| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33332 | μυστήριος | , α, ο μυ-στή-ρι-ος επίθ.: αινιγματικός, παράξενος ή ιδιόμορφος: ~ος: θάνατος/κόσμος. ~α: ιστορία/συμπεριφορά/συνάντηση/υπόθεση. ~ο: μέρος/πλάσμα/φαινόμενο. ~ες: δυνάμεις.|| ~ος: άνθρωπος/τύπος/χαρακτήρας. ~ες: αντιλήψεις/απόψεις. Πολύ ~ είσαι! Πβ. μυστηριώδης.|| (ως ουσ.) Ένας ~ ήρθε. Αυτός ο ~ ξαναεμφανίστηκε. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστήριο πράγμα (προφ., δηλωτικό απορίας ή έκπληξης): για κάτι ανεξήγητο: Ένα ~ ~, δεν βρίσκω πουθενά τα κλειδιά μου. Πολύ ~ ~ η ζωή., μυστήριο τρένο βλ. τρένο [< γαλλ. mystérieux, αγγλ. mysterious] | |
| 33333 | μυστηριώδης | , ης, ες μυ-στη-ρι-ώ-δης επίθ. {μυστηριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που δεν μπορεί να τον καταλάβει κάποιος, που αποπνέει και παραμένει μυστήριο: ~ης: ιός/τύπος/φόνος. ~ης: ασθένεια/δύναμη/εξαφάνιση/ιστορία. ~ες: έγκλημα/παρελθόν/πλάσμα/ταξίδι. Κάτω από ~εις συνθήκες. Πβ. αινιγματικός, μυστηριακός, μυστήριος, παράξενος, σκοτεινός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: μυστηριωδώς [-ῶς] [< μτγν. μυστηριώδης ‘που σχετίζεται με τις ιερές τελετές ή τα ιερά μυστήρια’] | |
| 33334 | μύστης | μύ-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μυημένος σε μυστηριακές τελετές: ~ες του Διονύσου. ΑΝΤ. αμύητος (1) 2. εισηγητής μιας θρησκείας, διδασκαλίας, θεωρίας· κατ' επέκτ. ειδήμων σε κάτι: Οι μεγάλοι ~ες της Ανατολής/της αρχαίας Ελλάδας/του Μεσαίωνα.|| ~ και διδάσκαλος της θεατρικής τέχνης/του χορού. Πβ. επαΐων, ιεροφάντης, μυσταγωγός. [< αρχ. μύστης] | |
| 33335 | μυστικισμός | μυ-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. η πίστη ότι η ένωση με το θείο, η αλήθεια ή η γνώση μπορεί να κατακτηθεί μέσω υποκειμενικής εμπειρίας, όπως η ενόραση ή η έκσταση, και όχι μέσω των αισθήσεων ή του λογικού· το σύνολο των αντιλήψεων και πρακτικών που βασίζονται σε αυτή την πίστη: βουδιστικός/βυζαντινός/δυτικός/θρησκευτικός/ισλαμικός (πβ. σουφισμός)/χριστιανικός ~. Ο ~ της Ανατολής. Βλ. ορθολογισμός. 2. αποκρυφισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. mysticisme, αγγλ. mysticism] | |
| 33336 | μυστικιστής | μυ-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μυστικίστρια}: πρόσωπο που ακολουθεί τις αρχές του μυστικισμού. Πβ. αποκρυφιστής, μυστικοπαθής. ΣΥΝ. μυστικός (1) [< γαλλ. mystique] | |
| 33337 | μυστικιστικός | , ή, ό μυ-στι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μυστικισμό ή τον μυστικιστή: ~ός: αριθμός/τόπος/χαρακτήρας/χορός. ~ή: αδελφότητα/ατμόσφαιρα/έκσταση/εμπειρία/θεωρία/λατρεία/οργάνωση/παράδοση/τελετή. ~ό: κλίμα/όραμα/περιβάλλον/περιεχόμενο/πνεύμα/σύμβολο/τάγμα. ΣΥΝ. μυστικός (2) ● επίρρ.: μυστικιστικά [< γαλλ. mystique] | |
