους: αρχαία ελληνική/ρωμαϊκή ~. 2. επιστημονική μελέτη των μύθων, της προέλευσης, της ανάπτυξης και της σημασίας τους: συγκριτική ~. 3. (μτφ.) σύνολο αστήρικτων κυρ. αντιλήψεων και φανταστικών διηγήσεων σχετικά με ένα θέμα, ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση: Υπάρχει μια ολόκληρη ~ γύρω από τη ζωή και τη δράση του. Βλ. -λογία. [< αρχ. μυθολογία ‘επινόηση, λογοτεχνικό δημιούργημα, διήγηση’, γαλλ. mythologie, αγγλ. mythology]
33216μυθολογικός, ή, ό μυ-θο-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μυθολογία: ~ός: ήρωας/κύκλος/τόπος. ~ή: αναφορά/διάσταση/εκδοχή/θεότητα/μορφή/παράσταση. ~ό: θέμα/μοτίβο/όνομα/πλάσμα/σύμβολο/υλικό. ΣΥΝ. μυθικός (3) 2. που αναφέρεται στην εποχή πριν από την ιστορική περίοδο και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς χρονικά: ~ό: παρελθόν. ~οί: χρόνοι. ● επίρρ.: μυθολογικά & (λογ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. μυθολογικός ‘ικανός να επινοεί μύθους’, γαλλ. mythologique, αγγλ. mythologic(al)]
33217μυθολόγοςμυ-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αφηγείται μύθους. Πβ. παραμυθάς. 2. επιστήμονας που ασχολείται με τη μυθολογία. Βλ. -λόγος. [< 1: αρχ. μυθολόγος, γαλλ. mythologue , αγγλ. mythologist]
33218μυθολογώ[μυθολογῶ] μυ-θο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μυθολογ-είς ...· κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. αφηγούμαι μυθικές ιστορίες. 2. διαδίδω φήμες, κυρ. ψεύτικες. Βλ. -λογώ. ● Παθ.: μυθολογείται (απρόσ.): υπάρχει μύθος, θρυλείται: ~ ότι είχε υπερφυσικές δυνάμεις. [< 1: αρχ. μυθολογῶ, γαλλ. mythologiser, αγγλ. mythologize]
33219μυθομανής, ής, ές μυ-θο-μα-νής επίθ./ουσ.: που έχει την παθολογική τάση να αφηγείται φανταστικές ιστορίες και καταστάσεις: ~ές: άτομο.|| Αποκύημα της φαντασίας ενός ~ούς. Πβ. παραμυθάς, ψεύτης. Βλ. -μανής. [< γαλλ. mythomane, 1905, αγγλ. ~, 1954]
33220μυθομανίαμυ-θο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συστηματική τάση για επινόηση και αφήγηση φανταστικών εμπειριών, ιστοριών και ψεύτικων γεγονότων. Βλ. μυθοπλασία, -μανία. [< γαλλ. mythomanie, 1905, αγγλ. mythomania, περ. 1909]
33221μυθοπλασίαμυ-θο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μυθοπλαστία 1. δημιουργία μυθικών διηγήσεων. 2. (μτφ.) σκόπιμη επινόηση ψεύτικων ιστοριών: έργα/ταινία ~ας. Πβ. μυθοποιία, ψευδολογία. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. αφήγηση φανταστικών καταστάσεων που παρουσιάζονται σαν πραγματικές, η οποία αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό στα μικρά παιδιά, αλλά παθολογικό στους ενήλικες. Βλ. μυθομανία, -πλασία. [< 1: μεσν. μυθοπλασία· μτγν. μυθοπλαστία, γαλλ. fabulation]
33222μυθοπλάστηςμυ-θο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) 1. συγγραφέας μυθικών διηγήσεων. Πβ. μυθογράφος. 2. πρόσωπο που πλάθει ψεύτικες ιστορίες. Πβ. μυθοποιός, παραμυθάς. [< 2: μτγν. μυθοπλάστης]
33223μυθοπλαστικός, ή, ό μυ-θο-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μυθοπλασία: ~ός: λόγος/χαρακτήρας. ~ή: αφήγηση/διάσταση/ικανότητα/ταινία/φαντασία. ~ό: έργο/υλικό. ● επίρρ.: μυθοπλαστικά
33224μυθοποίησημυ-θο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση μυθικών διαστάσεων και γενικότ. εκδήλωση υπερβολικού θαυμασμού σε κάποιον ή κάτι: ~ ηγέτη/του ποιητή και του έργου του. ~ της τεχνολογίας. ~ και εξιδανίκευση του απώτερου παρελθόντος. Πβ. μυθολόγηση, θεοποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απομυθοποίηση [< μτγν. μυθοποίησις ‘διάπλαση μύθων’, γαλλ. mythification, αγγλ. mythopoesis]
33225μυθοποιητικός, ή, ό μυ-θο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μυθοποίηση: ~ός: λόγος. ~ή: σκέψη/φαντασία. ~ά: στοιχεία. Βλ. -ποιητικός. ΑΝΤ. απομυθοποιητικός [< μτγν. μυθοποιητικός, αγγλ. mythopoeic]
