Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33900-33920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33218μυθολογώ[μυθολογῶ] μυ-θο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μυθολογ-είς ...· κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. αφηγούμαι μυθικές ιστορίες. 2. διαδίδω φήμες, κυρ. ψεύτικες. Βλ. -λογώ. ● Παθ.: μυθολογείται (απρόσ.): υπάρχει μύθος, θρυλείται: ~ ότι είχε υπερφυσικές δυνάμεις. [< 1: αρχ. μυθολογῶ, γαλλ. mythologiser, αγγλ. mythologize]
33219μυθομανής, ής, ές μυ-θο-μα-νής επίθ./ουσ.: που έχει την παθολογική τάση να αφηγείται φανταστικές ιστορίες και καταστάσεις: ~ές: άτομο.|| Αποκύημα της φαντασίας ενός ~ούς. Πβ. παραμυθάς, ψεύτης. Βλ. -μανής. [< γαλλ. mythomane, 1905, αγγλ. ~, 1954]
33220μυθομανίαμυ-θο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συστηματική τάση για επινόηση και αφήγηση φανταστικών εμπειριών, ιστοριών και ψεύτικων γεγονότων. Βλ. μυθοπλασία, -μανία. [< γαλλ. mythomanie, 1905, αγγλ. mythomania, περ. 1909]
33221μυθοπλασίαμυ-θο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μυθοπλαστία 1. δημιουργία μυθικών διηγήσεων. 2. (μτφ.) σκόπιμη επινόηση ψεύτικων ιστοριών: έργα/ταινία ~ας. Πβ. μυθοποιία, ψευδολογία. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. αφήγηση φανταστικών καταστάσεων που παρουσιάζονται σαν πραγματικές, η οποία αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό στα μικρά παιδιά, αλλά παθολογικό στους ενήλικες. Βλ. μυθομανία, -πλασία. [< 1: μεσν. μυθοπλασία· μτγν. μυθοπλαστία, γαλλ. fabulation]
33222μυθοπλάστηςμυ-θο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) 1. συγγραφέας μυθικών διηγήσεων. Πβ. μυθογράφος. 2. πρόσωπο που πλάθει ψεύτικες ιστορίες. Πβ. μυθοποιός, παραμυθάς. [< 2: μτγν. μυθοπλάστης]
33223μυθοπλαστικός, ή, ό μυ-θο-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μυθοπλασία: ~ός: λόγος/χαρακτήρας. ~ή: αφήγηση/διάσταση/ικανότητα/ταινία/φαντασία. ~ό: έργο/υλικό. ● επίρρ.: μυθοπλαστικά
33224μυθοποίησημυ-θο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση μυθικών διαστάσεων και γενικότ. εκδήλωση υπερβολικού θαυμασμού σε κάποιον ή κάτι: ~ ηγέτη/του ποιητή και του έργου του. ~ της τεχνολογίας. ~ και εξιδανίκευση του απώτερου παρελθόντος. Πβ. μυθολόγηση, θεοποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απομυθοποίηση [< μτγν. μυθοποίησις ‘διάπλαση μύθων’, γαλλ. mythification, αγγλ. mythopoesis]
33225μυθοποιητικός, ή, ό μυ-θο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μυθοποίηση: ~ός: λόγος. ~ή: σκέψη/φαντασία. ~ά: στοιχεία. Βλ. -ποιητικός. ΑΝΤ. απομυθοποιητικός [< μτγν. μυθοποιητικός, αγγλ. mythopoeic]
33226μυθοποιίαμυ-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): επινόηση και συγγραφή μυθικών διηγήσεων· γενικότ. κατασκευή ψεύτικων ιστοριών. Πβ. μυθοπλασία. Βλ. -ποιία. [< μτγν. μυθοποιία, αγγλ. mythopoesis]
33227μυθοποιόςμυ-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που επινοεί και συνήθ. συγγράφει πλαστές διηγήσεις, όπως μύθους και παραμύθια: Αρχαίος Έλληνας ~. Πβ. μυθοπλάστης. Βλ. -ποιός. [< αρχ. μυθοποιός]
33228μυθοποιώ[μυθοποιῶ] μυ-θο-ποι-ώ ρ. {μτβ.) {μυθοποι-είς ... | μυθοποί-ησε, -είται, -ημένος}: αποδίδω μυθικές διαστάσεις σε κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. υπερεκτιμώ την αξία του: Οι αγωνιστές της επανάστασης έχουν ~ηθεί. ~ημένη: μορφή.|| Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ~ήσει τις μηχανές. Πβ. εξιδανικεύω, θεοποιώ. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. απομυθοποιώ [< μτγν. μυθοποιῶ ‘επινοώ, λέω παραμύθια’, γαλλ. mythifier, 1929]