| 33338 | μυστικό | μυ-στι-κό ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε γνωρίζει κάποιος εμπιστευτικά και είναι ή πρέπει να μείνει κρυφό από τους άλλους: επαγγελματικό/οικογενειακό/πανάρχαιο/παράξενο/πολύτιμο/προσωπικό/σκοτεινό ~. Αποκαλύπτω/εκμυστηρεύομαι/εμπιστεύομαι/κρύβω/προδίδω/φανερώνω/φέρνω στο φως/φυλάω ένα ~. Μοιράζομαι ένα ~ με κάποιον. Καλά κρυμμένα/μύχια ~ά. Έχει (στα χέρια της) ένα σημαντικό ~. Δεν σου λέω, είναι ~. Να σου πω ένα ~; Μόνο εσύ ξέρεις το ~. Δεν είναι ~ ότι ... Του λέει όλα τα ~ά της. Δεν έχει/κρατά ~ά από αυτή. Μεταξύ τους δεν υπάρχουν ~ά. Φοβούνται μήπως διαρρεύσουν τα ~ά τους. Προσπάθησαν να αποσπάσουν/(υπο)κλέψουν στρατιωτικά ~ά της χώρας. Πβ. απόρρητο, ντεσού.|| Πήρε το ~ του στον τάφο (: πέθανε χωρίς να το πει σε κανέναν). 2. τρόπος ενέργειας που οδηγεί σε επιθυμητό αποτέλεσμα και συνήθ. δεν είναι γνωστός σε πολλούς: το ~ της γοητείας/της επιτυχίας/της ευτυχίας (πβ. κλειδί, συνταγή). Τα ~ά της γυναικείας κομψότητας/του διαδικτύου/της κουζίνας/του κρασιού/της μακροζωίας/της σωστής διατροφής/της φωτογραφίας. ~ά (της) ομορφιάς/υγείας. Γευστικά/ιατρικά ~ά. Πέντε/μικρά/χρήσιμα/χρυσά ~ά για απώλεια βάρους. Το ~ μας είναι ότι μείναμε ενωμένοι μέχρι το τέλος. Τους δίδαξε/έμαθε τα ~ά της τέχνης του. Από μικρός μπήκε/μυήθηκε στα ~ά της δουλειάς/του επαγγέλματος. || Το απόλυτο ~ για τέλειο σώμα. 3. οτιδήποτε ανεξήγητο, άγνωστο ή μυστήριο: τα ανεξερεύνητα ~ά της φύσης. Εξερευνώντας τα ~ά του εγκεφάλου/της ζωής/του θανάτου/του Σύμπαντος. Οι επιστήμονες ίσως ανακάλυψαν/βρήκαν το ~ για τη θεραπεία του ... Βλ. αίνιγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικό μυστικό & κρατικό απόρρητο: κάθε στοιχείο κρατικής ασφάλειας το οποίο πρέπει να παραμείνει κρυφό σύμφωνα με τον νόμο: αποκάλυψη/διαρροή ~ών ~ών. [< γαλλ. secret d'État] , επτασφράγιστο μυστικό βλ. επτασφράγιστος, κοινό μυστικό βλ. κοινός ● ΦΡ.: σκάω το μυστικό (σε κάποιον) (λαϊκό): το αποκαλύπτω: Σε μια κουβέντα που είχαμε, μου το έσκασε ~. [< γαλλ.-αγγλ. secret, ουσιαστικοπ. ουδ. του μτγν. επιθ. μυστικός] | |
| 5776 | μυστικό | [ἀποκρυφισμός] α-πο-κρυ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία ή πρακτική που βασίζεται στην παραδοχή της ύπαρξης μυστικών, αόρατων και υπερφυσικών δυνάμεων στη φύση, οι οποίες καθορίζουν την τύχη του ανθρώπου. Πβ. μυστικισμός. Βλ. αλχημεία, εσωτερ-, πνευματ-ισμός, μαγεία, μαντική. ΣΥΝ. αποκρυφολογία [< γαλλ. occultisme] | |
| 33339 | μυστικοπάθεια | μυ-στι-κο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): το να κρατά κάποιος συνεχώς μυστικά και να μην εκδηλώνεται: κλίμα/πέπλο ~ας. Επικρατεί/τηρείται άκρα/απόλυτη ~ γύρω από το θέμα. Συζητήσεις σε ένα περιβάλλον ειλικρίνειας χωρίς ~ες. Πβ. κρυψίνοια, μυστικότητα. Βλ. -πάθεια. | |
