Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33940-33960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33257μυλωνάςμυ-λω-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή εργάτης μύλου. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: από μυλωνάς δεσπότης: για κάποιον που παίρνει τη μια προαγωγή μετά την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα ή καταλαμβάνει ανώτερη θέση χωρίς να το αξίζει. ΑΝΤ. από δήμαρχος κλητήρας, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά (παροιμ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακό, με ωραία εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα ασήμαντο., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι: για να δηλωθεί ότι ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του θέματα, αδιαφορώντας για τις υποθέσεις των άλλων. [< μεσν. μυλωνάς]
33258μυλωνούμυ-λω-νού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σύζυγος μυλωνά. Βλ. -ού1. ● ΦΡ.: (βάζει) και η μυλωνού/η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες (παροιμ.): σε περιπτώσεις που υπερεκτιμά κάποιος την αξία του εαυτού του ή ενός δικού του ανθρώπου και τον εξισώνει με κάποιον ανώτερό του.
33259μύξαμύ-ξα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. γλοιώδης ουσία που βγαίνει από τον βλεννογόνο της μύτης: Τρέχουν οι ~ες του. Σκουπίζω/φυσώ τις ~ες μου με ένα χαρτομάντιλο. Πβ. κακάδι. Βλ. βλέννα. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε ουσία με παρόμοια υφή: Οι ακαθάριστες μπάμιες έχουν ~. 3. (μτφ.) για πρόσωπο ή πράγμα ασήμαντο και αηδιαστικό, που προξενεί αποστροφή. Πβ. μυξιάρης. ● Υποκ.: μυξούλα (η) ● ΦΡ.: σάλια μύξες βλ. σάλιο [< αρχ. μύξα]
33260μυξιάρης, α, ικο μυ-ξιά-ρης επίθ./ουσ. (μειωτ.) 1. για κάποιον που τρέχει συνέχεια η μύτη του μύξες. 2. (μτφ.) σιχαμερός, αηδιαστικός. Βλ. -ιάρης. ● Ουσ.: μυξιάρικο (το): μωρό ή μικρό παιδί, συνήθ. αδύνατο, που κλαίει συνεχώς. Βλ. βυζανιάρικο, κουτσούβελο, νιάνιαρο.
33261μυξοίδημαμυ-ξοί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πάθηση που οφείλεται σε δυσλειτουργία του θυρεοειδούς και χαρακτηρίζεται από εμφάνιση οιδημάτων κάτω από το δέρμα, ξηρότητα επιδερμίδας και προβλήματα διανοητικής και σεξουαλικής φύσης: πρωτοπαθές/συγγενές ~. Βλ. κρετιν-, υποθυρεοειδ-ισμός. [< γαλλ. myxœdème, αγγλ. myxoedema]
33262μυξοκλαίωμυ-ξο-κλαί-ω ρ. (αμτβ.) {μυξόκλαιγα} (προφ.) 1. (κυρ. για μικρό παιδί) κλαίω και βγάζω μύξες που προσπαθώ να τις συγκρατήσω, ρουφώντας τη μύτη μου. 2. κλαψουρίζω.
33263μυξομάντιλομυ-ξο-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & μυξομάντηλο (προφ.): μαντίλι, συνήθ. χαρτομάντιλο, για να σκουπίζουμε τη μύτη. [< μεσν. μυξομάνδηλον]
33264μυξοπαρθέναβλ. μιξοπαρθένα
33265μύξωμαμύ-ξω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης βλεννώδης όγκος που αποτελείται από κύτταρα συνδετικού ιστού: καρδιακό/κολπικό/κυστικό ~. ~ άνω/κάτω γνάθου. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. myxome, αγγλ. myxoma]
33266μυο1- & μυ-: α' συνθετικό επιστημονικών κυρ. όρων με αναφορά σε μυ ή στο μυϊκό σύστημα: μυο-κάρδιο/~πάθεια/~σφαιρίνη.
33267μυο2-(σπάν.-λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο ποντίκι: ~κτόνο.
33268μυογράφημαμυ-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. νευροφυσιολογική εξέταση που περιλαμβάνει γραφική παράσταση του μυϊκού τόνου. Πβ. ηλεκτρο~. Βλ. -γράφημα. [< γαλλ. myogramme, αγγλ. myogram]
33269μυοϊνοσιτόληι-νο-σι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα εννέα ισομερή της ινοσιτόλης (Βιταμίνη Β8) [< αγγλ. myoinositol, 1951]
33270μυοκάρδιομυ-ο-κάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {μυοκαρδί-ου}: ΑΝΑΤ. η μέση μυϊκή στιβάδα του καρδιακού τοιχώματος που αποτελεί το συσταλτό μέρος της καρδιάς: ισχαιμία/σπινθηρογράφημα ~ου. Βλ. ενδο-, περι-κάρδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: έμφραγμα του μυοκαρδίου: ΙΑΤΡ. βλάβη της καρδιάς που προκαλείται από παρατεταμένο σπασμό ή θρόμβωση των στεφανιαίων αρτηριών. ΣΥΝ. καρδιακή προσβολή [< γαλλ. myocarde, αγγλ. myocardium]
33271μυοκαρδιοπάθειαμυ-ο-καρ-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε μη φλεγμονώδης νόσος του μυοκαρδίου: αλκοολική/αποφρακτική/διαβητική/διατατική/ισχαιμική/κληρονομική/περιοριστική/συμφορητική/υπερτροφική ~. ~ δεξιάς κοιλίας. ΣΥΝ. καρδιομυοπάθεια
33272μυοκαρδίτιδαμυ-ο-καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση της καρδιάς που προκαλείται από φλεγμονή του μυοκαρδίου: ιογενής/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. myocardite, αγγλ. myocarditis]
33273μυοκτονίαμυ-ο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξολόθρευση τρωκτικών σε έναν χώρο, κυρ. κτίριο: πιστοποιητικό/συνεργείο ~ας. Βλ. απεντόμωση, απολύμανση, -κτονία.
33274μυοκτόνομυ-ο-κτό-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δηλητηριώδες σκεύασμα για καταπολέμηση και εξολόθρευση τρωκτικών. Βλ. -κτόνο. ΣΥΝ. ποντικοκτόνο, ποντικοφάρμακο [< μτγν. μυοκτόνος]
33275μυολογίαμυ-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη λειτουργία και τις παθήσεις των μυών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. myologie, αγγλ. myology]
33276μυομήτριομυ-ο-μή-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {μυομητρί-ου}: ΑΝΑΤ. μαλακός και παχύς χιτώνας στο εσωτερικό της μήτρας που αποτελείται από μυϊκές ίνες: διεγερτικά/διήθηση/όγκος/συσπάσεις/συστολές του ~ου. Βλ. ενδομήτριο. [< γαλλ. myomètre, αγγλ. myometrium, 1900]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.