33226μυθοποιίαμυ-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): επινόηση και συγγραφή μυθικών διηγήσεων· γενικότ. κατασκευή ψεύτικων ιστοριών. Πβ. μυθοπλασία. Βλ. -ποιία. [< μτγν. μυθοποιία, αγγλ. mythopoesis]
33227μυθοποιόςμυ-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που επινοεί και συνήθ. συγγράφει πλαστές διηγήσεις, όπως μύθους και παραμύθια: Αρχαίος Έλληνας ~. Πβ. μυθοπλάστης. Βλ. -ποιός. [< αρχ. μυθοποιός]
33228μυθοποιώ[μυθοποιῶ] μυ-θο-ποι-ώ ρ. {μτβ.) {μυθοποι-είς ... | μυθοποί-ησε, -είται, -ημένος}: αποδίδω μυθικές διαστάσεις σε κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. υπερεκτιμώ την αξία του: Οι αγωνιστές της επανάστασης έχουν ~ηθεί. ~ημένη: μορφή.|| Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ~ήσει τις μηχανές. Πβ. εξιδανικεύω, θεοποιώ. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. απομυθοποιώ [< μτγν. μυθοποιῶ ‘επινοώ, λέω παραμύθια’, γαλλ. mythifier, 1929]
33229μύθος[μῦθος] μύ-θος ουσ. (αρσ.) 1. αφήγηση, λαϊκής συνήθ. έμπνευσης, με θεούς, υπερφυσικά όντα και ήρωες, που μεταφέρεται μέσω της παράδοσης, αναφέρεται στη δημιουργία του κόσμου, ερμηνεύει τα φυσικά φαινόμενα και απηχεί τον ανθρώπινο πολιτισμό και τη σκέψη: διδακτικός/εσχατολογικός/θρησκευτικός/ιδρυματικός/ιστορικός/κλασικός/λαϊκός/πανάρχαιος/χριστιανικός ~. Διονυσιακοί/ελληνικοί/κοσμογονικοί ~οι. ~οι για τους θεούς του Ολύμπου. Γέννηση/ερμηνεία/παραλλαγές/πηγή/προέλευση/ο ρόλος/ο συμβολισμός του ~ου. Ο ~ της αιώνιας επιστροφής/της Ατλαντίδας/της Ευρώπης/του Προμηθέα. Από τον ~ο στην ιστορία. Η αλήθεια πίσω από τον ~ο. Στην αχλή του ~ου. Πλάθω έναν ~ο. Ανατρέχω/πιστεύω σε έναν ~ο. Πβ. μυθολόγημα, παραμύθι.|| (ΦΙΛΟΛ.) Οι ~οι του Αισώπου/~οι του Λαφοντέν (: ιστορίες με αλληγορικό περιεχόμενο και ηθικό δίδαγμα). Ο πλατωνικός ~ του σπηλαίου. Βλ. αλληγορία. 2. (μτφ.) κάθε ανακριβής, ψευδής και ευρέως διαδεδομένη αντίληψη: εθνικός/κοινωνικός/πολιτικός/σύγχρονος ~. Προσωπικοί ~οι. ~ ή πραγματικότητα; Ο ~ του λυκάνθρωπου/της παγκοσμιοποίησης. Ένας ~ διαδίδεται/καταρρέει/κυκλοφορεί. Γκρεμίζω/δημιουργώ/καταρρίπτω/φτιάχνω έναν ~ο. Είναι ~ ότι ... Πβ. ουτοπία. 3. (ειδικότ.) πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που έχει πάρει μυθικές διαστάσεις, έχει εξιδανικευτεί: ζωντανός ~. Ένας ηθοποιός που έγινε ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα ~. Πβ. θρύλος. 4. υπόθεση έργου: Ο βασικός ~ του δράματος/της ταινίας. Η εξέλιξη/τα πρόσωπα του ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: αστικός μύθος βλ. αστικός ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης βλ. δίκη [< 1: αρχ. μῦθος, γερμ. Mythos, γαλλ. mythe, αγγλ. myth]
33230μυθώδης, ης, ες μυ-θώ-δης επίθ. {μυθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος, αμέτρητος, ανυπολόγιστος: ~ης: περιουσία. ~εις: απολαβές. ~η: κέρδη/πλούτη/ποσά. ΣΥΝ. μυθικός (2) 2. που μοιάζει με μύθο, πλαστός: ~ης: παράδοση (= μυθική). ~ες: πρόσωπο. Πβ. θρυλικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. μυθώδης ‘μυθικός, θρυλικός’]
33231μυίαβλ. μύγα
33232μυϊκός, ή, ό μυ-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στους μυς: ~ός: ιστός/όγκος/πόνος (πβ. μυαλγία)/σπασμός (: ~ή σύσπαση)/χιτώνας. ~ή: αντοχή/ατονία/ατροφία/δραστηριότητα/δύναμη/θλάση/μάζα/μνήμη (: απομνημόνευση κινήσεων, βλ. κιναισθησία)/στιβάδα/συστολή/τάση. ~ό: σύστημα. Βλ. νευρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: λείοι μύες βλ. λείος, μυϊκή άτρακτος βλ. άτρακτος, μυϊκή δυστροφία βλ. δυστροφία, μυϊκός τόνος βλ. τόνος1 [< γαλλ. musculaire]
33233μυϊκότηταμυ-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): βαθμός ανάπτυξης των μυών του σώματος: αύξηση της δύναμης και της ~ας. Βλ. γράμμωση, μπόντι-μπίλντινγκ, -ότητα. [< αγγλ. muscularity]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.