| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33372 | μωρή | μω-ρή επιφών. & (ιδιωμ.) μαρή: ως προσφώνηση σε γυναίκα, συνήθ. με υβριστικό, προσβλητικό ή οικείο τρόπο: Τι μας λες ~; Κάτσε κάτω/σκάσε ~! ~ ηλίθια, ρεζίλι με έκανες!|| Τώρα το θυμήθηκες, ~ Πόπη; [< μεσν. μωρή] | |
| 33373 | μωρία | μω-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ανοησία, βλακεία και συνεκδ. ανόητος λόγος ή πράξη: η ανθρώπινη ~. ΑΝΤ. ευφυΐα (1) 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) διανοητική καθυστέρηση, άνοια. Πβ. ολιγοφρενία. Βλ. ιδιωτεία. [< 1: αρχ. μωρία] | |
| 33374 | μωρό | μω-ρό ουσ. (ουδ.) 1. βρέφος: νεογέννητο/πρόωρο/υγιέστατο/φυσιολογικό ~. ~ δέκα μηνών. Γέννηση/κλάμα ~ού. Αλλάζω/θηλάζω/κοιμίζω/κρατώ αγκαλιά/νανουρίζω/νταντεύω το ~. Περιμένει ~ (= είναι έγκυος). Ταΐζω το ~ με το μπιμπερό. Το καρεκλάκι/καροτσάκι/η κούνια του ~ού. Πάνες/φύλαξη ~ών.|| Τα ~ά των ζώων.|| Από ~ παιδί ασχολείται με το μπάσκετ (= από πολύ μικρός). Πβ. μπέμπης, μπουμπούκος. Βλ. μικρό, νεογνό, νήπιο. 2. (μτφ.) ανώριμο άτομο, με παιδιάστικη συμπεριφορά: Δεν είσαι ~, είσαι ενήλικος! Έλα τώρα, μη γίνεσαι ~. ΣΥΝ. βρέφος (2) 3. (οικ.) για νεαρό, πολύ ελκυστικό άτομο, συνήθ. κοπέλα. ● Υποκ.: μωράκι (το), μωρουδάκι & μωρουδέλι (το) ● ΦΡ.: μωρό/μωράκι (μου) (οικ.): προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο, συνήθ. παιδί ή ερωτικό σύντροφο., σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί [< μεσν. μωρόν] | |
| 33375 | μωρολογία | μω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανόητες κουβέντες, κουταμάρες: ακατάσχετη ~. ~ες και αερολογίες. Πβ. μπουρδολογία, χαζοκουβέντα. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. φληναφήματα [< αρχ. μωρολογία] | |
| 33376 | μωρομάνα | μω-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): μητέρα που έχει γεννήσει πρόσφατα ή γενικότ. έχει μωρό παιδί: εργαζόμενη ~. Βλ. -μάνα. | |
| 33377 | μωρομάντιλο | μω-ρο-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & μωρομάντηλο: μαντίλι μιας χρήσης, εμποτισμένο με ειδική λοσιόν για καθαρισμό κυρ. βρεφών: απαλά/αρωματικά/υγρά ~α. ~α για το πρόσωπο, τα χέρια και την ευαίσθητη περιοχή του μωρού. ~α με γαλάκτωμα. | |
| 33378 | μωρός | , ή, ό μω-ρός επίθ. (λόγ.): ανόητος. ● ΣΥΜΠΛ.: μωρές παρθένες {σπανιότ. στον εν. μωρά παρθένος} (ΚΔ): για κάποιον που δείχνει αμέλεια, απρονοησία: Κλαίνε τώρα σαν τις ~ ~. ● ΦΡ.: ουδείς μωρότερος των ιατρών, αν δεν υπήρχαν οι διδάσκαλοι: ως έκφραση ειρωνείας για τους δασκάλους και τους γιατρούς. [< αρχ. μωρός] | |
