| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2441 | αλωνίζω | [ἁλωνίζω] α-λω-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αλώνι-σα, -στηκε, -σμένος, αλωνίζ-οντας} 1. διαχωρίζω τους σπόρους των σιτηρών από τα στάχυα, συνήθ. με αλωνιστική μηχανή: ~αν το κριθάρι με τα ζώα. Βλ. θερ-, λιχν-ίζω, οργώνω, σπέρνω. 2. (μτφ.) περιφέρομαι εδώ και εκεί, τριγυρίζω: Πού ~ες χθες όλη μέρα; ~ει την Ευρώπη/τις θάλασσες/τις ταβέρνες. ~ει στα κανάλια (= πηγαίνει από το ένα στο άλλο). Η φωτορεπόρτερ ~σε (= όργωσε) όλη την Ελλάδα. 3. (μτφ.) δρω αυθαίρετα, ανεξέλεγκτα: ~ουν ανενόχλητα/ασύδοτα/ελεύθερα. ~σαν οι διαρρήκτες τις μέρες των γιορτών. Πβ. οργιάζω. [< μτγν. ἁλωνίζω] | |
| 2442 | αλώνισμα | [ἁλώνισμα] α-λώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {αλωνίσμ-ατος} & αλωνισμός (ο): ΓΕΩΡΓ. διαχωρισμός των σπόρων των σιτηρών από τα στάχυα ή το περίβλημά τους: το ~ του κριθαριού. Η εποχή/οι εργασίες του ~ατος. Μηχανές ~ατος (= αλωνιστικές). Βλ. θερισμός, σπορά. | |
| 2443 | αλωνιστής | [ἁλωνιστής] α-λω-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. (με κεφαλ. Α) (λαϊκό) ο μήνας Ιούλιος, Αλωνάρης. Βλ. Θεριστής. 2. (παλαιότ.) αγρότης που αλωνίζει. | |
| 2444 | αλωνιστικός | , ή, ό [ἁλωνιστικός] α-λω-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο αλώνισμα: ~ή: περίοδος. ~ά: δικαιώματα. Βλ. θεριζο~. ● Ουσ.: αλωνιστικά (τα): (λαϊκό) αμοιβή για αλωνιστική εργασία. | |
| 2445 | αλώνω | [ἁλώνω] α-λώ-νω ρ. (μτβ.) {άλω-σε, -θηκε, -μένος, αλών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατακτώ, κυριεύω, κυριαρχώ: (παλαιότ.) Η πόλη ~θηκε από τους πολιορκητές της (= εκπορθήθηκε). ~μένο: κάστρο/οχυρό.|| (μτφ.) Ο πόνος ~σε την ψυχή του. Το κράτος έχει ~θεί από ... ~μένη: συνείδηση. ~μένο: σύστημα. | |
| 2446 | αλωπεκία | [ἀλωπεκία] α-λω-πε-κί-α ουσ. (θηλ.) & αλωπεκίαση: ΙΑΤΡ. παντελής έλλειψη ή αραίωση των τριχών της κεφαλής ή και του σώματος λόγω πτώσης τους και σπάν. λόγω αγενεσίας: ανδρογενετική ή ανδρογενής (πβ. φαλάκρα)/διάχυτη (: απώλεια τριχών από ολόκληρο το τριχωτό της κεφαλής)/(καθ)ολική ~. Βλ. τριχόπτωση. ΣΥΝ. κασίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γυροειδής αλωπεκία βλ. γυροειδής [< μτγν. ἀλωπεκία, γαλλ. alopécie, αγγλ. alopecia] | |
| 2447 | άλως | [ἅλως] ά-λως ουσ. (θηλ.) {γεν./αιτ. άλω} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. φωτεινό περίβλημα γύρω από το κεφάλι των Αγίων. Πβ. δόξα, φωτοστέφανο (1) 2. ΜΕΤΕΩΡ. φωτεινός κύκλος γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη, που δημιουργείται από τη διάθλαση ή ανάκλαση του φωτός, όταν διέρχεται από τους παγοκρυστάλλους των ανώτερων νεφών: ηλιακή/σεληνιακή ~. Βλ. θυσανοστρώματα, στέμμα, στεφάνη. ΣΥΝ. φωτοστέφανο (2) 3. ΑΝΑΤ. σκουρόχρωμος δακτύλιος που περιβάλλει τη θηλή του μαστού: θηλαία ~. 4. ΙΑΤΡ. δακτύλιος που σχηματίζεται γύρω από τη θηλή του οπτικού νεύρου: γεροντική/γλαυκωματική ~. 5. ΦΩΤΟΓΡ. διάχυτο φωτεινό περίγραμμα σε μια φωτογραφία, γύρω από σημεία που είναι έντονα φωτισμένα. 6. ΑΣΤΡΟΝ. σφαιρική περιοχή γύρω από τον γαλαξιακό δίσκο, που αποτελείται από ηλικιωμένα αμυδρά άστρα και σκοτεινή ύλη. [< αρχ. ἅλως 'αλώνι, κυκλική περιοχή' 1,2,4,5,6: γαλλ.-αγγλ. halo 3: γαλλ. aréole] | |