| 33340 | μυστικοπαθής | , ής, ές μυ-στι-κο-πα-θής επίθ. 1. που δεν φανερώνει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του· γενικότ. που χαρακτηρίζεται από μυστικότητα: ~ής: τύπος. ~ές: άτομο. Επιφυλακτικός και ~ ακόμα και με φίλους του. Πβ. κρυψίνους.|| ~ής: ατμόσφαιρα. Βλ. -παθής. 2. (σπάν.) που υιοθετεί τις αρχές του μυστικισμού. Πβ. μυστικιστής. ● επίρρ.: μυστικοπαθώς [-ῶς] | |
| 33341 | μυστικός | , ή, ό μυ-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή υπάρχει χωρίς να είναι γνωστός ή να αποκαλύπτεται σε άλλους, κρυφός: ~ός: αριθμός/δεσμός/έρωτας/κωδικός (= πιν)/πόλεμος. ~ή: αποστολή/γλώσσα/διπλωματία/δράση/έκθεση/ιστορία/οργάνωση/συμφωνία/συνεννόηση. ~ό: δωμάτιο/μονοπάτι/όπλο/ταξίδι. ~ές: διαπραγματεύσεις/δυνάμεις/επαφές/πληροφορίες/συνομιλίες. ~ά: αρχεία/έγγραφα/κονδύλια/σχέδια. Διατηρεί/κρατά ~ή την προσωπική της ζωή. Ο τόπος της συνάντησης ήταν ~. Το ~ό (: βαθύτερο) νόημα του κειμένου. Οι συνεδριάσεις είναι ~ές. Πβ. απόκρυφος, απόρρητος, εμπιστευτικός, παρασκηνιακός.|| ~ός: πληροφοριοδότης. 2. που αναφέρεται στον μυστικισμό ή τα μυστήρια, μυστικιστικός: ~ή: γνώση/διδασκαλία/εμπειρία/ερμηνεία/κοινωνία/παράδοση/φιλοσοφία.|| (ΘΕΟΛ.) Το ~ό σώμα του Χριστού (= Εκκλησία).|| (για πρόσ.) ~ός: θεολόγος. ΣΥΝ. απόκρυφος (2) 3. (σπάν.-για πρόσ.) μυστικοπαθής ή εχέμυθος. ● Ουσ.: μυστικός (ο) 1. πρόσωπο που ασχολείται με τον μυστικισμό ή τη μυστηριακή πλευρά μιας θρησκείας, μυστικιστής: οι ~οί της Ανατολής/των σούφι/της χριστιανικής παράδοσης. 2. (προφ.) αστυνομικός ή πράκτορας που φορά πολιτικά ρούχα, για να μην γίνεται αντιληπτός. ● επίρρ.: μυστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μυστικές υπηρεσίες: κρατικές υπηρεσίες κατασκοπείας και αντικατασκοπείας: ελληνικές/ξένες/στρατιωτικές ~ ~. ~ ~ ασφαλείας/πληροφοριών., μυστική εταιρεία: οργάνωση που συγκροτείται για την εκπλήρωση ορισμένων σκοπών με απόρρητες μεθόδους, τα μυημένα μέλη της οποίας έχουν ορκιστεί να τηρούν απόλυτη μυστικότητα., κρυφή ατζέντα βλ. ατζέντα, μυστική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία, Μυστικός Δείπνος βλ. δείπνος, μυστικός πράκτορας βλ. πράκτορας ● ΦΡ.: κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό βλ. κρατώ [< αρχ. μυστικός, γαλλ. secret, mystique, αγγλ. mystic] | |
| 33342 | μυστικοσυμβούλιο | μυ-στι-κο-συμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.): συμβουλευτικό σώμα ανώτατων διοικητικών υπαλλήλων που γνωμοδοτεί για διάφορα ζητήματα, χωρίς να γίνεται γνωστή η ταυτότητα των μελών του. [< γερμ. geheimer Staatsrat] | |
