Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33980-34000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33313μυρσίνημυρ-σί-νη ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μερσίνη (λογοτ.): ΒΟΤ. μυρτιά. [< αρχ. μυρσίνη]
33314μυρτιάμυρ-τιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σμυρτιά: ΒΟΤ. αρωματικός αειθαλής θάμνος (γένος Myrtus, κυρ. M. communis) με λεία, λογχοειδή φύλλα, άσπρα αρωματικά άνθη και μικρούς μελανούς καρπούς στρογγυλού σχήματος: ~ η κοινή.|| (συνεκδ.) Η πλατεία ήταν στολισμένη με δάφνες και ~ιές (= κλαδιά από ~). [< μεσν. μυρτιά < αρχ. μύρτος (ἡ), γαλλ. myrte, αγγλ. myrtle]
33315μύρτιλλομύρ-τιλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. εδώδιμος καρπός μπλε-μαύρου χρώματος του ομώνυμου θάμνου (γένος Vaccinium). || Κόκκινα ~α. ΣΥΝ. βακκίνιο [< πβ. γαλλ. myrtille, αγγλ. cranberry, γαλλ. ~, 2003]
33316μύρτομύρ-το ουσ. (ουδ.) & μύρτος (ο): ΒΟΤ. κλωνάρι, άνθος ή καρπός της μυρτιάς και γενικότ. το ίδιο το φυτό. ● μύρτα (τα): ΑΝΑΤ. υπολείμματα του παρθενικού υμένα που προεξέχουν με ακανόνιστο και σαρκώδες σχήμα στην είσοδο του γυναικείου κόλπου μετά τη ρήξη του και ιδ. μετά τον πρώτο τοκετό. [< αρχ. μύρτον ‘μυρτιά, καρπός μυρτιάς, γεννητικά όργανα της γυναίκας’, γαλλ. myrte]
33317μυρωδάτος, η, ο [μυρωδᾶτος] μυ-ρω-δά-τος επίθ.: που έχει ευχάριστη οσμή, που είναι αρωματισμένος: ~ος: καφές. ~η: γεύση. ~ο: μέλι/σαπούνι/τσάι/φρούτο/ψωμί. Πβ. μυροβόλος. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. αρωματικός (1), ευωδιαστός, μυριστικός [< μεσν. μυρωδάτος]
33318μυρωδιάμυ-ρω-διά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μυρουδιά 1. οσμή: ανεπιθύμητη/ανυπόφορη/αποπνικτική/άσχημη (πβ. βρόμα, δυσοσμία, μπόχα)/βαριά/διάχυτη/δυνατή/δυσάρεστη/έντονη/επίμονη/ευχάριστη/μεθυστική/φυσική/χαρακτηριστική ~. ~ ανθισμένης λεμονιάς/βενζίνης/δυόσμου/καμένου πλαστικού/λουλουδιών/μούχλας/σαπίλας/τσιγάρου. Η ~ της θάλασσας/των μπαχαρικών/των σκουπιδιών/του σώματος/της τσίκνας/του φαγητού. ~ από γιασεμί/θειάφι/λιβάνι. Η ~ που αναδίδει/βγάζει το χώμα μετά τη βροχή. Η ~ είχε μείνει/φύγει. Η ~ έφτανε μέχρι το δεύτερο πάτωμα/ερχόταν από το διπλανό κτίριο. Μου έχει σπάσει τη μύτη αυτή η ~. Το προϊόν αφήνει ελαφριά ~/απομακρύνει/εξαφανίζει τις ~ιές. Οι ~ιές της άνοιξης. Οσφραίνομαι τις ~ιές του δάσους.|| Βάζουμε στο γλυκό και λίγο γαρίφαλο για (τη) ~.|| (μτφ.) ~ Χριστουγέννων. 2. (μτφ.-προφ.) μικρή ποσότητα: Το φαΐ θέλει μια ~ αλάτι ακόμα.|| Σε μέρη που άλλοτε είχε άφθονο κυνήγι τώρα δεν έχει ούτε (για) ~. ● ΦΡ.: με παίρνει/μου έρχεται η μυρωδιά: μυρίζω κάτι: Mε πήρε η ~ από το τσουρέκι (: έφτασε στη μύτη μου). Μου ήρθε μια ~, σαν κάτι να ψήνεται., βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει βλ. βασιλικός, παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< μεσν. μυρωδία]
33319μυρωδικόμυ-ρω-δι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άρτυμα για τη μαγειρική, συνήθ. τα φύλλα ενός φυτού (μαϊντανού, δυόσμου, βασιλικού, δεντρολίβανου, άνηθου): αποξηραμένα/φρέσκα ~ά. Μείγμα ~ών και μπαχαρικών. Πβ. καρύκευμα, μυριστικά. 2. (σπάν.) κάθε αρωματική ουσία: ~ χώρου. [< μεσν. μυρωδικό]
33320μυρώνιμυ-ρώ-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. μονοετές ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Anthriscus Cerefolium), τα φύλλα του οποίου χρησιμοποιούνται ως άρτυμα στη μαγειρική. Βλ. καυκαλήθρα.
