| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33395 | νάζι | νά-ζι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαριτωμένη, παιχνιδιάρικη και φιλάρεσκη συμπεριφορά, συνήθ. γυναικεία, που αποσκοπεί στο να γοητεύσει και να προσελκύσει τη συμπάθεια και το (ερωτικό) ενδιαφέρον: Του χαμογέλασε με ~. Είναι όλο ~ (: σκέρτσο). Πβ. ακκισμός.|| Το σκυλάκι την πλησίασε και της άρχισε τα ~ια. ● νάζια (τα) (κυρ. για γυναίκα): καπρίτσια, καμώματα: Άσε τα ~ (= τις κόνξες, τα κορδελάκια, τα νούμερα, τα πείσματα, τα τερτίπια, τις τζιριτζάντζουλες, τα τσακίσματα, τα τσαλίμια, τις τσαχπινιές)!|| (μτφ.) Ο καιρός/υπολογιστής (μάς) κάνει ~ (= κόλπα)! ● Υποκ.: ναζάκια (τα) {σπάν. στον εν. ναζάκι} (οικ.): κολπάκια και ~. [< τουρκ. naz] | |
| 33396 | ναζιάρα | να-ζιά-ρα επίθ./ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. ναζιάρης}: κοπέλα που κάνει νάζια. Πβ. γατούλα, καμωματού, καπριτσιόζα, τσαπερδόνα. Βλ. μαριόλης, παιχνιδιάρης, σκερτσόζος, τσαχπίνης. | |
| 33397 | ναζιάρικος | , η, ο να-ζιά-ρι-κος επίθ.: που είναι όλο νάζι: ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. ~ες: πόζες.|| ~ο: γατάκι. Πβ. παιχνιδιάρ-, σκερτσόζ-, τσαχπίν-ικος. ● επίρρ.: ναζιάρικα | |
| 33398 | ναζισμός | να-ζι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. εθνικοσοσιαλισμός. Βλ. νεο~, -ισμός. ΣΥΝ. χιτλερισμός [< γαλλ. nazisme, περ. 1930, γερμ. Nazismus] | |
| 33399 | ναζιστής | να-ζι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ναζίστρια}: εθνικοσοσιαλιστής. Βλ. νεο~. ΣΥΝ. ναζί | |
| 33400 | ναζιστικός | , ή, ό να-ζι-στι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ναζισμό ή τους ναζιστές: ~ός: χαιρετισμός (= φασιστικός). Βλ. νεο~. ΣΥΝ. εθνικοσοσιαλιστικός, χιτλερικός 2. (μτφ.) αυταρχικός, απολυταρχικός. ● επίρρ.: ναζιστικά [< γερμ. nazistisch] | |
| 33401 | Ναζωραίος | [Ναζωραῖος] Να-ζω-ραί-ος ουσ. (αρσ.): προσωνυμία του Ιησού. [< μτγν. Ναζωραῖος] | |
| 33402 | Ναθαναήλ | Να-θα-να-ήλ κύριο όν. (αρσ.) {άκλ.}: στη ● ΦΡ.: βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ βλ. Φίλιππος [< μτγν. Ναθαναήλ] | |
| 33403 | νάι | βλ. νέι | |
| 33404 | ναι | επίρρ. δηλωτικό 1. κατάφασης, αποδοχής, συμφωνίας, επιβεβαίωσης: -Θέλεις λίγο ακόμα φαγητό; -~ (: βέβαια, ευχαρίστως, μετά χαράς, φυσικά)! -Δέχεσαι; -~! Πβ. μάλιστα.|| ~, εγώ ήμουν/τον ξέρω!|| ~ στην ειρήνη/πρόοδο!|| (εμφατ.) ~ ~, έχεις δίκιο/καλά τα λες!|| ~ (πβ. ζήτω)! Τα κατάφερες! Και ~, τερμάτισε πρώτος! ΑΝΤ. όχι (1) 2. συγκατάθεσης, συναίνεσης υπό όρους: Να τρως γλυκά ~, αλλά με μέτρο! ~, το καταλαβαίνω, όμως ... 3. ειρωνείας, αποδοκιμασίας, διαμαρτυρίας: ~ ~ τα 'χω ξανακούσει αυτά! ~ πάλι εγώ θα βγάλω το φίδι απ' την τρύπα! 4. ως επιφώνημα: Α, ~, το θυμήθηκα! Α, ~ (: αλήθεια, σοβαρά);|| (δείκτης φατικής επαφής:) ~, ποιος είναι (: συνήθ. στο τηλέφωνο)/τι θα θέλατε; ~, σας ακούω! (σε συζήτηση:) -Τα προβλήματα είναι πολλά ... -~ (~)! ● Ουσ.: ναι (το): για δήλωση συγκατάθεσης: Είπε το (μεγάλο) ~ (= δέχτηκε, συμφώνησε). Απάντησε μ' ένα (απλό/σκέτο/ξερό) ~ (βλ. νεύμα). Περιμένουν το οριστικό/τελικό ~, για να ξεκινήσουν. Ψήφισε ~. ● ΦΡ.: ναι μεν, αλλά: για να δηλωθεί συμφωνία, αλλά με επιφυλάξεις: ~ ~ στα προτεινόμενα μέτρα! Ναι μεν είναι καλός, αλλά έχει και πολλά μειονεκτήματα.|| (ως ουσ.) Χωρίς περιστροφές και ~ ~. Πβ. καλά όλ' αυτά, αλλά ..., ίσως ναι, ίσως όχι βλ. ίσως, και ναι και όχι βλ. και, ναι ή ου; βλ. ου, ναι, καλά! βλ. καλά [< αρχ. ναί] | |