| 2448 | άλωση | [ἅλωση] ά-λω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως} 1. κατάκτηση, κυρίευση: (παλαιότ.) η ~ του κάστρου. Πβ.. εκπόρθηση, κατάληψη, πτώση.|| (μτφ.) Οικονομική/πολιτική ~. Η ~ της αγοράς/των συνειδήσεων. Η κομματική ~ του δημόσιου τομέα/της Διοίκησης. Βλ. αλλοτρίωση, διάβρωση, κυριαρχία. 2. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453: οι ιστορικοί της ~ώσεως. Η επέτειος/το χρονικό της ~ης. Θρήνοι για την ~. [< αρχ. ἅλωσις] | |
| 2449 | αμ | [ἄμ] μόρ. (προφ.-επιτατ.): (σε ερωτηματικές προτάσεις) δηλώνει κυρ. αντίθεση ή απορία: Του ζήτησες λεφτά; ~ τι, τζάμπα θα το έδινα; Καλά εκείνος, είναι πάντα αγενής. ~ η γυναίκα του (πβ. γιατί, ενώ); Εκεί ήταν, ~ πού αλλού; Πβ. μα. ● ΦΡ.: αμ ... αμ (και) ... (επιτατ.): σε αντιθέσεις: ~ σου αρέσει να ζεις μόνος, ~ θέλεις και να παντρευτείς! Πβ. εμ., αμ δε: αποκλείεται, δεν πρόκειται να κάνω κάτι: ~ ~ που θα σου κάνω το χατίρι! Ύστερα από όσα μου έκανες, ζητάς και τη βοήθειά μου; ~ ~! (: δεν θα σε βοηθήσω)., (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που βλ. έλα, αμ πώς βλ. πώς [< αμέ] | |
| 2450 | ΑΜ1 | 1. (ο/η) (για βασιλιά/βασίλισσα) Αυτού/Αυτής Μεγαλειότης. 2. (η) Αυτού Μακαριότητα/Μακαριότης. 3. (ο) Αριθμός Μητρώου. 4. (η) Αστυνομία/Ασφάλεια Μονάδας. 5. (η) Αστρονομική Μονάδα. | |
| 2451 | ΑΜ2 | (τα) (έι-εμ): τα βραχέα κύματα. Βλ. εφ-εμ. [< αγγλ. Αmplitude Μodulation, 1921] | |
| 2452 | άμα | [ἅμα] ά-μα σύνδ. (συνηθέστ. προφ.) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις 1. (με υποθετική ή χρονικοϋποθετική σημασία) αν, εφόσον: ~ τύχει και τον συναντήσεις, πες του ότι τον ψάχνω. ~ θες, έλα.|| (ειρων.) ~ είσαι εσύ αστυνομικός, εγώ είμαι ο πάπας/αστροναύτης.|| (απειλητ.) ~ σε πιάσω στα χέρια μου ...|| (αδιάφορα) ~ φύγει, έφυγε.|| (αντίθεση) ~ δεν μπορείς, τι το παιδεύεις (: αφού, εφόσον, από τη στιγμή που); 2. (με χρονική σημασία) όταν, μόλις: ~ χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές πετάχτηκαν έξω.|| (κάθε φορά που, όποτε, οσάκις:) ~ έρχεται στην παρέα, δημιουργεί πρόβλημα. 3. (με αιτιολογική σημασία-σπανιότ.) γιατί, που: Χαίρεται ~ μπορεί να βοηθήσει. ● ΦΡ.: άμα (+ δοτ.) (επίσ.): ταυτόχρονα, συγχρόνως με, αμέσως μόλις: Ο πρωθυπουργός προέβη σε δηλώσεις ~ τη αφίξει του στο αεροδρόμιο. ~ τη εμφανίσει/τη λήξει ..., εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) (λόγ.): αμέσως, στη στιγμή, ταχύτατα: Τελειώνει τα πάντα ~ ~! Πβ. στο άψε σβήσε., (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις! βλ. γουστάρω, αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, άμα λάχει βλ. λαχαίνει, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος [< αρχ. ἅμα] | |
