| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2431 | αλφικός | , ή, ό [ἀλφικός] αλ-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει αλφισμό ή αναφέρεται σε αυτόν. ● Ουσ.: αλφικός, αλφική (ο, η): άτομο που πάσχει από αλφισμό. ΣΥΝ. αλμπίνος | |
| 2432 | αλφισμός | [ἀλφισμός] αλ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. εκ γενετής ολική ή μερική έλλειψη της φυσιολογικής χρωστικής του σώματος (σε μαλλιά, δέρμα, οφθαλμούς) σε ανθρώπους και ορισμένα ζώα, λόγω διαταραχής στη σύνθεση της μελανίνης. Βλ. α-, δυσ-χρωμία, λευκοδερμία, -ισμός. ΣΥΝ. αλμπινισμός, λευκισμός [< γαλλ. albinisme] | |
| 2433 | αλχημεία | [ἀλχημεία] αλ-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πολύπλοκη, κυρ. ύποπτη, ανορθόδοξη ενέργεια ή μέθοδος για την επίτευξη ενός στόχου: ερωτικές/οικονομικές/πολιτικές/στατιστικές ~ες. Κατάφερε με διάφορες ~ες να αναρριχηθεί στην εξουσία. Πβ. κατεργαριά, κόλπο, μαγειρέματα, μηχανορραφίες, τέχνασμα, τρικ. 2. πρόγονος της χημείας, ως τον 17ο-18ο αι., κράμα από αντιλήψεις και πρακτικές μυστικιστικού κυρ. χαρακτήρα, με στόχο τη μεταστοιχείωση των ευτελών μετάλλων σε χρυσό και την εύρεση ενός ελιξιρίου νεότητας. Βλ. φιλοσοφική λίθος. [< γαλλ. alchimie] | |
| 2434 | αλχημικός | , ή, ό [ἀλχημικός] αλ-χη-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλχημεία ή τον αλχημιστή: ~ές: πρακτικές. ~ά: σύμβολα.|| (μτφ.) ~ές: μεθοδεύσεις. [< γαλλ. alchimique] | |
| 2435 | αλχημιστής | [ἀλχημιστής] αλ-χη-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αλχημίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με την αλχημεία: Άραβες ~ές. Οι ~ές του Μεσαίωνα.|| (μτφ.) Ο ~ των γεύσεων/της γραφής/των εικόνων. Πβ. μάγος. [< γαλλ. alchimiste] | |
| 2436 | αλχημιστικός | , ή, ό [ἀλχημιστικός] αλ-χη-μι-στι-κός επίθ.: αλχημικός. Βλ. -ιστικός1. [< γερμ. alchemistisch] | |
| 2437 | αλώβητος | , η, ο [ἀλώβητος] α-λώ-βη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, αλλοίωση, ηθική ή υλική φθορά: ~η: δημοτικότητα/ομορφιά/υπόληψη/φήμη. ~ο: κύρος. Κατάφερε να βγει ~ από τη δοκιμασία. Η περιοχή διατηρείται/παραμένει ~η (= αναλλοίωτη) από την επέλαση του τουρισμού. Πβ. ακέραιος, άθικτος, ανέπαφος, σώος. [< μτγν. ἀλώβητος] | |
| 2438 | αλώθηκε | βλ. αλώνω | |
| 2439 | Αλωνάρης | [Ἁλωνάρης] Α-λω-νά-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ο Ιούλιος μήνας. Πβ. Αλωνιστής. 2. (με πεζό α-σπάν.) αλωνιστής. [< μεσν. αλωνάρης] | |
