| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33253 | μυλοκόπι | μυ-λο-κό-πι: ΖΩΟΛ. είδος σαρκοφάγου ψαριού (επιστ. ονομασ. Umbrina Cirrosa, οικογ. Sciaenidae) με σκούρες γραμμές στη ράχη και κοντό και παχύ γένι στο σαγόνι, το οποίο φημίζεται για τη νόστιμη σάρκα του. [< μτγν. μυλοκόπιον] | |
| 33254 | μυλόλιθος | μυ-λό-λι-θος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μυλόπετρα. | |
| 33255 | μυλόπετρα | μυ-λό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) 1. κυλινδρική πέτρα για την άλεση των σιτηρών στον μύλο ή για τη σύνθλιψη των καρπών της ελιάς στο ελαιοπιεστήριο. Βλ. μύλη. ΣΥΝ. μυλόλιθος 2. (μτφ.) καθετί πιεστικό και καταναγκαστικό, βαρύ φορτίο: στις ~ες του ανταγωνισμού/της κρίσης. [< 1: μεσν. μυλόπετρα] | |
| 33256 | μύλος | μύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. κτίσμα με εγκαταστάσεις άλεσης σιτηρών ή καρπών: παραδοσιακός/περιστρεφόμενος ~. Η ρόδα/φτερωτή του ~ου. Βλ. αλευρό-, ανεμό-, νερό-μυλος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα για κονιορτοποίηση, πολτοποίηση ή θρυμματισμό στερεών κυρ. υλικών: ~ δημητριακών/ζάχαρης άχνης/του καφέ (= καφεκόπτης)/πιπεριού. Περνάμε τα λαχανικά/φρούτα από τον ~ο (πβ. μπλέντερ).|| Εργαστηριακός ~. ~ απορριμμάτων. 3. κυλινδρικός περιστρεφόμενος μηχανισμός πιστολιού που λειτουργεί ως φυσιγγιοθήκη: ~ έξι φυσιγγίων. Εσωτερικός ~ οκτώ βολών. Ανταλλακτικός ~ για αεροβόλα. 4. (προφ.) κατασκευή συνήθ. με χάρτινα ή πλαστικά πτερύγια που περιστρέφονται στον αέρα, συχνά ως παιδικό παιχνίδι. Πβ. φουρφούρι. ● μύλοι (οι): βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραγωγής προϊόντων άλεσης, κυρ. δημητριακών. ● ΦΡ.: γίνεται/γίναμε μύλος (προφ.): για μεγάλη αναταραχή, τσακωμό: Με πρόσβαλε και γίναμε ~ (= μαλλιά κουβάρια)., δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει (παροιμ.): δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι χωρίς τα αναγκαία εφόδια., όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει: οι κοινωνικά και οικονομικά ισχυροί έχουν πάντα όφελος, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά., κουβαλάει νερό στον μύλο κάποιου βλ. κουβαλώ, ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει βλ. αλέθω, σαν την κότα στο μύλο βλ. κότα [< μτγν. μύλος] | |
| 33257 | μυλωνάς | μυ-λω-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή εργάτης μύλου. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: από μυλωνάς δεσπότης: για κάποιον που παίρνει τη μια προαγωγή μετά την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα ή καταλαμβάνει ανώτερη θέση χωρίς να το αξίζει. ΑΝΤ. από δήμαρχος κλητήρας, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά (παροιμ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακό, με ωραία εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα ασήμαντο., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι: για να δηλωθεί ότι ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του θέματα, αδιαφορώντας για τις υποθέσεις των άλλων. [< μεσν. μυλωνάς] | |
| 33258 | μυλωνού | μυ-λω-νού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σύζυγος μυλωνά. Βλ. -ού1. ● ΦΡ.: (βάζει) και η μυλωνού/η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες (παροιμ.): σε περιπτώσεις που υπερεκτιμά κάποιος την αξία του εαυτού του ή ενός δικού του ανθρώπου και τον εξισώνει με κάποιον ανώτερό του. | |