33321μυρώνωμυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μύρω-σα, μυρώ-θηκε, -μένος} 1. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα ή λογοτ.) απλώνω μύρο πάνω στο σώμα κάποιου και γενικότ. αρωματίζω. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερέα) αλείφω με Άγιο Μύρο τον βαπτιζόμενο κατά το μυστήριο του χρίσματος ή με αγιασμένο λάδι τους πιστούς κατά το ευχέλαιο. ● Μτχ.: μυρωμένος , η, ο 1. (λογοτ.) ευωδιαστός, αρωματισμένος: ~η: γη. ~α: άνθη. 2. ΕΚΚΛΗΣ. αλειμμένος με μύρο, βαφτισμένος: ~ με λάδι. [< 1: αρχ. μυρῶ]
33322μυς[μῦς] ουσ. (αρσ.) {μυ (λόγ.) μυός, μυ | μύες (καταχρ.) μυς, μυών, μυς (καταχρ.) μύες} 1. ΑΝΑΤ. όργανο του σώματος που αποτελείται από ίνες και ιστό και έχει τη δυνατότητα να κάνει συσπάσεις, καθιστώντας εφικτή την εκτέλεση κινήσεων: αναπνευστικός/ανταγωνιστής/θωρακικός/καρδιακός/κοιλιακός/σφιγκτήρας ~. ~ες των ποδιών/του προσώπου/του σώματος. Ατροφία/εκγύμναση/ελαστικότητα/ενδυνάμωση/ηλεκτροδιεγέρτης/θλάσεις/κακώσεις/συστολή/τάση/τράβηγμα των ~ών. Η άσκηση σφίγγει/φουσκώνει τους ~ (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). Το μασάζ τονώνει/χαλαρώνει τους ~. Πβ. μυώνας.|| Τεχνητοί ~ες.|| (προφ.) Έχει ~ (= είναι γεροδεμένος, σωματώδης). Είναι όλο ~ (= πολύ γυμνασμένος). 2. ΖΩΟΛ. (αρχαιοπρ.) ποντίκι. Βλ. επίμυς. ● ΣΥΜΠΛ.: σκελετικός/γραμμωτός μυς: ΑΝΑΤ. που συνδέεται με τον σκελετό και εκτελεί γρήγορη, ισχυρή και συνήθ. εκούσια συστολή. [< αγγλ. skeletal/striated muscle] , γλουτιαίοι (μύες) βλ. γλουτιαίος, δικέφαλος (μυς) βλ. δικέφαλος, λείοι μύες βλ. λείος, μιμικοί μύες βλ. μιμικός, σκαληνοί μύες βλ. σκαληνός, τετρακέφαλος (μηριαίος μυς) βλ. τετρακέφαλος, τραπεζοειδής μυς βλ. τραπεζοειδής, τρικέφαλος μυς βλ. τρικέφαλος ● ΦΡ.: ώδινεν όρος και έτεκε μυν (παροιμ.): για μεγαλεπήβολο εγχείρημα που είχε δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες, αλλά το αποτέλεσμα αποδείχθηκε ασήμαντο. [< αρχ. μῦς, αγγλ.-γαλλ. muscle]
33323μύσημύ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική συστολή της κόρης του ματιού: ~ λόγω δυνατού φωτός/λήψης φαρμάκων. ΑΝΤ. μυδρίαση [< μτγν. μύσις, γαλλ. myosis, αγγλ. miosis]
33324μυσταγωγίαμυ-στα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. τελετή μύησης σε μυστήρια θρησκείας, μαγείας, αποκρυφισμού: ιερή ~. Αιρετικές ~ες. 2. (μτφ.) θέαμα, ακρόαμα ή παράσταση που προκαλεί ψυχική ανάταση ή έκσταση: θεατρική/μουσική ~. ~ από λέξεις και ήχους. Μια βραδιά ~ας. Το μάθημά του/η ομιλία της ήταν πραγματική ~. Τελετουργική ~ παραδοσιακών χορών. Σε ατμόσφαιρα ~ας έγινε η παρουσίαση του βιβλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Μυσταγωγία: ΕΚΚΛΗΣ. το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. [< 1: μτγν. μυσταγωγία, γαλλ. mystagogie, αγγλ. mystagogy]