| 33379 | μωρουδιακός | , ή, ό μω-ρου-δια-κός επίθ.: που σχετίζεται με μωρό: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: κούνια/κρέμα. ~ά: ρούχα. ● Ουσ.: μωρουδιακά (τα): είδη για μωρά: βρεφικό πολυκατάστημα με ~ και παιδικά. | |
| 33380 | μωρουδίστικος | , η, ο μω-ρου-δί-στι-κος επίθ.: που σχετίζεται με μωρό ή ταιριάζει σε αυτό: ~η: μυρωδιά/συμπεριφορά. ~ο: κλάμα/παιχνίδι. ~α: ρούχα. Πβ. βρεφικός. Βλ. -ίστικος. ΣΥΝ. μπεμπέ ● επίρρ.: μωρουδίστικα | |
| 33381 | μωρουλίνι | μω-ρου-λί-νι ουσ. (ουδ.) (χαϊδευτ.): κυρ. ως προσφών. που δηλώνει τρυφερότητα, στοργή: ~, μου έλειψες. Πβ. αγαπ-, γλυκ-ουλίνι, ζουζ-, κουτσ-ούνι. | |
| 33382 | μωροφιλοδοξία | μω-ρο-φι-λο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-μειωτ.): ανόητη φιλοδοξία ή πράξη που την εκφράζει: προσωπικές ~ες. Βλ. ματαιοδοξία. | |
| 33383 | μωροφιλόδοξος | , η, ο μω-ρο-φι-λό-δο-ξος επίθ. (λόγ.-μειωτ.): που έχει ή εκφράζει ανόητες φιλοδοξίες: (για πρόσ.) αμοραλιστής και ~.|| ~οι: στόχοι. | |
| 33384 | μωσαϊκισμός | μω-σα-ϊ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία σε έναν οργανισμό τουλάχιστον δύο πληθυσμοί κυττάρων παρουσιάζουν χρωμοσωμική ανωμαλία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. mosaicism, 1920] | |
| 33385 | μωσαϊκό | μω-σα-ϊ-κό ουσ. (ουδ.) 1. διακοσμητική στρώση επιφανειών από μικρά χρωματιστά τεμάχια ενωμένα μεταξύ τους (πέτρα, μάρμαρο, σμάλτο) και κονίαμα· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική διακόσμησης και το σχέδιο που προκύπτει: ~ σε πάτωμα/τοίχο. ΣΥΝ. ψηφιδωτό 2. (μτφ.) ανομοιογενές μείγμα στοιχείων διαφορετικής προέλευσης: γλωσσικό/εθνικό/θρησκευτικό ~. ~ λαών/παραδόσεων/χρωμάτων.|| ~ εικόνων/φωτογραφιών (βλ. φωτο~). ΣΥΝ. αμάλγαμα (1), συμπίλημα (2), σύμφυρμα 3. ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκού από μπισκότα κυρ., κακάο, ζάχαρη άχνη και βούτυρο, που διατηρείται στο ψυγείο: κορμός σοκολάτας-~. Πβ. ρολό, σαλάμι ψυγείου. 4. ΓΕΩΠ. ιογενής ασθένεια σε ορισμένες καλλιέργειες φυτών, που έχει ως αποτέλεσμα να μαραίνονται και να ξεραίνονται τα φύλλα: ~ της αγγουριάς/του καπνού. 5. ΒΙΟΛ. οργανισμός που αποτελείται από κύτταρα τουλάχιστον δύο διαφορετικών γενετικά τύπων. Πβ. χίμαιρα. || Υγρό ~ (: το μοντέλο με βάση το οποίο είναι κατασκευασμένες οι κυτταρικές μεμβράνες). 6. ΤΗΛΕΟΡ. φίλτρο παραμόρφωσης προσώπου ή εικόνας με ακατάλληλο περιεχόμενο (σκηνές βίας, υβριστικές εκφράσεις): βίντεο με ~. Η μάρτυρας ζήτησε να καλυφθεί το πρόσωπό της με ~ και να αλλοιωθεί η φωνή της. Βλ. μπιπ. 7. σύμπλεγμα επικαλυπτόμενων αεροφωτογραφιών που έχουν συναρμολογηθεί σαν χάρτης, έτσι ώστε να δίνουν ενιαία και συνεχόμενη εικόνα τμήματος της Γης. [< ιταλ. mosaico, γαλλ. mosaïque, αγγλ. mosaic 4: γαλλ. mosaique, 1922] | |