| 33405 | νάιλον | νά-ι-λον ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ελαστική και ανθεκτική συνθετική ύλη (πολυαμίδιο) από άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή πλαστικών αντικειμένων και την υφαντουργία: προϊόντα από ~. Τυλίγω με ~.|| (ως επίθ.) ~ κάλτσες/σακούλες/συσκευασία/σχοινί/υφάσματα (βλ. λίκρα, περλόν, πολυεστέρας, τεριλέν). Βλ. αδιπικό οξύ, καπρολακτάμη, πλαστικές ύλες, ρητίνη. 2. (ως επίθ., μτφ.-προφ.) πλαστός, ψεύτικος: ~ κόσμος. ΣΥΝ. πλαστικός (6) [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. nylon, 1938, γαλλ. ~, 1942] | |
| 33406 | νάιντις | νά-ι-ντις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (συνήθ. γράφεται 90s, κυρ. νεαν. αργκό): η δεκαετία του 1990: τραγούδι απ' τα ~. Συγκροτήματα των ~.|| (σπάν. ως επίθ.) Μουσική ~. Βλ. σίξτις, σέβεντις, έιτις. [< αγγλ. nineties] | |
| 33407 | ναΐσκος | βλ. ναός | |
| 33408 | νάιτ κλαμπ | νά-ιτ κλαμπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): κλαμπ. [< αγγλ. night club, γαλλ. night-club, 1930] | |
| 33409 | ναΐφ | να-ΐφ επίθ. {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτηρισμός της τέχνης αυτοδίδακτων καλλιτεχνών που δεν ακολουθούν συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά αναπτύσσουν δική τους τεχνοτροπία, αντλώντας τα θέματά τους από τη ζωή και ιδ. από τον λαϊκό πολιτισμό και αποδίδοντάς τα ανεπιτήδευτα, ρεαλιστικά και με λαμπερά χρώματα: (ως επίθ.) οι ~ ζωγράφοι (πβ. πριμιτίφ). ~ ύφος.|| (ως ουσ.) Το ~ και το φολκλόρ. 2. (γενικότ.) απλοϊκός, αφελής. [< γαλλ. naïf ] ΝΑΪΦ | |
| 33410 | νάμα | [νᾶμα] νά-μα ουσ. (ουδ.) {νάμ-ατος | -ατα} 1. ΕΚΚΛΗΣ. & (σπάν.) ανάμα: γλυκό κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στη Θεία Ευχαριστία. 2. (σπάν.-λόγ.) τρεχούμενο νερό πηγής· συνεκδ. πηγή. ● νάματα (τα) (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): αξίες, ιδανικά, ιδεώδη: Αναβαπτίσθηκε στα/γαλουχήθηκε με τα ~ της ελευθερίας/παιδείας/παράδοσης/ποίησης/σοφίας. [< 1: μεσν. νάμα 2: αρχ. νᾶμα] | |
| 33411 | νάνα | νά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυτικό είδος μικρότερο σε μέγεθος από το συνηθισμένο: (ως παραθετικό σύνθ.) αγγελική/βουκαμβίλια/ροδιά-~. | |
| 33412 | νανάκια | να-νά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (οικ.): νάνι. | |
| 33413 | νανδρολόνη | ναν-δρο-λό-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ναδρολόνη: ΒΙΟΧ. ημισυνθετικό αναβολικό ανδρογόνο στεροειδές (σύμβ. C18H26O2), το οποίο, στον αθλητισμό, αποτελεί απαγορευμένη ουσία. Βλ. ντόπινγκ, τεστοστερόνη, -όνη. [< αγγλ. nandrolone, 1958, γαλλ. ~, 1972] | |
| 33414 | νάνι | νά-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): ύπνος: (συνήθ. η μητέρα στο παιδί:) Γρήγορα στο κρεβάτι/ώρα για ~! Κάνε ~ (= κοιμήσου)! ΣΥΝ. νανάκια ● ΦΡ.: νάνι-νάνι: ως νανούρισμα: ~ ~ το μωρό μου!, μαμ, κακά και νάνι βλ. μαμ [< λ. νηπιακή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