33325μυσταγωγικός, ή, ό μυ-στα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ή θυμίζει μυσταγωγία: ~ός: χώρος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/κατήχηση/συναυλία/τελετή. ~ό: κλίμα/ταξίδι. ● επίρρ.: μυσταγωγικά [< μτγν. μυσταγωγικός, γαλλ. mystagogique, αγγλ. mystagogic]
33326μυσταγωγόςμυ-στα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εισάγει κάποιον σε μυστηριακές τελετές και γενικότ. που μυεί κάποιον σε κάτι: Η κατήχηση γινόταν υπό την καθοδήγηση του ~ού. Πβ. κατηχητής, μυητής.|| ~ μιας ιδέας. Δάσκαλος-~ στην τέχνη του ποιητικού λόγου. Ένας αφηγητής ~ που εισάγει τους θεατές στον μύθο. Πβ. μύστης. Βλ. -αγωγός. [< μτγν. μυσταγωγός, γαλλ.-αγγλ. mystagogue]
33327μυσταγωγώ[μυσταγωγῶ] μυ-στα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. και στο γ' πρόσ.} (λόγ.): μυώ κάποιον σε κάτι: Οι πιστοί ~ούνται στα μυστήρια της Εκκλησίας. Πβ. κατηχώ. Βλ. προσηλυτίζω.|| Τα βιβλία ~ούν τους αναγνώστες σε ξένες εμπειρίες. Η παράσταση ~εί τους θεατές στην αρχαιότητα. [< μτγν. μυσταγωγῶ]
33328μύστακαςμύ-στα-κας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μουστάκι. 2. {κυρ. στον πληθ.} το άγκιστρο { } ως τυπογραφικό σημείο ή σύμβολο. [< αρχ. μύσταξ]
33329μυστακοφόρος, ος, ο μυ-στα-κο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) & μουστακοφόρος: (για άντρα) που έχει μουστάκι. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. μουστακαλής [< γαλλ. moustachu]
3321Μυστήρια

, η, ο [ἀναπότρεπτος] α-να-πό-τρε-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. για κάτι αρνητικό) που δεν μπορεί, είναι αδύνατο να αποτραπεί: ~ος: κίνδυνος. ~ο: γεγονός/τέλος. ~ες: συνέπειες.|| (ως ουσ.) Το ~ο του θανάτου. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπόφευκτος, μοιραίος (2) ● επίρρ.: αναπότρεπτα [< μτγν. ἀναπότρεπτος]

33330μυστηριακός, ή, ό μυ-στη-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τα μυστήρια: ~ός: τόπος/χορός. ~ή: γνώση/δύναμη/λατρεία/παράδοση/πόλη/τελετή. ~ό: θέατρο/περιβάλλον/στοιχείο/σύμβολο. ~ά: δρώμενα. Ο ~ χαρακτήρας του γάμου. Η ~ή ζωή της Εκκλησίας. Βλ. αποκρυφιστικός. 2. (μτφ.) αινιγματικός, σκοτεινός, μυστηριώδης: ~ή: ατμόσφαιρα/γλώσσα/γοητεία/διάσταση (της φύσης). ~ό: πέπλο/ταξίδι/φως. Πβ. κρυφός. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστηριακές θρησκείες: σύνολο αρχαίων θρησκειών με ιερές τελετές και λατρευτικές πρακτικές μυστικιστικού χαρακτήρα: ~ ~ της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. [< 1: μτγν. μυστηριακός]