| 33259 | μύξα | μύ-ξα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. γλοιώδης ουσία που βγαίνει από τον βλεννογόνο της μύτης: Τρέχουν οι ~ες του. Σκουπίζω/φυσώ τις ~ες μου με ένα χαρτομάντιλο. Πβ. κακάδι. Βλ. βλέννα. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε ουσία με παρόμοια υφή: Οι ακαθάριστες μπάμιες έχουν ~. 3. (μτφ.) για πρόσωπο ή πράγμα ασήμαντο και αηδιαστικό, που προξενεί αποστροφή. Πβ. μυξιάρης. ● Υποκ.: μυξούλα (η) ● ΦΡ.: σάλια μύξες βλ. σάλιο [< αρχ. μύξα] | |
| 33260 | μυξιάρης | , α, ικο μυ-ξιά-ρης επίθ./ουσ. (μειωτ.) 1. για κάποιον που τρέχει συνέχεια η μύτη του μύξες. 2. (μτφ.) σιχαμερός, αηδιαστικός. Βλ. -ιάρης. ● Ουσ.: μυξιάρικο (το): μωρό ή μικρό παιδί, συνήθ. αδύνατο, που κλαίει συνεχώς. Βλ. βυζανιάρικο, κουτσούβελο, νιάνιαρο. | |
| 33261 | μυξοίδημα | μυ-ξοί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πάθηση που οφείλεται σε δυσλειτουργία του θυρεοειδούς και χαρακτηρίζεται από εμφάνιση οιδημάτων κάτω από το δέρμα, ξηρότητα επιδερμίδας και προβλήματα διανοητικής και σεξουαλικής φύσης: πρωτοπαθές/συγγενές ~. Βλ. κρετιν-, υποθυρεοειδ-ισμός. [< γαλλ. myxœdème, αγγλ. myxoedema] | |
| 33262 | μυξοκλαίω | μυ-ξο-κλαί-ω ρ. (αμτβ.) {μυξόκλαιγα} (προφ.) 1. (κυρ. για μικρό παιδί) κλαίω και βγάζω μύξες που προσπαθώ να τις συγκρατήσω, ρουφώντας τη μύτη μου. 2. κλαψουρίζω. | |
| 33263 | μυξομάντιλο | μυ-ξο-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & μυξομάντηλο (προφ.): μαντίλι, συνήθ. χαρτομάντιλο, για να σκουπίζουμε τη μύτη. [< μεσν. μυξομάνδηλον] | |
| 33264 | μυξοπαρθένα | βλ. μιξοπαρθένα | |
| 33265 | μύξωμα | μύ-ξω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης βλεννώδης όγκος που αποτελείται από κύτταρα συνδετικού ιστού: καρδιακό/κολπικό/κυστικό ~. ~ άνω/κάτω γνάθου. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. myxome, αγγλ. myxoma] | |
| 33266 | μυο1- & μυ- | : α' συνθετικό επιστημονικών κυρ. όρων με αναφορά σε μυ ή στο μυϊκό σύστημα: μυο-κάρδιο/~πάθεια/~σφαιρίνη. | |
| 33267 | μυο2- | (σπάν.-λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο ποντίκι: ~κτόνο. | |
| 33268 | μυογράφημα | μυ-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. νευροφυσιολογική εξέταση που περιλαμβάνει γραφική παράσταση του μυϊκού τόνου. Πβ. ηλεκτρο~. Βλ. -γράφημα. [< γαλλ. myogramme, αγγλ. myogram] | |
| 33269 | μυοϊνοσιτόλη | ι-νο-σι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα εννέα ισομερή της ινοσιτόλης (Βιταμίνη Β8) [< αγγλ. myoinositol, 1951] | |
| 33270 | μυοκάρδιο | μυ-ο-κάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {μυοκαρδί-ου}: ΑΝΑΤ. η μέση μυϊκή στιβάδα του καρδιακού τοιχώματος που αποτελεί το συσταλτό μέρος της καρδιάς: ισχαιμία/σπινθηρογράφημα ~ου. Βλ. ενδο-, περι-κάρδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: έμφραγμα του μυοκαρδίου: ΙΑΤΡ. βλάβη της καρδιάς που προκαλείται από παρατεταμένο σπασμό ή θρόμβωση των στεφανιαίων αρτηριών. ΣΥΝ. καρδιακή προσβολή [< γαλλ. myocarde, αγγλ. myocardium] | |
| 33271 | μυοκαρδιοπάθεια | μυ-ο-καρ-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε μη φλεγμονώδης νόσος του μυοκαρδίου: αλκοολική/αποφρακτική/διαβητική/διατατική/ισχαιμική/κληρονομική/περιοριστική/συμφορητική/υπερτροφική ~. ~ δεξιάς κοιλίας. ΣΥΝ. καρδιομυοπάθεια | |
| 33272 | μυοκαρδίτιδα | μυ-ο-καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση της καρδιάς που προκαλείται από φλεγμονή του μυοκαρδίου: ιογενής/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. myocardite, αγγλ. myocarditis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