| 2453 | αμαγείρευτος | , η, ο [ἀμαγείρευτος] α-μα-γεί-ρευ-τος επίθ.: (κυρ. για φαγητό) που δεν έχει μαγειρευτεί: ~ο: κρέας (ΣΥΝ. άψητο, ωμό. ΑΝΤ. μαγειρεμένο, ψημένο). ~α: λαχανικά. | |
| 2454 | αμάδες | [ἁμάδες] α-μά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. ομαδικό παιχνίδι που παίζεται με μικρή στρογγυλή και επίπεδη πέτρα (αμάδα) με στόχο να σημαδέψουν οι παίκτες την πέτρα των άλλων, προσπαθώντας να μη βγει από τα καθορισμένα πλαίσια. [< μεσν. αμάδα] | |
| 2455 | αμάζευτος | , η, ο [ἀμάζευτος] α-μά-ζευ-τος επίθ.: που δεν έχει μαζευτεί, δεν έχει περισυλλεγεί: ~οι: καρποί. ~α: σκουπίδια. Πβ. ασυμμάζευτος. ΑΝΤ. μαζεμένος. ● ΦΡ.: έχει τον αμάζευτο (οικ.): είναι αδύνατον να μαζευτεί, να περιοριστεί: Τα έξοδα έχουν ~.|| (για πρόσ.) ~ ~, δεν μπορεί να μείνει ούτε λεπτό στο σπίτι., μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα βλ. μαζεύω | |
| 2456 | αμαζόνα | [ἀμαζόνα] α-μα-ζό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, συνηθέστ. στον πληθ.} μέλος μυθικού πολεμικού έθνους γυναικών, φημισμένων για την ιππευτική τους ικανότητα και την εχθρική τους στάση προς τους άνδρες. 2. (μτφ.) νεαρή συνήθ. γυναίκα που ασχολείται με την ιππασία: ~ του Ιππικού Ομίλου. Πβ. ιππεύτρια. [< 1: αρχ. Ἀμαζών, μεσν. Αμαζόνα 2: γαλλ. amazone] | |
| 2457 | αμαζονομαχία | [ἀμαζονομαχία] α-μα-ζο-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΡΧ. μυθική μάχη μεταξύ Αθηναίων και Αμαζόνων: Οι δυτικές μετόπες του Παρθενώνα απεικόνιζαν την ~. Βλ. -μαχία. [< μτγν. Ἀμαζονομαχία] | |
| 2458 | αμάθεια | [ἀμάθεια] α-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία μόρφωσης και παιδείας· ειδικότ. άγνοια: το σκοτάδι της ~ας. Η φτώχεια κι η ~ μαστίζει τις χώρες του Τρίτου Κόσμου.|| ~ για τον πολιτισμό ενός τόπου. Πβ. αγνωσία, αγραμματ-, αδαημ-οσύνη, αμορφωσιά, απαιδευσία. Βλ. -μάθεια. [< αρχ. ἀμαθία] | |
| 2459 | αμαθής | , ής, ές [ἀμαθής] α-μα-θής επίθ./ουσ. {αμαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αμάθεια: ~ής: λαός. Αγράμματος/ανίδεος και ~.|| (ως ουσ.) Οι δεισιδαιμονίες των ~ών (ενν. ανθρώπων). Βλ. ακαλλιέργητος, αμόρφωτος, απαίδευτος, αδαής, -μαθής. ΑΝΤ. μορφωμένος [< αρχ. ἀμαθής] | |
| 2460 | άμαθος | , η, ο [ἄμαθος] ά-μα-θος επίθ. & αμάθητος (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει εξασκηθεί σε κάτι, δεν έχει εξοικειωθεί με αυτό: ~η: κοπέλα (= απονήρευτη). ~ο: αγόρι (: που δεν έχει πείρα της ζωής, άβγαλτο). ~ στις βαριές δουλειές (ΣΥΝ. άπειρος, ΑΝΤ. έμπειρος)/στο ξενύχτι/στο ποτό (ΣΥΝ. ασυνήθιστος, ΑΝΤ. μαθημένος, συνηθισμένος). Άνθρωπος κλειστός και ~ από κοινωνικές σχέσεις. Ήμουν μικρός/νέος και ~ (βλ. αθώος, άψητος). [< μεσν. άμαθος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