| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33273 | μυοκτονία | μυ-ο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξολόθρευση τρωκτικών σε έναν χώρο, κυρ. κτίριο: πιστοποιητικό/συνεργείο ~ας. Βλ. απεντόμωση, απολύμανση, -κτονία. | |
| 33274 | μυοκτόνο | μυ-ο-κτό-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δηλητηριώδες σκεύασμα για καταπολέμηση και εξολόθρευση τρωκτικών. Βλ. -κτόνο. ΣΥΝ. ποντικοκτόνο, ποντικοφάρμακο [< μτγν. μυοκτόνος] | |
| 33275 | μυολογία | μυ-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη λειτουργία και τις παθήσεις των μυών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. myologie, αγγλ. myology] | |
| 33276 | μυομήτριο | μυ-ο-μή-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {μυομητρί-ου}: ΑΝΑΤ. μαλακός και παχύς χιτώνας στο εσωτερικό της μήτρας που αποτελείται από μυϊκές ίνες: διεγερτικά/διήθηση/όγκος/συσπάσεις/συστολές του ~ου. Βλ. ενδομήτριο. [< γαλλ. myomètre, αγγλ. myometrium, 1900] | |
| 33277 | μυοπάθεια | μυ-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε κληρονομική ή επίκτητη πάθηση του μυϊκού συστήματος: βαριά/πρωτοπαθής/φλεγμονώδης ~. Βλ. καρδιο~, -πάθεια. [< γαλλ. myopathie, αγγλ. myopathy] | |
| 33278 | μυοσίνη | μυ-ο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη με ισχυρή ενζυμική δράση που, μαζί με την ακτίνη και την τριφωσφορική αδενοσίνη, είναι υπεύθυνη για τη συστολή των μυών. Βλ. -ίνη, τροπο~. [< γαλλ. myosine, αγγλ. myosin, 1942] | |
| 33279 | μυοσκελετικός | , ή, ό μυ-ο-σκε-λε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον σκελετό και τους μυς: ~ός: πόνος (βλ. ινομυαλγία). ~ή: διαταραχή/δυσλειτουργία/κάκωση/καταπόνηση/ογκολογία/πάθηση. ~ό: πρόβλημα/τραύμα.|| (ως ουσ.) Κακώσεις του ~ού (ενν. συστήματος). [< αγγλ. musculoskeletal, περ. 1944, γαλλ. musculosquelettique] | |
| 33280 | μυοσφαιρίνη | μυ-ο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη κόκκινου χρώματος που βρίσκεται στα μυϊκά κύτταρα, περιέχει σίδηρο και μεταφέρει οξυγόνο από το αίμα, απελευθερώνοντάς το στους μυς κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης. Βλ. αιμοσφαιρίνη, -ίνη. [< γερμ. Myoglobin, 1921, αγγλ. myoglobin, 1925, γαλλ. myoglobine] | |
| 33281 | μυοτονία | μυ-ο-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καθυστερημένη χαλάρωση μυός μετά από έντονη σύσπαση, χαρακτηριστική πολλών μυϊκών διαταραχών: συγγενής ~. [< αγγλ. myotonia] | |
| 33282 | μυοτονικός | , ή, ό μυ-ο-το-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον μυϊκό τόνο: ~ή: δυστροφία. [< αγγλ. myotonic] | |
| 33283 | μυοχαλαρωτικός | , ή, ό μυ-ο-χα-λα-ρω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί μυϊκή χαλάρωση: ~ή: δράση/ένεση/ουσία. ~ό: μασάζ.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. φάρμακο) σκελετικών μυών. [< γαλλ. myorelaxant] | |
| 33284 | μύραινα | μύ-ραι-να ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΧΘΥΟΛ. σμέρνα. [< αρχ. μύραινα] | |
| 33285 | μυριάδα | μυ-ρι-ά-δα αριθμητ. (λόγ.) 1. δέκα χιλιάδες ομοειδείς μονάδες, ο αριθμός δέκα χιλιάδες. Βλ. -άδα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) αναρίθμητο πλήθος, τεράστιος αριθμός: ~ες θυμάτων/ψυχών. ~ες προβλήματα. [< αρχ. μυριάς, γαλλ. myriade, αγγλ. myriad] | |
| 33286 | μυριάκις | μυ-ρι-ά-κις επίρρ. (λόγ.): άπειρες φορές: ~ έχει λεχθεί ότι ... Πβ. πλειστάκις. Βλ. -άκις. [< αρχ. μυριάκις] | |