| 33343 | μυστικοσύμβουλος | μυ-στι-κο-σύμ-βου-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος μυστικοσυμβουλίου και κατ' επέκτ. άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης, συνήθ. υψηλόβαθμου προσώπου: κυβερνητικός ~. ~ του αρχιεπισκόπου/πολιτικού/προέδρου/υπουργού. Διετέλεσε/χρημάτισε ~. Πβ. (ο) εξ απορρήτων. [< γερμ. Geheimrat] | |
| 33344 | μυστικότητα | μυ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το να παραμένει κάτι μυστικό: ~ αποτελεσμάτων/λογαριασμού/μελών/πληροφοριών/της προανάκρισης/στοιχείων/ψήφου. Δήλωση/παραβίαση/τήρηση ~ας. Έρευνες υπό πλήρη ~. Eπίσκεψη σε συνθήκες άκρας ~ας. Συλλήψεις υπόπτων κάτω από/με απόλυτη ~. Πέπλο ~ας καλύπτει/περιβάλλει την υπόθεση. 2. το να μην προχωρά κάποιος σε αποκαλύψεις ή εξομολογήσεις: Τον διακρίνει ~. Συντόνιζε με ~ τα πάντα. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε με κάθε ~. H αστυνομία τηρεί ~ ως προς τα ονόματα των συλληφθέντων. Πβ. εχεμύθεια, μυστικοπάθεια. Βλ. -ότητα. | |
| 33345 | μυστρί | μυ-στρί ουσ. (ουδ.): οικοδομικό κυρ. ή κηπουρικό εργαλείο που αποτελείται από μια μεταλλική επιφάνεια σε σχήμα τριγώνου ή τραπεζίου, προσαρμοσμένη σε λαβή: (ΟΙΚΟΔ.) ~ σοβατίσµατος. ~ για το στρώσιμο του κονιάματος στον τοίχο. Απλώνω τη λάσπη με το ~. Βλ. πηλοφόρι.|| ~ φύτευσης. [< μεσν. μυστρί < μτγν. μυστρίον ‘κουταλάκι’] | |
| 33346 | μυτάκι | μυ-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρή μύτη. ΣΥΝ. μυτίτσα, μυτούλα 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Puntazzo puntazzo) που μοιάζει με σπάρο, συγγενεύει με τον σαργό και έχει χαρακτηριστικό μυτερό ρύγχος. ΣΥΝ. ούγενα 3. ΑΘΛ. μύτη παπουτσιού: σούταρε με το ~. ● μυτάκια (τα): μυτερές απολήξεις στο κόψιμο των μαλλιών. | |
| 33347 | μυταράς | μυ-τα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μυταρού} (μεγεθ.) : αυτός που έχει μεγάλη μύτη. Βλ. -αράς. | |
| 33349 | μυτζήθρα | βλ. μυζήθρα | |
| 33350 | μύτη | μύ-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το μέρος του προσώπου στον άνθρωπο ή σε άλλα θηλαστικά το οποίο προεξέχει πάνω από το στόμα και κάτω από το μέτωπο, χωρίζεται σε δύο ρουθούνια και χρησιμεύει για την αναπνοή και την όσφρηση: γαλλική (: λεπτή και ελαφρώς ανασηκωμένη)/γαμψή/γυριστή/ίσια/κοντή/μακριά/μεγάλη/πλακουτσωτή/πλατιά/σουβλερή/σπασμένη/στραβή/στρογγυλή/χοντρή ~. Ελληνική ή κλασική ~ (: ίσια και λεπτή). Οστά/χόνδρος της ~ης. ~ κόκκινη από το κρύο. Αιμορραγία/επέμβαση/καταρροή/φαγούρα/φακίδες στη ~. Καθαρίζω/ξύνω/ρουφώ/σκαλίζω/σκουπίζω/φυσώ τη ~ μου. Η ~ μου είναι βουλωμένη/μπουκωμένη.|| Το κρασί φέρνει στη ~ αρώματα φρούτων.|| Mιλά με τη ~ (= έχει έρρινη προφορά).|| Πλαστική/ψεύτικη ~. Η ~ του κλόουν. 2. (κατ' επέκτ.) μουσούδι, ρύγχος ή το ράμφος των πουλιών: η ~ του δελφινιού/ξιφία/σκύλου. Βλ. προβοσκίδα.|| ~ αετού. 