33331μυστήριομυ-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {μυστηρί-ου} 1. οτιδήποτε είναι άγνωστο, κρυφό, δυσερμήνευτο ή ακατανόητο: ανεξήγητο/(αξεδι)άλυτο/παράξενο/σκοτεινό ~. Το ~ της ανθρώπινης ύπαρξης/της δημιουργίας του Σύμπαντος/ενός εγκλήματος/της εξαφάνισης (μιας γυναίκας)/του έρωτα/της ζωής/του θανάτου. Το ~ της χαμένης Ατλαντίδας. Βλέμμα όλο ~. Τα ~α της επιστήμης/της φύσης. Αποκάλυψη/εξήγηση/λύση του ~ου. Διαλευκαίνω/ξεδιαλύνω το ~. Έριξε φως στο ~. ~ που παραμένει άλυτο/ανεξιχνίαστο. ~ καλύπτει/περιβάλλει το δυστύχημα/την υπόθεση. ~ πλανάται γύρω από ... Καλλιεργεί ένα ~ γύρω από το πρόσωπό του. Πυκνώνει το ~ για τη μοιραία πτήση/γύρω από τον θάνατο…/με την υγεία … Η αιτία του θανάτου της παραμένει ~. Είναι ~ πώς άντεξε τέτοια ταλαιπωρία. Πβ. αίνιγμα, γρίφος, μυστικό.|| (για πρόσ.) Δεν μπορώ να τον καταλάβω, αυτός ο άνθρωπος είναι ~ (= μυστήριος). (ως παραθετικό σύνθ.) Άνδρας/γυναίκα/έγκλημα/υπόθεση - ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τελετή της χριστιανικής Εκκλησίας με ορισμένο τυπικό, κατά την οποία οι πιστοί λαμβάνουν τη Θεία Χάρη: Το ~ της βάπτισης/του γάμου/του ευχελαίου/της Θείας Ευχαριστίας/της ιεροσύνης/της μετάνοιας (ή εξομολόγησης)/του χρίσματος. Τέλεση ~ου. (Μη) επαναλαμβανόμενα/προαιρετικά/υποχρεωτικά ~α. Βλ. ιεροτελεστία, ιερουργία. 3. ΘΕΟΛ. θρησκευτικό δόγμα που δεν εξηγείται με τη λογική: το ~ της Αγίας Τριάδας. Το άφατο ~ της ενανθρώπησης του Θεού.μυστήρια (τα) 1. ΑΡΧ. τελετουργίες συνδεδεμένες με τη λατρεία θεότητας, στις οποίες η είσοδος επιτρεπόταν μόνο στους μυημένους: απόκρυφα/διονυσιακά/ορφικά ~. Μύηση σε ~. 2. ΘΕΑΤΡ. μεσαιωνικά δραματικά έργα σε διαλογική μορφή με θέματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη ή τους βίους των Αγίων. [< 1: αρχ. μυστήριον 2: γαλλ. mystères] ● ΣΥΜΠΛ.: διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου: στα οποία κυριαρχεί το στοιχείο του αγνώστου και της αγωνίας, συνήθ. σχετικά με την εξιχνίαση ενός εγκλήματος: ιστορίες ~ και τρόμου/φαντασίας. Ταινία αστυνομικού ~ου (βλ. θρίλερ)., πέπλο μυστηρίου (εμφατ.): για υπόθεση που είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξιχνιαστεί: ~ ~ καλύπτει το στυγερό έγκλημα. Τον θάνατό της τυλίγει ένα ~ ~., το κλειδί του μυστηρίου: στοιχείο που οδηγεί στη λύση, στην εξήγηση μιας υπόθεσης: Το ~ ~ βρίσκεται/κρύβεται σε ... [< γαλλ. la clé du mystère] , Ελευσίνια Μυστήρια βλ. ελευσίνιος, τα άχραντα μυστήρια βλ. άχραντος [< αρχ. μυστήριον ‘μυστική τελετή’, μτγν. ~ ‘θρησκευτική αλήθεια, θείο μυστήριο’, γαλλ. mystère, αγγλ. mystery]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.