Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33900-33920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33234μυκηθμόςμυ-κηθ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μουγκρητό ζώων, κυρ. βοοειδών. Πβ. βρυχηθμός. ΣΥΝ. μουγκανητό 2. (μτφ.) άγρια και δυνατή βοή: κραυγές και ~οί. [< 1: αρχ. μυκηθμός]
33235μυκήλιομυ-κή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΒΟΤ. φυτικό νηματώδες τμήμα μύκητα, που αποτελεί τον θαλλό του: βλαστικό/λευκό ~. ~α μανιταριών. Ανάπτυξη ~ίου σε ιστό/ξενιστή. Βλ. καρπόσωμα. [< γαλλ. mycélium, αγγλ. mycelium]
33236μυκηναϊκός, ή, ό μυ-κη-να-ϊ-κός επίθ.: ΑΡΧ. που αναφέρεται στις αρχαίες Μυκήνες ή στη μυκηναϊκή περίοδο: ~ός: πολιτισμός/τάφος. ~ές: πινακίδες. Βλ. κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μυκηναϊκή περίοδος/εποχή: υστεροελλαδική εποχή/περιόδος. [< γαλλ. mycénien, αγγλ. Mycenean]
33237μύκηταςμύ-κη-τας ουσ. (αρσ.) {μυκήτων}: ΒΙΟΛ. κάθε μονοκύτταρος ή πολυκύτταρος φυτικός οργανισμός χωρίς χλωροφύλλη που ζει παρασιτικά ή ως σαπρόφυτο, απορροφώντας τροφή από το περιβάλλον: δηλητηριώδης ~. Παθογόνοι ~ες. ~ες του εδάφους. Βλ. ζυμο~, μαγιά, μανιτάρι, σακχαρο~. [< αρχ. μύκης]
33238μυκητίασημυ-κη-τί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε νόσος ή μόλυνση που προκαλείται από μύκητες: θεραπεύσιμη/κολπική/σπογγοειδής ~. ~ νυχιών (πβ. ονυχο~)/ποδιών/στόματος. Βλ. ασπεργίλλωση, καντιντίαση, μονιλίαση. 2. ΒΟΤ. ασθένεια των φυτών από την παρουσία μυκήτων. Βλ. βερτισιλλίωση, -ίαση. [< γαλλ. mycose, αγγλ. mycosis]
33239μυκητιασικός, ή, ό μυ-κη-τι-α-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μυκητίαση ή οφείλεται σε μύκητες: ~ή: κολπίτιδα/λοίμωξη/μόλυνση. [< γαλλ. mycos ique, αγγλ. mycotic]
33240μυκητοειδής, ής, ές μυ-κη-το-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. μυκητώδης. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: μυκητοειδής πλάκα: ΟΙΚΟΔ. πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος με δύο επίπεδες επιφάνειες που αποτελείται από πλατιά δοκάρια, ενώ το κενό μεταξύ τους καλύπτεται με τσιμεντόλιθους.
33241μυκητοκτόνος, ος, ο μυ-κη-το-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που καταστρέφει τους μύκητες: ~ος: δράση. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: μυκητοκτόνο (το): φάρμακο που συντελεί στην καταστροφή των μυκήτων ή προλαμβάνει την ανάπτυξή τους: προστατευτικό/χαλκούχο ~. Ψεκασμός με ~α. Βλ. -κτόνο. [< γαλλ. fongicide]
33242μυκητολογίαμυ-κη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & μυκολογία: επιστημονικός κλάδος της βοτανικής που ασχολείται με τους μύκητες και τις ασθένειες που προκαλούν: γενική/ιατρική/κλινική ~. Βλ.-λογία. [< γαλλ. mycologie, αγγλ. mycology]
33243μυκητολογικός, ή, ό μυ-κη-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μυκητολογία ή τους μύκητες: ~ή: ασθένεια/εξέταση. [< γαλλ. mycologique, αγγλ. mycologic(al)]
33244μυκητώδης, ης, ες μυ-κη-τώ-δης επίθ. {μυκητώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που μοιάζει ή σχετίζεται με μύκητα: ~ης: όγκος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. μυκητοειδής ● ΣΥΜΠΛ.: μυκητώδης στοματίτιδα βλ. στοματίτιδα [< γαλλ. mycosique]
33245μυκοβακτηρίδιομυ-κο-βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος αερόβιων νηματοειδών βακτηρίων που αντέχουν στα οξέα και μπορεί να είναι παθογόνα για τον άνθρωπο και τα ζώα: ~ της λέπρας/φυματίωσης. Μόλυνση από ~. [< αγγλ. mycobacterium, 1909, γαλλ. mycobactérie, περ. 1950]
33246μυκολογίαβλ. μυκητολογία
33247μυκονιάτικος, η, ο μυ-κο-νιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Μύκονο ή/και τους Μυκονιάτες.
