Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34020-34040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33352μυτιληνιός, ιά, ό μυ-τι-λη-νιός επίθ. & μυτιληναίικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Μυτιλήνη ή/και τους Μυτιληνιούς. Πβ. λεσβιακός. [< μεσν. μυτιληναίικος]
33353Μυτιληνιός, ΜυτιληνιάΜυ-τι-λη-νιός επίθ./ουσ. & (λόγ.) Μυτιληναίος, Μυτιληναία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Μυτιλήνη. Πβ. Λέσβιος. [< αρχ. Μυτιληναῖος]
33354μύτοςμύ-τος ουσ. (αρσ.) {χωρ. πληθ.} (στην ποδοσφαιρική αργκό): δυνατό και άτεχνο σουτ που γίνεται με τη μύτη του παπουτσιού: Έβαλε γκολ με τον ~ο. ● Υποκ.: μυτάκι (το)
33355μυτοτσίμπιδομυ-το-τσί-μπι-δο ουσ. (ουδ.): εργαλείο σε μορφή μικρής τσιμπίδας, παρόμοιο με πένσα, της οποίας τα σκέλη καταλήγουν σε πολύ λεπτή μύτη: ίσιο/κυρτό/μακρύ ~. ~-κόφτης.
33356μύχιος, α, ο μύ-χι-ος επίθ. (λόγ.): βαθύς και κρυφός, ενδόμυχος: ~ος: εσωτερικός κόσμος/πόθος/φόβος. ~α: ανάγκη/επιθυμία. ~ες: πτυχές (της προσωπικότητας). ~α: μυστικά/όνειρα/συναισθήματα. ● Ουσ.: μύχια (τα) (μτφ.): το εσώτερο μέρος: τα ~ της σκέψης/της ύπαρξης. Τους ευχαριστούμε από τα ~ της καρδιάς μας. Με συγκίνησε ως τα ~ (βάθη) της ψυχής μου. Πβ. έγκατα, κατά-, τρίσ-βαθα. [< αρχ. μύχιος, γαλλ. intime]
33357μυχόςμυ-χός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σημείο σε τοποθεσία που βρίσκεται πολύ μέσα, βαθιά: ~ βουνού/βράχου/κόλπου/λιμανιού/όρμου. [< αρχ. μυχός]
33358μυώ[μυῶ] μυ-ώ ρ. (μτβ.) {μυ-εί ... | μύ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, ώντας} 1. εισάγω κάποιον σε μυστήριο, λατρεία, οργάνωση ή κίνημα που απευθύνεται σε κλειστό κύκλο ανθρώπων: (ΑΡΧ.) ~ήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια.|| ~ήθηκε στο Τάγμα των .../στον τεκτονισμό. Ήταν ~ημένος (: μέλος) στη Φιλική Eταιρεία.|| ~ούμαι στον βουδισμό/στον χριστιανισμό. Πβ. κατηχώ, μυσταγωγώ, προσηλυτίζω. 2. (μτφ.) μαθαίνω σε κάποιον τις βασικές γνώσεις, αρχές και ιδέες ενός αντικειμένου, μιας τέχνης: Τον ~ησε στα μυστικά του επαγγέλματος. ~ούμαι στο έργο του ποιητή/στο θέατρο/στην ψυχανάλυση. Στη μουσική ~ήθηκε από άξιους δασκάλους/από μικρή. Ο μη ~ημένος στα νομικά αναγνώστης δεν καταλαβαίνει το κείμενο. [< αρχ. μυῶ]
33359μυώδης, ης, ες μυ-ώ-δης επίθ. {μυώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που έχει δυνατούς, γυμνασμένους μυς: ~ης: αθλητής/μηρός/σκύλος. ~ης: κνήμη/πλάτη. ~ες: ζώο/κορμί/μπράτσο/όργανο/παρουσιαστικό/σώμα. ~εις: γλουτοί/ώμοι. ~η: άκρα. Πβ. μπρατσωμένος, ρωμαλέος. Βλ. -ώδης. 2. (μτφ., συνήθ. για αυτοκίνητο) που αποπνέει δυναμισμό, αεροδυναμικός: ~ης: προφυλακτήρας/σχεδιασμός. ~ες: αμάξωμα. [< μτγν. μυώδης, γαλλ. musclé ]
33360μυώναςμυ-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. το σύνολο των μυών και η διάταξή τους στο σώμα ή σε ένα όργανο· ειδικότ. μυς: σκελετικός ~. Το άνω βλέφαρο ανασηκώνεται με έναν ~α. ~ες της κνήμης/των ποδιών. Ακινησία/εκγύμναση/ομάδα/σύσπαση των ~ων. [< αρχ. μυών]
33361μύωπαςμύ-ω-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) μύωψ 1. άτομο που πάσχει από μυωπία. Βλ. πρεσβύωπας. 2. (μτφ.) αυτός που έχει περιορισμένη αντίληψη και οπτική των πραγμάτων. Πβ. μικρόνους, στενόμυαλος. [< 1: αρχ. μύωψ, γαλλ.-αγγλ. myope]