33229μύθος[μῦθος] μύ-θος ουσ. (αρσ.) 1. αφήγηση, λαϊκής συνήθ. έμπνευσης, με θεούς, υπερφυσικά όντα και ήρωες, που μεταφέρεται μέσω της παράδοσης, αναφέρεται στη δημιουργία του κόσμου, ερμηνεύει τα φυσικά φαινόμενα και απηχεί τον ανθρώπινο πολιτισμό και τη σκέψη: διδακτικός/εσχατολογικός/θρησκευτικός/ιδρυματικός/ιστορικός/κλασικός/λαϊκός/πανάρχαιος/χριστιανικός ~. Διονυσιακοί/ελληνικοί/κοσμογονικοί ~οι. ~οι για τους θεούς του Ολύμπου. Γέννηση/ερμηνεία/παραλλαγές/πηγή/προέλευση/ο ρόλος/ο συμβολισμός του ~ου. Ο ~ της αιώνιας επιστροφής/της Ατλαντίδας/της Ευρώπης/του Προμηθέα. Από τον ~ο στην ιστορία. Η αλήθεια πίσω από τον ~ο. Στην αχλή του ~ου. Πλάθω έναν ~ο. Ανατρέχω/πιστεύω σε έναν ~ο. Πβ. μυθολόγημα, παραμύθι.|| (ΦΙΛΟΛ.) Οι ~οι του Αισώπου/~οι του Λαφοντέν (: ιστορίες με αλληγορικό περιεχόμενο και ηθικό δίδαγμα). Ο πλατωνικός ~ του σπηλαίου. Βλ. αλληγορία. 2. (μτφ.) κάθε ανακριβής, ψευδής και ευρέως διαδεδομένη αντίληψη: εθνικός/κοινωνικός/πολιτικός/σύγχρονος ~. Προσωπικοί ~οι. ~ ή πραγματικότητα; Ο ~ του λυκάνθρωπου/της παγκοσμιοποίησης. Ένας ~ διαδίδεται/καταρρέει/κυκλοφορεί. Γκρεμίζω/δημιουργώ/καταρρίπτω/φτιάχνω έναν ~ο. Είναι ~ ότι ... Πβ. ουτοπία. 3. (ειδικότ.) πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που έχει πάρει μυθικές διαστάσεις, έχει εξιδανικευτεί: ζωντανός ~. Ένας ηθοποιός που έγινε ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα ~. Πβ. θρύλος. 4. υπόθεση έργου: Ο βασικός ~ του δράματος/της ταινίας. Η εξέλιξη/τα πρόσωπα του ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: αστικός μύθος βλ. αστικός ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης βλ. δίκη [< 1: αρχ. μῦθος, γερμ. Mythos, γαλλ. mythe, αγγλ. myth]
33230μυθώδης, ης, ες μυ-θώ-δης επίθ. {μυθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος, αμέτρητος, ανυπολόγιστος: ~ης: περιουσία. ~εις: απολαβές. ~η: κέρδη/πλούτη/ποσά. ΣΥΝ. μυθικός (2) 2. που μοιάζει με μύθο, πλαστός: ~ης: παράδοση (= μυθική). ~ες: πρόσωπο. Πβ. θρυλικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. μυθώδης ‘μυθικός, θρυλικός’]
33231μυίαβλ. μύγα
33232μυϊκός, ή, ό μυ-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στους μυς: ~ός: ιστός/όγκος/πόνος (πβ. μυαλγία)/σπασμός (: ~ή σύσπαση)/χιτώνας. ~ή: αντοχή/ατονία/ατροφία/δραστηριότητα/δύναμη/θλάση/μάζα/μνήμη (: απομνημόνευση κινήσεων, βλ. κιναισθησία)/στιβάδα/συστολή/τάση. ~ό: σύστημα. Βλ. νευρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: λείοι μύες βλ. λείος, μυϊκή άτρακτος βλ. άτρακτος, μυϊκή δυστροφία βλ. δυστροφία, μυϊκός τόνος βλ. τόνος1 [< γαλλ. musculaire]
33233μυϊκότηταμυ-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): βαθμός ανάπτυξης των μυών του σώματος: αύξηση της δύναμης και της ~ας. Βλ. γράμμωση, μπόντι-μπίλντινγκ, -ότητα. [< αγγλ. muscularity]
33234μυκηθμόςμυ-κηθ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μουγκρητό ζώων, κυρ. βοοειδών. Πβ. βρυχηθμός. ΣΥΝ. μουγκανητό 2. (μτφ.) άγρια και δυνατή βοή: κραυγές και ~οί. [< 1: αρχ. μυκηθμός]
33235μυκήλιομυ-κή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΒΟΤ. φυτικό νηματώδες τμήμα μύκητα, που αποτελεί τον θαλλό του: βλαστικό/λευκό ~. ~α μανιταριών. Ανάπτυξη ~ίου σε ιστό/ξενιστή. Βλ. καρπόσωμα. [< γαλλ. mycélium, αγγλ. mycelium]
33236μυκηναϊκός, ή, ό μυ-κη-να-ϊ-κός επίθ.: ΑΡΧ. που αναφέρεται στις αρχαίες Μυκήνες ή στη μυκηναϊκή περίοδο: ~ός: πολιτισμός/τάφος. ~ές: πινακίδες. Βλ. κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μυκηναϊκή περίοδος/εποχή: υστεροελλαδική εποχή/περιόδος. [< γαλλ. mycénien, αγγλ. Mycenean]
33237μύκηταςμύ-κη-τας ουσ. (αρσ.) {μυκήτων}: ΒΙΟΛ. κάθε μονοκύτταρος ή πολυκύτταρος φυτικός οργανισμός χωρίς χλωροφύλλη που ζει παρασιτικά ή ως σαπρόφυτο, απορροφώντας τροφή από το περιβάλλον: δηλητηριώδης ~. Παθογόνοι ~ες. ~ες του εδάφους. Βλ. ζυμο~, μαγιά, μανιτάρι, σακχαρο~. [< αρχ. μύκης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.