| 33386 | μωσαϊκός1 | , ή, ό μω-σα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με το μωσαϊκό: ~ός: διάκοσμος. ~ή: σύνθεση. ~ό: δάπεδο/πλακάκι. ΣΥΝ. ψηφιδωτός [< γαλλ. mosaïqué] | |
| 58758 | μωσαϊκός2 | , ή, ό μω-σα-ϊ-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Μωσαϊκός Νόμος: ΘΡΗΣΚ. οι δέκα κυρ. εντολές που δόθηκαν από τον Θεό στον Μωυσή και περιέχονται στην Παλαιά Διαθήκη, ο Παλαιός Νόμος. Βλ. Τορά. ΣΥΝ. ιουδαϊκός νόμος [< μτγν. μωσαϊκός] | |
| 33388 | ν | (πρόφ. νι) 1. το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [n]: ~ κεφαλαίο (Ν). ~ μικρό (ν). Πβ. νι. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. πεντηκοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο ν΄/Ν') εδάφιο/κεφάλαιο ΝΔ΄ (= πεντηκοστό τέταρτο). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ν ή ,ν:) πενήντα χιλιάδες. 4. ΜΑΘ. μεταβλητή που δηλώνει απροσδιόριστο αριθμό: (ως δύναμη:) 10^ν (= δέκα εις τη/στην).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εκτέλεση εντολών ~ φορές.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) ~ αριθμός μηνυμάτων. 5. (κεφαλ. Ν) σύμβολο που δηλώνει νέο οδηγό και τοποθετείται στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου. [< αρχ. Ν, μεσν. ν] | |
| 33387 | Ν. | : νότος, νότιος. | |
| 33389 | ΝΑ | : νοτιοανατολικός. | |
| 33390 | να1 | σύνδ. εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις: 1. τελικές· για να: Πήγε ~ φέρει το αυτοκίνητο. 2. αποτελεσματικές· ώστε να: Είναι πολύ νωρίς ακόμα ~ αποφασίσει. 3. χρονικές· ώσπου, μέχρι, όταν, άμα: ~ (: ας) γυρίσει πρώτα, και το συζητάμε. 4. υποθετικές· αν: Θα ήταν ανόητο ~ έλεγε κάτι τέτοιο. ~ το μάθαιναν οι γονείς του, θα γίνονταν έξαλλοι! 5. ειδικές· ότι, πως: Πιστεύω ~ καταλαβαίνεις τι σου λέω. Δεν φαίνεται ~ υπάρχει πρόβλημα. 6. βουλητικές: Στάθηκε αδύνατο ~ τον βρουν. Θέλω ~ μιλήσουμε. 7. μετά από προθέσεις, επιρρήματα ή συνδέσμους: αντί/δίχως/μέχρι/παρά/σαν/χωρίς ~... Ίσως/προκειμένου ~... Έως ότου/προτού ~... Πριν ~ ξεκινήσεις, ειδοποίησέ μας! Μόνο ~ μην μας τα χαλάσει ο καιρός! Σπάνια ~ συναντήσει κανείς τέτοιον άνθρωπο! 8. (σε κύριες προτάσεις) εκφράζει ευχή ή κατάρα, απειλή ή απαγόρευση, προσταγή ή προτροπή: ~ είστε καλά! ~ μη σε ξαναδώ εδώ! ~ μη σε νοιάζει! ~ το τελειώσεις αμέσως! ● ΦΡ.: και να: (συνήθ. μετά από αναφ. αντων. ή αναφ. επίρρ., εισάγει δευτερεύουσες παραχωρητικές προτάσεις) κι αν: Ό,τι ~ ~ πεις, έχεις δίκιο! Όσο ~ ~ προσπαθεί, δεν θα τα καταφέρει! Όποιος ~ ~ 'ναι, μην ανοίξεις!|| ~ ~ τους έλεγε την αλήθεια, δεν θα τον πίστευαν., ό,τι να 'ναι! βλ. ό,τι [< μεσν. να] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