33362μυωπίαμυ-ω-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. βλάβη του οπτικού συστήματος του ματιού ή του βολβού του, κατά την οποία τα οπτικά είδωλα εστιάζονται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή παρά πάνω σε αυτόν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να δει ευδιάκριτα τα αντικείμενα που βρίσκονται σε απόσταση: διαθλαστική/εκφυλιστική/εξελικτική ~. Γυαλιά ~ας. Βλ. αμετρ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία. 2. (μτφ.) στενόμυαλη αντίληψη, απουσία διορατικότητας. [< 1: μτγν. μυωπία, γαλλ. myopie, αγγλ. myopia]
33363μυωπικός, ή, ό μυ-ω-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μυωπία ή τον μύωπα: ~ός: αστιγματισμός. ~ή: όραση. ~ά: γυαλιά/κρύσταλλα. Βλ. πρεσβυωπικός. 2. (μτφ.) κοντόφθαλμος: ~ός: στόχος. ~ή: αντίληψη/θεώρηση/οπτική/προσέγγιση/στάση/συμπεριφορά. Πβ. κοντόθωρος. ΑΝΤ. ανοιχτόμυαλος, οξύνους ● επίρρ.: μυωπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. myopique, αγγλ. myopic]
33364ΜωάμεθΜω-ά-μεθ κύριο όν. (αρσ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: όταν/αν/άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αναλαμβάνει πρωτοβουλία για μια ενέργεια ή συνάντηση, την οποία κανονικά θα έπρεπε να πραγματοποιήσει κάποιος άλλος. [< μεσν. Μωάμεθ]
33365μωαμεθανικός, ή, ό μω-α-με-θα-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον μωαμεθανισμό ή τους μωαμεθανούς. ΣΥΝ. ισλαμικός, μουσουλμανικός [< γαλλ. mahométan, πβ. μεσν. μωαμεθικός]
33366μωαμεθανισμόςμω-α-με-θα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκεία που ίδρυσε ο προφήτης Μωάμεθ, οι βασικές αρχές της οποίας περιέχονται στο Κοράνι. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ισλαμισμός, μουσουλμανισμός [< γαλλ. mahométisme]
33367μωαμεθανόςμω-α-με-θα-νός ουσ. (αρσ.) , μωαμεθανή (η): πρόσωπο που ασπάζεται τη θρησκεία και τα δόγματα του μωαμεθανισμού. ΣΥΝ. ισλαμιστής, μουσουλμάνος [< γαλλ. mahométan]
33368μώλωπαςμώ-λω-πας ουσ. (αρσ.): τραυματισμός ιστού του σώματος κυρ. από χτύπημα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση μελανιάς στο δέρμα: Είχε/έφερε ~ες στο κεφάλι/στα πλευρά/στα πόδια/στο πρόσωπο. ~ες και εκδορές/κατάγματα σε όλο το σώμα. Πβ. εκχύμωση, μωλωπισμός. [< αρχ. μώλωψ]
33369μωλωπισμόςμω-λω-πι-σμός ουσ. (αρσ.): μελανιά, μώλωπας: ~οί κάτω από το δέρμα. [< μεσν. μωλωπισμός]
33370μωραίνωμω-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (λόγ.): αποβλακώνω ή φέρομαι ως ανόητος: ~ει ο έρωτας (= τυφλώνει).|| Άρχισε να γερνά και να ~εται. Πβ. ξεκουτιαίνω, ξεμωραίνομαι. ΑΝΤ. βάζω μυαλό/νιονιό (1) ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι (λόγ.): σε περιπτώσεις που κάποιος κάνει εντελώς παράλογες ή ανόητες πράξεις. [< αρχ. μωραίνω ‘είμαι ανόητος ή τρελός’]
33371μωρέμω-ρέ επιφών. (προφ.) & (ιδιωμ.) μπρε, ωρέ 1. εκφράζει απορία, ξάφνιασμα, θαυμασμό, αγανάκτηση, αποδοκιμασία, ειρωνεία, παράκληση, οικειότητα, συμπάθεια: ~, τι άνθρωποι είναι αυτοί; Τι γελάτε, ~;|| ~ τι κέφι που είχαν!|| Τι λέει ~, είναι με τα καλά του; Σταματήστε ~! Άντε ~, τι ξέρουν αυτοί; Έλα ~ (τώρα), δε(ν) βαριέσαι! Σιγά ~, τι έγινε; Οχ ~, όρεξη που την έχεις! Αμάν ~, πώς κάνεις έτσι;|| ~ σα(ν) δεν ντρέπεσαι!|| ~ μπράβο, ωραία τα κατάφερες! ~ φίλος να σου πετύχει!|| Έλα ~, μην την αποπαίρνεις.|| Άσε ~, είχα τρεχάματα.|| Δίκιο έχεις ~. Αχ ~, κρίμα που δεν ήρθα. Πβ. βρε, ρε. 2. ως προσφώνηση: Τι λες ~ μαμά/μπαμπά;|| (επιτατ.) Τι θες ~ εσύ και πετάγεσαι; ~ αυτή καλά τα λέει ... [< μεσν. μωρέ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.