| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33293 | μυριοστός | , ή, ό μυ-ρι-ο-στός αριθμητ. τακτ. 1. (αρχαιοπρ.) αυτός που σε μια σειρά αντιστοιχεί στον αριθμό δέκα χιλιάδες. 2. που είναι κατά πολύ μικρότερος σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: μυριοστό (το): καθένα από τα δέκα χιλιάδες μέρη ενός συνόλου: ένα ~ του δευτερολέπτου/εκατοστού. Πβ. απειροελάχιστος. ● ΦΡ.: για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά βλ. χιλιοστός [< αρχ. μυριοστός] | |
| 33294 | μύρισμα | μύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μυρίζω, οσφρητική αντίληψη: ~ λουλουδιών. [< μτγν. μύρισμα] | |
| 33295 | μυριστικός | , ή, ό μυ-ρι-στι-κός επίθ.: μυρωδάτος. ● Ουσ.: μυριστικά (τα): μυρωδικά, καρυκεύματα. ● ΣΥΜΠΛ.: μυριστικό οξύ: ΧΗΜ. κρυσταλλικό κορεσμένο οξύ (σύμβ. C14H28O2) που βρίσκεται σε αρκετά ζωικά και φυτικά λίπη και χρησιμοποιείται στην παρασκευή καλλυντικών, σαπουνιών και αρωμάτων. [< αγγλ. myristic acid] [< μτγν. μυριστικός ‘ευωδιαστός’] | |
| 33296 | μυρμήγκι | μυρ-μή-γκι ουσ. (ουδ.) {μυρμηγκ-ιού} & (προφ.) μερμήγκι & (λαϊκό) μέρμηγκας (ο): ΖΩΟΛ. έντομο (οικογ. Formicidae) που έχει κεφάλι με δύο κεραίες, θώρακα και κοιλιά, ανήκει στην τάξη των υμενόπτερων και ζει σε οργανωμένες αποικίες, οι οποίες αποτελούνται από λίγα γόνιμα θηλυκά (βασίλισσες), μικρότερα σε μέγεθος αρσενικά και πολλά και στείρα άπτερα θηλυκά (εργάτριες): κόκκινο/μαύρο/φτερωτό ~. Βλ. τερμίτης. ● Υποκ.: μυρμηγκάκι (το) ● ΦΡ.: δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι (μτφ.): είναι άκακος, ακίνδυνος, αγαθός: Μην τον φοβάσαι καθόλου, αυτός ~ ~ (πβ. ούτε κουνούπι/μύγα)., σαν (το) μυρμήγκι 1. με εργατικότητα: Έκανε περιουσία, δουλεύοντας ~ ~. 2. μικρός και ασήμαντος: Ήταν αδύναμος ~ ~. Από ψηλά οι άνθρωποι φαίνονταν σαν τα ~ια. 3. {στον πληθ.} για μεγάλο πλήθος: Ο κόσμος συνέρρεε σαν τα ~α. Πβ. μιλιούνια. [< μεσν. μυρμήγκι(ν), μερμήγκι(ν) < μτγν. μυρμήκιον < αρχ. μύρμηξ] | |
| 33297 | μυρμηγκιά | μυρ-μη-γκιά ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ιογενής λοίμωξη που εκδηλώνεται με μικρό εξόγκωμα του δέρματος, συνήθ. στα χέρια ή τα πόδια: ~ιές στα πέλματα. Πβ. κονδυλώματα. 2. μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή. 3. (μτφ.) μεγάλο πλήθος ανθρώπων. ΣΥΝ. ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα [< αρχ. μυρμηκία] | |
| 33298 | μυρμηγκιάζω | μυρ-μη-γκιά-ζω ρ. (αμτβ.) {μυρμήγκια-σε, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. μουδιάζω: ~σε όλο μου το σώμα. Τα δάχτυλά μου είχαν ~σει από το κρύο. 2. (σπάν.) γεμίζω με πλήθος κόσμου: Η αμμουδιά ~ει κάθε καλοκαίρι από τους παραθεριστές. [< μτγν. μυρμηκιῶ] | |
| 33299 | μυρμηγκίαση | μυρ-μη-γκί-α-ση ουσ. (θηλ.) & μυρμηκίαση: ΙΑΤΡ. μούδιασμα από πίεση των αγγείων ή των νεύρων εξαιτίας κάποιας πάθησης: ~ των άκρων. ~ λόγω κακής κυκλοφορίας του αίματος. ~άσεις στα δάχτυλα. Βλ. -ίαση, παραισθησία. [< μτγν. μυρμηκίασις] | |
| 33300 | μυρμήγκιασμα | μυρ-μή-γκια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούδιασμα. Πβ. αιμωδία, μυρμηγκίαση. | |