| 2440 | αλώνι | [ἁλώνι] α-λώ-νι ουσ. (ουδ.) {αλων-ιού | -ιών} (παλαιότ.) 1. επίπεδος, κυκλικός χώρος για το αλώνισμα των δημητριακών ή για αποξήρανση και άπλωμα καρπών και συνεκδ. το ίδιο το αλώνισμα: παραδοσιακό/πέτρινο ~.|| Με τις ζέστες του Ιουλίου, άρχιζε και το ~. Βλ. ελαιοτριβείο. 2. (μτφ.-λογοτ.) οτιδήποτε έχει κυκλικό σχήμα: το ~ του ήλιου/φεγγαριού (= άλως). Πλάτωμα, στρογγυλό σαν ~. ● Υποκ.: αλωνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τα μαρμαρένια αλώνια: (από τον τόπο που πάλεψε ο Διγενής με τον Χάρο στα ακριτικά τραγούδια) για κάθε πεδίο κρίσιμης και σκληρής αναμέτρησης: μάχη στα ~ ~ των εκλογών. ● ΦΡ.: από τα αλώνια στα σαλόνια/από τα σαλόνια στα αλώνια (μτφ.): για μετάβαση σε καλύτερη/χειρότερη θέση ή κατάσταση: Η ομάδα βρέθηκε από τα αλώνια (του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος) στα σαλόνια της πρώτης κατηγορίας., σαν αλώνι: (για πράγμα ή χώρο) πολύ μεγάλο: γήπεδο/έκταση ~ ~., χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι βλ. χέζω [< μεσν. αλώνιν] | |
| 2441 | αλωνίζω | [ἁλωνίζω] α-λω-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αλώνι-σα, -στηκε, -σμένος, αλωνίζ-οντας} 1. διαχωρίζω τους σπόρους των σιτηρών από τα στάχυα, συνήθ. με αλωνιστική μηχανή: ~αν το κριθάρι με τα ζώα. Βλ. θερ-, λιχν-ίζω, οργώνω, σπέρνω. 2. (μτφ.) περιφέρομαι εδώ και εκεί, τριγυρίζω: Πού ~ες χθες όλη μέρα; ~ει την Ευρώπη/τις θάλασσες/τις ταβέρνες. ~ει στα κανάλια (= πηγαίνει από το ένα στο άλλο). Η φωτορεπόρτερ ~σε (= όργωσε) όλη την Ελλάδα. 3. (μτφ.) δρω αυθαίρετα, ανεξέλεγκτα: ~ουν ανενόχλητα/ασύδοτα/ελεύθερα. ~σαν οι διαρρήκτες τις μέρες των γιορτών. Πβ. οργιάζω. [< μτγν. ἁλωνίζω] | |
| 2442 | αλώνισμα | [ἁλώνισμα] α-λώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {αλωνίσμ-ατος} & αλωνισμός (ο): ΓΕΩΡΓ. διαχωρισμός των σπόρων των σιτηρών από τα στάχυα ή το περίβλημά τους: το ~ του κριθαριού. Η εποχή/οι εργασίες του ~ατος. Μηχανές ~ατος (= αλωνιστικές). Βλ. θερισμός, σπορά. | |
| 2443 | αλωνιστής | [ἁλωνιστής] α-λω-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. (με κεφαλ. Α) (λαϊκό) ο μήνας Ιούλιος, Αλωνάρης. Βλ. Θεριστής. 2. (παλαιότ.) αγρότης που αλωνίζει. | |
| 2444 | αλωνιστικός | , ή, ό [ἁλωνιστικός] α-λω-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο αλώνισμα: ~ή: περίοδος. ~ά: δικαιώματα. Βλ. θεριζο~. ● Ουσ.: αλωνιστικά (τα): (λαϊκό) αμοιβή για αλωνιστική εργασία. | |
| 2445 | αλώνω | [ἁλώνω] α-λώ-νω ρ. (μτβ.) {άλω-σε, -θηκε, -μένος, αλών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατακτώ, κυριεύω, κυριαρχώ: (παλαιότ.) Η πόλη ~θηκε από τους πολιορκητές της (= εκπορθήθηκε). ~μένο: κάστρο/οχυρό.|| (μτφ.) Ο πόνος ~σε την ψυχή του. Το κράτος έχει ~θεί από ... ~μένη: συνείδηση. ~μένο: σύστημα. | |