3. (μτφ.) αιχμηρή κυρ. ή λεπτή άκρη, προεξοχή ή το μπροστινό μέρος μακρόστενου συνήθ. πράγματος: κυρτή ~. Η ~ του αγκιστριού/της βελόνας/του βέλους/του καρφιού/του κονταριού/του μαχαιριού/του παγόβουνου/του σπαθιού. Μαρκαδόρος/πινέλο/στιλό με λοξή/στρογγυλεμένη ~ (πβ. ακίδα). Πένα με χρυσή ~. Έσπασε η/ξύνω τη ~ του μολυβιού. Έκοψε τα μαλλιά της ~ες/άφησε λίγες ~ες να πέφτουν στο πρόσωπο (βλ. αφέλειες).|| Η ~ του ακρωτηρίου.|| Η ~ του αεροπλάνου/του πλοίου (πβ. πλώρη)/του σωληναρίου. Σουτ με τη ~ του παπουτσιού (βλ. μύτος). 4. δυνατή όσφρηση: Το κυνηγόσκυλο έχει καλή ~. 5. (μτφ.) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος ενστικτωδώς κάτι, διαίσθηση: Έχει (γερή) ~. 6. άρωμα κρασιού: πλούσια/πολύπλοκη/φινετσάτη ~. Έντονη ~ από μπαχαρικά/φρούτα του δάσους. ● Υποκ.: μυτίτσα (η), μυτούλα (η) ● Μεγεθ.: μυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: ανοίγει/ματώνει η μύτη μου (προφ.): αιμορραγεί., βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη (προφ.): για κάτι που έχει δυσάρεστη έκβαση, ενώ αρχικά ήταν ή προοριζόταν να είναι ευχάριστο: Τελικά ήρθε στην εκδρομή, αλλά μας το έβγαλε από τη ~ με την γκρίνια του. Πβ. μου βγαίνει (κάτι) ξινό., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι & (σπάν.) δεν μάτωσε μύτη 1. δεν προκλήθηκαν βίαια επεισόδια: Ήρεμα εξελίχθηκε ο χθεσινός αγώνας· ~ ~. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Πβ. αναίμακτα. 2. (μτφ.) δεν υπήρξε αντίδραση, εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους θιγομένους: Κατεδαφίστηκαν όλες οι κατακτήσεις των εργαζομένων και ~ ~., δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του (μτφ.): είναι κοντόφθαλμος, στενόμυαλος: Δεν μπορεί να δει ~ ~. [< πβ. γερμ. nicht weiter sehen als seine Nase [reicht], γαλλ. ne pas voir plus loin que le bout de son nez] , δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου: δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα: Χωρίς τα γυαλιά/με τόσο πυκνό σκοτάδι δεν έβλεπε ούτε τη ~ της., έχει ψηλά τη μύτη (μτφ.-προφ.): έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι αλαζόνας: ~ ~ του και δεν μας καταδέχεται. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη, σνομπ, ψηλομύτης, ψώνιο., η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει (παροιμ.): είναι υπερόπτης και ακατάδεκτος, ψηλομύτης ή τεμπέλης., κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου: για κάτι ολοφάνερο που γίνεται ή υπάρχει, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι: Απέδρασε/πέρασαν κάτω από τη ~ των δεσμοφυλάκων. Η κλοπή έγινε κάτω από τη ~ των υπευθύνων. Η λύση τόσο καιρό βρισκόταν μπροστά στη ~ μας. Πβ. μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου., με τρώει η μύτη μου: έχω φαγούρα στη μύτη., μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια (προφ.): για φαγητό κυρ. που μυρίζει έντονα και ευχάριστα., μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός., μύτη με μύτη: πολύ κοντά σε κάποιον ή κάτι. Πβ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, πρόσωπο με πρόσωπο., να μου τρυπήσεις τη μύτη: για να δηλωθεί με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι: Αν κάνει τα μισά από όσα υποσχέθηκε, να μου τρυπήσετε τη ~. Βλ. να μη με λένε., πέφτει η μύτη/η μούρη μου (μτφ.-ειρων.): μειώνεται, θίγεται ο εγωισμός μου: Δεν παραδέχεται τα λάθη του, για να μην πέσει η μύτη του. , πέφτουν μύτες (προφ.): κάνει πάρα πολύ κρύο., πιάνω/κρατώ τη μύτη μου: πιάνω τη μύτη μου με τα δάχτυλα ή και δεν αναπνέω, συνήθ. για να αποφύγω δυσοσμία: Πάρε βαθιά αναπνοή και κράτα τη ~ σου κλειστή., σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη: τον κάνω ό,τι θέλω: Μου φαίνεται ότι σε σέρνει ~. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου., σκάω μύτη (προφ.): εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω: Ξαφνικά ~ει ~ ένα πιτσιρίκι.|| Έσκασε ~ ο ήλιος. ΣΥΝ. ξεμυτίζω, στη μύτη του κουταλιού: για μικρή ποσότητα (όση χωρά στην άκρη του): Προσθέτουμε ελάχιστο αλάτι/κανέλα ~ ~. (σπάν.) Μια μύτη ζάχαρη (= πολύ λίγη)., στις μύτες (των ποδιών): στις άκρες των ποδιών ή των παπουτσιών, με ανασηκωμένες τις φτέρνες: Πατώ/περπατώ/στέκομαι ~ ~. Μπήκε στο δωμάτιο ~ ~ (για να μη γίνει αντιληπτός). Πβ. (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων., το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι και οι ευφυείς άνθρωποι συχνά πέφτουν σε προφανείς παγίδες, την πατούν., τρέχει η μύτη μου 1. έχω καταρροή: Η ~ του τρέχει συνέχεια. 2. ματώνει: Kάθισε μέχρι που σταμάτησε να ~ ~ του., χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού & βάζω τη μύτη/την ουρά μου κάπου/παντού (προφ.): ασχολούμαι με ζητήματα που δεν με αφορούν: ~ει ~ του στα προσωπικά/στις υποθέσεις των άλλων. Μη ~εις ~ σου παντού. Πβ. ανακατεύομαι, επεμβαίνω, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν [πβ. γερμ. seine Nase in etwas/in allen [hinein] stecken] , (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη βλ. σηκωμένος, βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, κλείνει η μύτη μου βλ. κλείνω, όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, σηκώνει (τη) μύτη βλ. σηκώνω [< μεσν. μύτη < πβ. αρχ. μύτις ‘εσωτερικό των μαλακίων, μελάνι της σουπιάς’] | |
| 33351 | μυτιά | μυ-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. χτύπημα στη μύτη. 2. χτύπημα με τη μύτη του παπουτσιού. 3. (αργκό) εισπνοή από τη μύτη ναρκωτικού σε σκόνη και η αντίστοιχη ποσότητα ναρκωτικού: ~ κοκαΐνης. ΣΥΝ. σνιφάρισμα [< μεσν. μυτέα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