| 33287 | μυρίζω | μυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μύρι-σα, μυρί-στηκα, -σμένος, μυρίζ-οντας} 1. αντιλαμβάνομαι μέσω της όσφρησης: ~ ένα άρωμα/τα λουλούδια/το φαγητό. Η μύτη μου είναι μπουκωμένη και δεν ~ τίποτα. Αστυνομικός σκύλος ~σε ναρκωτικά. ΣΥΝ. οσμίζομαι (1), οσφραίνομαι (1) 2. αναδίδω συγκεκριμένη μυρωδιά: ~ει θυμάρι/λιβάνι/μούχλα. ~σε άνοιξη/βροχή. Τα ψάρια είναι πολύ φρέσκα, ~ουν θάλασσα. Τι όμορφα που ~ει (= ευωδιάζει, μοσχοβολά)! Μου ~σε γουρουνόπουλο. ~ει (σαν) κάτι να καίγεται.|| Οι μασχάλες/τα πόδια/το χνότα σου ~ουν (= βρομάνε). Η ανάσα του ~ει σκόρδο. Το δωμάτιο ~ει άσχημα, άνοιξε τα παράθυρα.|| Τα αβγά θα έχουν ~σει (= μπαγιατέψει, χαλάσει) μετά από τόσο καιρό. Το κρέας ~σε (= αλλοιώθηκε). ● μυρίζει (μτφ.): υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ύποπτο, συμβαίνει, προμηνύεται, αναμένεται: (Η υπόθεση) ~ απάτη/παγίδα.|| ~σε εκλογές/Χριστούγεννα. ● Παθ.: μυρίζομαι (προφ.) 1. αντιλαμβάνομαι μέσω της όσφρησης κάποιον ή κάτι, συνήθ. κρυφό: Η γάτα ~στηκε τα ψάρια. Θα μας ~στεί το σκυλί, αν μπούμε μέσα. 2. (μτφ.) υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ότι συμβαίνει κάτι: ~ σκάνδαλο/φασαρίες. Μας ~στηκαν. Καλά το ~στηκα εγώ, το ένστικτό μου δεν με γελά. Πβ. δι-, προ-αισθάνομαι, ψυλλιάζομαι, παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά.|| (ποδοσφαιρική αργκό) Ο παίκτης ~εται το γκολ (: είναι ικανός στο σκοράρισμα). ● ΦΡ.: θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι δεν μπορώ να αντιληφθώ, να καταλάβω ή να προβλέψω κάτι, γιατί δεν έχω επαρκή στοιχεία: Κι εγώ πού θες να το ξέρω, να ~ ~; Πβ. ψυχανεμίζομαι., κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι βλ. μπαρούτι, με τον κρίνο βλ. κρίνος, ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει βλ. βρομώ, ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει βλ. Φλεβάρης, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. μυρίζω] | |
| 33288 | μυρίκη | μυ-ρί-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αρμυρίκι. [< αρχ. μυρίκη] | |
| 33289 | μύριο | μύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (αργκό): εκατομμύριο. | |
| 33290 | μυριο- & μυριό- | (λαϊκό-λογοτ.-επιτατ.) α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. πάρα πολύ. Βλ. κατα-, υπερ-. 2. αναρίθμητος: μυριό-στομος.|| Μυριο-στός. | |
| 33291 | μύριοι | , ες, α μύ-ρι-οι επίθ. {αρσ. μυρί-ων, -ους} 1. (αρχαιοπρ.) δέκα χιλιάδες. Βλ. τρισ~. 2. {με συνίζηση} (κυρ. κατ' επέκτ.) πάρα πολλοί, πολυάριθμοι ή αμέτρητοι: ~ιοι: κίνδυνοι. ~ιες: ομορφιές/προσπάθειες/ταλαιπωρίες/υποσχέσεις. ~ια: βάσανα/εμπόδια/καλά/προβλήματα/τεχνάσματα/ψέματα. Συνάντησαν ~ιες (= άπειρες) δυσκολίες. ● ΦΡ.: (τα) μύρια όσα (επιτατ., για κάτι αρνητικό): υπερβολικά πολλά, αμέτρητα: Πέρασε/υπέφερε τα ~ ~, αλλά άντεξε. Παρά τα ~ ~ που του καταμαρτυρούν, εκείνος δεν δίνει σημασία.|| (ως ουσ.) Περάσαμε τα χίλια ~ ~ μέχρι να βγάλουμε άκρη., μύριοι όσοι (επιτατ., συνήθ. για κάτι αρνητικό): πάρα πολλοί και διαφόρων ειδών: Το έργο ξεσήκωσε ~ες ~ες αντιδράσεις. ΣΥΝ. πλείστοι όσοι, χίλιοι μύριοι: υπερβολικά πολλοί, αναρίθμητοι: Υπάρχουν ~ ~ τρόποι να πετύχεις αυτό που θέλεις., ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< 1: αρχ. μύριοι] | |
| 33292 | μυριόστομος | , η, ο μυ-ριό-στο-μος επίθ. (λογοτ.): που την ίδια στιγμή βγαίνει από το στόμα πάρα πολλών ανθρώπων: ~η: ιαχή/κραυγή/φωνή. ~ο: σύνθημα. [< μεσν. μυριόστομος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