| 33301 | μυρμηγκοφάγος | μυρ-μη-γκο-φά-γος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μυρμηκοφάγος: ΖΩΟΛ. θηλαστικό ζώο (οικογ. Myrmecophagidae) που έχει μεγάλο ρύγχος, χωρίς δόντια και τρέφεται με μυρμήγκια ή τερμίτες, χρησιμοποιώντας τη μακριά του γλώσσα που καλύπτεται από κολλώδη ουσία: αγκαθωτός ~. Βλ. μονοτρήματα, -φάγος. [< γαλλ. myrmécophage, αγγλ. myrmecophagous] | |
| 33302 | μυρμηγκοφωλιά | μυρ-μη-γκο-φω-λιά ουσ. (θηλ.): φωλιά μυρμηγκιών. Πβ. μυρμηγκιά. | |
| 33303 | μυρμηκιά | βλ. μυρμηγκιά | |
| 33304 | μυρμηκικός | , ή, ό μυρ-μη-κι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μυρμηκικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμο καυστικό υγρό (σύμβ. CH2O2) το οποίο φυσιολογικά βρίσκεται στον οργανισμό των μυρμηγκιών, στις τσουκνίδες και σε ορισμένα βιολογικά υγρά και χρησιμοποιείται στη βαφή υφασμάτων και την παρασκευή εντομοκτόνων. ΣΥΝ. μεθανικό οξύ [< γαλλ. acide formique] | |
| 33305 | μυρμηκοφάγος | βλ. μυρμηγκοφάγος | |
| 33306 | μύρο | μύ-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. αρωματική ρητίνη που εκκρίνεται από δέντρα του γένους Commiphora. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε αρωματικό έλαιο: (ΕΚΚΛΗΣ.) Άλειψαν με ~α το σώμα του Xριστού. 3. (συνεκδ.) πολύ ευχάριστη μυρωδιά: Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας/το ιερό λείψανο/ο τάφος του αγίου αναβλύζει ~. Πβ. ευωδιά. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Μύρο: ΕΚΚΛΗΣ. αρωματικό έλαιο το οποίο παρασκευάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και χρησιμοποιείται κυρ. στο μυστήριο του χρίσματος. [< 2: αρχ. μύρον] | |
| 33307 | μυροβλύτης | μυ-ρο-βλύ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία Αγίων, οσίων, μαρτύρων) αυτός που αναδίδει μύρο, ευωδία από τα λείψανά του: Ο Άγιος Δημήτριος ο ~. [< μεσν. μυροβλύτης] | |
| 33308 | μυροβόλος | , ος/α, ο μυ-ρο-βό-λος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): ευωδιαστός: ~α: άνθη. Πβ. μυρωδάτος. | |
| 33309 | μυροδοχείο | [μυροδοχεῖο] μυ-ρο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. δοχείο όπου φυλασσόταν μύρο ή άρωμα: γυάλινο/πήλινο ~. Βλ. αρύβαλλος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ειδικό λειτουργικό σκεύος για τη φύλαξη του Άγιου Μύρου: σκαλιστό/σμάλτινο ~. | |
| 33310 | μυρουδιά | βλ. μυρωδιά | |
| 33311 | μυροφόρος | , ος, ο μυ-ρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει ή φέρει μύρο. Βλ. -φόρος. 2. (λογοτ.) που έχει υπέροχη μυρωδιά, ευωδιαστός. ● Ουσ.: μυροφόρα (η): ΕΚΚΛΗΣ. κορίτσι, ντυμένο στα άσπρα, που συνοδεύει την περιφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή και ραίνει τη διαδρομή με λουλούδια., Μυροφόρες & Μυροφόροι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. οι γυναίκες που πήγαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Χριστού μετά την ταφή του και πληροφορήθηκαν πρώτες την Ανάσταση. [< μτγν. μυροφόρος ‘αρωματισμένος’] | |
| 33312 | μύρρα | βλ. σμύρνα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