33248μυκόπλασμαμυ-κό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παθογόνος παρασιτικός παράγοντας χωρίς κυτταρικό τοίχωμα (γένος Mycoplasma, οικογ. Mycoplasmataceae), ο μικρότερος προκαρυωτικός οργανισμός που μπορεί να επιβιώσει χωρίς οξυγόνο: ~ του γεννητικού συστήματος/της πνευμονίας/τραχηλικού επιχρίσματος. Λοίμωξη από ~. Βλ. -πλασμα. [< αγγλ. mycoplasma, 1955, γαλλ. mycoplasme, περ. 1970]
33249μυκοτοξίνεςμυ-κο-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. μυκοτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξικές ουσίες που παράγονται από ορισμένους μύκητες και αναπτύσσονται σε πολλά νωπά προϊόντα, καθιστώντας τα αρκετά επιβλαβή για την υγεία. Βλ. αφλατοξίνες. [< γαλλ. mycotoxine, 1910, αγγλ. mycotoxin, 1962]
33250μυκτηρίζωμυ-κτη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {μυκτήρι-σε} (απαιτ. λεξιλόγ.): διατυπώνω κατηγορίες, χλευάζω: Μας ~ουν και μας ελεεινολογούν. Πβ. εμπαίζω, κοροϊδεύω, λοιδορώ. [< αρχ. μυκτηρίζω]
33251μυκτηρισμόςμυ-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διατύπωση κατηγοριών, χλευασμός. Πβ. εμπαιγμός, κοροϊδία, λοιδορία. Βλ. -ισμός. [< μτγν. μυκτηρισμός]
57622μύλη

[χῶμα] χώ-μα ουσ. (ουδ.) {χώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΓΕΩΛ. στρώμα της επιφάνειας της Γης, μείγμα θρυμματισμένων ανόργανων-ορυκτών ουσιών, χούμου, συνήθ. νερού και αέρα, το οποίο αποτελεί το φυσικό μέσο για την ανάπτυξη των φυτικών οργανισμών και υπόκειται στην επίδραση γεωλογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων· ποσότητα του αντίστοιχου μείγματος ή σκόνη που επικάθεται σε επιφάνειες: αμμώδες/αργιλικό (= αργιλόχωμα, ασπρόχωμα)/αφράτο/ηφαιστειακό/κόκκινο (= κοκκινόχωμα)/λεπτό/μαλακό/μαύρο/μολυσμένο/παχύ/πηλώδες/φρέσκο ~. Πλούσιο/φτωχό ~ κήπου (πβ. φυτόχωμα). Βρεγμένο/νοτισμένο/ξερό/πατημένο/ποτισμένο/υγρό ~. ~ για γκαζόν/γλάστρες (βλ. παράχωμα). Μια χούφτα ~. Οδοστρώματα από συμπιεσμένο ~. Ξεράθηκε το ~. Σκάβω/σκαλίζω το ~. Φυτεύω στο ~. Σκεπάζω κάτι με ~. Οδήγηση στο ~ (: σε χωματόδρομο, ΑΝΤ. άσφαλτος).|| ~ατα εκσκαφών. Εναποθέσεις/κατολισθήσεις/όγκοι/πτώσεις/σωροί/τόνοι ~άτων. Παιχνίδι με τα ~ατα. Καταπλακώθηκε από ~ατα (και πέτρες).|| Γεμάτος ~ατα και λάσπες. Σήκωσε ~ (πβ. κονιορτός). Βλ. πρό-, φυλλό-χωμα. 2. έδαφος· κατ΄επέκτ. τόπος, χώρα, συνήθ. η πατρίδα: πεσμένος/ριγμένος στο ~. Άνυδρα/διψασμένα ~ατα. Κυλιέται στο ~.|| Ελληνικό/ευλογημένο ~. Αιματοβαμμένα/δοξασμένα/ιερά/μαρτυρικά/τιμημένα/φιλόξενα ~ατα. Επιστροφή/προσκύνημα στα πατρικά ~ατα. Σε ξένα ~ατα (= στην ξενιτιά). Πβ. γη. 3. (μτφ.) τάφος: Είναι στο/κάτω από το ~. Μπήκε στο ~ (: πέθανε και τον έθαψαν). ● Υποκ.: χωματάκι (το): στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: άγια χώματα βλ. άγιος ● ΦΡ.: είμαι/γίνομαι χώμα (αργκό): είμαι πολύ κουρασμένος, εξουθενωμένος ή σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση: Είναι ~, δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του (= είναι λιώμα, πτώμα).|| Έχω γίνει ~ (: έχω καταρρακωθεί)., τρώω χώμα (αργκό) 1. υφίσταμαι ήττα (σε αναμέτρηση): Έφαγαν ~ σε πολλούς αγώνες. 2. & τρώει η μούρη μου χώμα: πέφτω κάτω: Έφαγε ~. Πβ. έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα, τρώω/σπάω τα μούτρα μου.|| (απειλητ.) Θα σου δώσω μία που θα φας ~/θα φάει η μούρη σου ~ (: θα σωριαστείς)!, χώμα είμαστε και χώμα θα γίνουμε & χώμα είμαστε και στο χώμα καταλήγουμε/θα γυρίσουμε: για να δηλωθεί το αναπόφευκτο του θανάτου, η φθαρτή υπόσταση του ανθρώπου., (ας/να είναι) ελαφρύ/ελαφρό το χώμα που σε/τον σκεπάζει βλ. ελαφρύς, κάνω λιώμα/χώμα βλ. λιώμα, τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι βλ. σκοτάδι [< αρχ. χῶμα]

33252μύλημύ-λη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΑΝΑΤ. το ορατό τμήμα του δοντιού που δεν καλύπτεται από τα ούλα: τεχνητή (πβ. στεφάνη)/φυσική ~. Ανασύσταση/επιμήκυνση ~ης. Κάταγμα στη ~. Η ~ περιβάλλεται εξωτερικά από την αδαμαντίνη. Βλ. ρίζα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κύλινδρος από πέτρα ή μέταλλο, τροχός για άλεση ή ακόνισμα. Βλ. ακόνι, μυλόπετρα. 3. ΑΝΑΤ. (σπάν.) το στρογγυλό οστό της επιγονατίδας. 4. (σπάν.) μικρός χειρόμυλος. ● ΣΥΜΠΛ.: μύλη κύηση: ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση της μήτρας λόγω εκφυλισμού τμήματος του πλακούντα, κυρ. κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, που μπορεί να μετεξελιχθεί σε καρκίνωμα: μερική/πλήρης ~ ~. [< γαλλ. môle ] [< αρχ. μύλη, γαλλ. meule]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.