| 2446 | αλωπεκία | [ἀλωπεκία] α-λω-πε-κί-α ουσ. (θηλ.) & αλωπεκίαση: ΙΑΤΡ. παντελής έλλειψη ή αραίωση των τριχών της κεφαλής ή και του σώματος λόγω πτώσης τους και σπάν. λόγω αγενεσίας: ανδρογενετική ή ανδρογενής (πβ. φαλάκρα)/διάχυτη (: απώλεια τριχών από ολόκληρο το τριχωτό της κεφαλής)/(καθ)ολική ~. Βλ. τριχόπτωση. ΣΥΝ. κασίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γυροειδής αλωπεκία βλ. γυροειδής [< μτγν. ἀλωπεκία, γαλλ. alopécie, αγγλ. alopecia] | |
| 2447 | άλως | [ἅλως] ά-λως ουσ. (θηλ.) {γεν./αιτ. άλω} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. φωτεινό περίβλημα γύρω από το κεφάλι των Αγίων. Πβ. δόξα, φωτοστέφανο (1) 2. ΜΕΤΕΩΡ. φωτεινός κύκλος γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη, που δημιουργείται από τη διάθλαση ή ανάκλαση του φωτός, όταν διέρχεται από τους παγοκρυστάλλους των ανώτερων νεφών: ηλιακή/σεληνιακή ~. Βλ. θυσανοστρώματα, στέμμα, στεφάνη. ΣΥΝ. φωτοστέφανο (2) 3. ΑΝΑΤ. σκουρόχρωμος δακτύλιος που περιβάλλει τη θηλή του μαστού: θηλαία ~. 4. ΙΑΤΡ. δακτύλιος που σχηματίζεται γύρω από τη θηλή του οπτικού νεύρου: γεροντική/γλαυκωματική ~. 5. ΦΩΤΟΓΡ. διάχυτο φωτεινό περίγραμμα σε μια φωτογραφία, γύρω από σημεία που είναι έντονα φωτισμένα. 6. ΑΣΤΡΟΝ. σφαιρική περιοχή γύρω από τον γαλαξιακό δίσκο, που αποτελείται από ηλικιωμένα αμυδρά άστρα και σκοτεινή ύλη. [< αρχ. ἅλως 'αλώνι, κυκλική περιοχή' 1,2,4,5,6: γαλλ.-αγγλ. halo 3: γαλλ. aréole] | |
| 2448 | άλωση | [ἅλωση] ά-λω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως} 1. κατάκτηση, κυρίευση: (παλαιότ.) η ~ του κάστρου. Πβ.. εκπόρθηση, κατάληψη, πτώση.|| (μτφ.) Οικονομική/πολιτική ~. Η ~ της αγοράς/των συνειδήσεων. Η κομματική ~ του δημόσιου τομέα/της Διοίκησης. Βλ. αλλοτρίωση, διάβρωση, κυριαρχία. 2. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453: οι ιστορικοί της ~ώσεως. Η επέτειος/το χρονικό της ~ης. Θρήνοι για την ~. [< αρχ. ἅλωσις] | |
| 2449 | αμ | [ἄμ] μόρ. (προφ.-επιτατ.): (σε ερωτηματικές προτάσεις) δηλώνει κυρ. αντίθεση ή απορία: Του ζήτησες λεφτά; ~ τι, τζάμπα θα το έδινα; Καλά εκείνος, είναι πάντα αγενής. ~ η γυναίκα του (πβ. γιατί, ενώ); Εκεί ήταν, ~ πού αλλού; Πβ. μα. ● ΦΡ.: αμ ... αμ (και) ... (επιτατ.): σε αντιθέσεις: ~ σου αρέσει να ζεις μόνος, ~ θέλεις και να παντρευτείς! Πβ. εμ., αμ δε: αποκλείεται, δεν πρόκειται να κάνω κάτι: ~ ~ που θα σου κάνω το χατίρι! Ύστερα από όσα μου έκανες, ζητάς και τη βοήθειά μου; ~ ~! (: δεν θα σε βοηθήσω)., (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που βλ. έλα, αμ πώς βλ. πώς [< αμέ] | |
| 2450 | ΑΜ1 | 1. (ο/η) (για βασιλιά/βασίλισσα) Αυτού/Αυτής Μεγαλειότης. 2. (η) Αυτού Μακαριότητα/Μακαριότης. 3. (ο) Αριθμός Μητρώου. 4. (η) Αστυνομία/Ασφάλεια Μονάδας. 5. (η) Αστρονομική Μονάδα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