| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33297 | μυρμηγκιά | μυρ-μη-γκιά ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ιογενής λοίμωξη που εκδηλώνεται με μικρό εξόγκωμα του δέρματος, συνήθ. στα χέρια ή τα πόδια: ~ιές στα πέλματα. Πβ. κονδυλώματα. 2. μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή. 3. (μτφ.) μεγάλο πλήθος ανθρώπων. ΣΥΝ. ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα [< αρχ. μυρμηκία] | |
| 33298 | μυρμηγκιάζω | μυρ-μη-γκιά-ζω ρ. (αμτβ.) {μυρμήγκια-σε, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. μουδιάζω: ~σε όλο μου το σώμα. Τα δάχτυλά μου είχαν ~σει από το κρύο. 2. (σπάν.) γεμίζω με πλήθος κόσμου: Η αμμουδιά ~ει κάθε καλοκαίρι από τους παραθεριστές. [< μτγν. μυρμηκιῶ] | |
| 33299 | μυρμηγκίαση | μυρ-μη-γκί-α-ση ουσ. (θηλ.) & μυρμηκίαση: ΙΑΤΡ. μούδιασμα από πίεση των αγγείων ή των νεύρων εξαιτίας κάποιας πάθησης: ~ των άκρων. ~ λόγω κακής κυκλοφορίας του αίματος. ~άσεις στα δάχτυλα. Βλ. -ίαση, παραισθησία. [< μτγν. μυρμηκίασις] | |
| 33300 | μυρμήγκιασμα | μυρ-μή-γκια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούδιασμα. Πβ. αιμωδία, μυρμηγκίαση. | |
| 33301 | μυρμηγκοφάγος | μυρ-μη-γκο-φά-γος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μυρμηκοφάγος: ΖΩΟΛ. θηλαστικό ζώο (οικογ. Myrmecophagidae) που έχει μεγάλο ρύγχος, χωρίς δόντια και τρέφεται με μυρμήγκια ή τερμίτες, χρησιμοποιώντας τη μακριά του γλώσσα που καλύπτεται από κολλώδη ουσία: αγκαθωτός ~. Βλ. μονοτρήματα, -φάγος. [< γαλλ. myrmécophage, αγγλ. myrmecophagous] | |
| 33302 | μυρμηγκοφωλιά | μυρ-μη-γκο-φω-λιά ουσ. (θηλ.): φωλιά μυρμηγκιών. Πβ. μυρμηγκιά. | |
| 33303 | μυρμηκιά | βλ. μυρμηγκιά | |
| 33304 | μυρμηκικός | , ή, ό μυρ-μη-κι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μυρμηκικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμο καυστικό υγρό (σύμβ. CH2O2) το οποίο φυσιολογικά βρίσκεται στον οργανισμό των μυρμηγκιών, στις τσουκνίδες και σε ορισμένα βιολογικά υγρά και χρησιμοποιείται στη βαφή υφασμάτων και την παρασκευή εντομοκτόνων. ΣΥΝ. μεθανικό οξύ [< γαλλ. acide formique] | |
| 33305 | μυρμηκοφάγος | βλ. μυρμηγκοφάγος | |
| 33306 | μύρο | μύ-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. αρωματική ρητίνη που εκκρίνεται από δέντρα του γένους Commiphora. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε αρωματικό έλαιο: (ΕΚΚΛΗΣ.) Άλειψαν με ~α το σώμα του Xριστού. 3. (συνεκδ.) πολύ ευχάριστη μυρωδιά: Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας/το ιερό λείψανο/ο τάφος του αγίου αναβλύζει ~. Πβ. ευωδιά. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Μύρο: ΕΚΚΛΗΣ. αρωματικό έλαιο το οποίο παρασκευάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και χρησιμοποιείται κυρ. στο μυστήριο του χρίσματος. [< 2: αρχ. μύρον] | |
| 33307 | μυροβλύτης | μυ-ρο-βλύ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία Αγίων, οσίων, μαρτύρων) αυτός που αναδίδει μύρο, ευωδία από τα λείψανά του: Ο Άγιος Δημήτριος ο ~. [< μεσν. μυροβλύτης] | |
| 33308 | μυροβόλος | , ος/α, ο μυ-ρο-βό-λος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): ευωδιαστός: ~α: άνθη. Πβ. μυρωδάτος. | |
| 33309 | μυροδοχείο | [μυροδοχεῖο] μυ-ρο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. δοχείο όπου φυλασσόταν μύρο ή άρωμα: γυάλινο/πήλινο ~. Βλ. αρύβαλλος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ειδικό λειτουργικό σκεύος για τη φύλαξη του Άγιου Μύρου: σκαλιστό/σμάλτινο ~. | |
| 33310 | μυρουδιά | βλ. μυρωδιά | |
| 33311 | μυροφόρος | , ος, ο μυ-ρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει ή φέρει μύρο. Βλ. -φόρος. 2. (λογοτ.) που έχει υπέροχη μυρωδιά, ευωδιαστός. ● Ουσ.: μυροφόρα (η): ΕΚΚΛΗΣ. κορίτσι, ντυμένο στα άσπρα, που συνοδεύει την περιφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή και ραίνει τη διαδρομή με λουλούδια., Μυροφόρες & Μυροφόροι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. οι γυναίκες που πήγαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Χριστού μετά την ταφή του και πληροφορήθηκαν πρώτες την Ανάσταση. [< μτγν. μυροφόρος ‘αρωματισμένος’] | |
| 33312 | μύρρα | βλ. σμύρνα | |
| 33313 | μυρσίνη | μυρ-σί-νη ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μερσίνη (λογοτ.): ΒΟΤ. μυρτιά. [< αρχ. μυρσίνη] | |
| 33314 | μυρτιά | μυρ-τιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σμυρτιά: ΒΟΤ. αρωματικός αειθαλής θάμνος (γένος Myrtus, κυρ. M. communis) με λεία, λογχοειδή φύλλα, άσπρα αρωματικά άνθη και μικρούς μελανούς καρπούς στρογγυλού σχήματος: ~ η κοινή.|| (συνεκδ.) Η πλατεία ήταν στολισμένη με δάφνες και ~ιές (= κλαδιά από ~). [< μεσν. μυρτιά < αρχ. μύρτος (ἡ), γαλλ. myrte, αγγλ. myrtle] | |
| 33315 | μύρτιλλο | μύρ-τιλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. εδώδιμος καρπός μπλε-μαύρου χρώματος του ομώνυμου θάμνου (γένος Vaccinium). || Κόκκινα ~α. ΣΥΝ. βακκίνιο [< πβ. γαλλ. myrtille, αγγλ. cranberry, γαλλ. ~, 2003] | |
| 33316 | μύρτο | μύρ-το ουσ. (ουδ.) & μύρτος (ο): ΒΟΤ. κλωνάρι, άνθος ή καρπός της μυρτιάς και γενικότ. το ίδιο το φυτό. ● μύρτα (τα): ΑΝΑΤ. υπολείμματα του παρθενικού υμένα που προεξέχουν με ακανόνιστο και σαρκώδες σχήμα στην είσοδο του γυναικείου κόλπου μετά τη ρήξη του και ιδ. μετά τον πρώτο τοκετό. [< αρχ. μύρτον ‘μυρτιά, καρπός μυρτιάς, γεννητικά όργανα της γυναίκας’, γαλλ. myrte] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