| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33411 | νάνα | νά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυτικό είδος μικρότερο σε μέγεθος από το συνηθισμένο: (ως παραθετικό σύνθ.) αγγελική/βουκαμβίλια/ροδιά-~. | |
| 33412 | νανάκια | να-νά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (οικ.): νάνι. | |
| 33413 | νανδρολόνη | ναν-δρο-λό-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ναδρολόνη: ΒΙΟΧ. ημισυνθετικό αναβολικό ανδρογόνο στεροειδές (σύμβ. C18H26O2), το οποίο, στον αθλητισμό, αποτελεί απαγορευμένη ουσία. Βλ. ντόπινγκ, τεστοστερόνη, -όνη. [< αγγλ. nandrolone, 1958, γαλλ. ~, 1972] | |
| 33414 | νάνι | νά-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): ύπνος: (συνήθ. η μητέρα στο παιδί:) Γρήγορα στο κρεβάτι/ώρα για ~! Κάνε ~ (= κοιμήσου)! ΣΥΝ. νανάκια ● ΦΡ.: νάνι-νάνι: ως νανούρισμα: ~ ~ το μωρό μου!, μαμ, κακά και νάνι βλ. μαμ [< λ. νηπιακή] | |
| 33415 | νανισμός | να-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από χαμηλό ανάστημα και οφείλεται συνήθ. σε έλλειψη αυξητικής ορμόνης. Βλ. αχονδροπλασία, νάνος.|| (μτφ.) Φαινόμενα πολιτικού ~ού (= αδυναμίας, υστέρησης). ΑΝΤ. γιγαντισμός (2) 2. ΒΟΤ. ανάπτυξη φυτού μικρότερη του φυσιολογικού: κίτρινος ~ του κριθαριού. Ιός του ~ού (της δαμασκηνιάς). Βλ. καχεξία, -ισμός. [< γαλλ. nanisme, αγγλ. nanism] | |
| 33416 | νανο- & νανό- | α' συνθετικό που δηλώνει 1. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. n) υποπολλαπλάσια μονάδων, ίσα με το ένα δισεκατομμυριοστό αυτών: νανο-γραμμάριο/~δευτερόλεπτο. Νανό-μετρο.|| Νανο-κλίμακα. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, πετα-, πικο-, τερα-. 2. (κατ' επέκτ.) επιστήμη που μελετά φαινόμενα σε νανοκλίμακα: νανο-βιοτεχνολογία/~ηλεκτρονική/~μηχανική. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπικό μέγεθος: νανο-μηχανές/~ρομπότ/~σωλήνας. | |
| 33417 | νανοβιοτεχνολογία | να-νο-βι-ο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν) & (σπάν.) βιονανοτεχνολογία: ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. κλάδος με αντικείμενό του την κατασκευή δομών και διατάξεων σε νανοκλίμακα, για τη μελέτη βιολογικών συστημάτων: χρήση της ~ας στη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. Βλ. νανοεπιστήμες. [< αγγλ. bionano-, nanobio-technology] | |
| 33418 | νανογραμμάριο | να-νο-γραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας (σύμβ. ng), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου. [< αγγλ. nanogram, 1951, γαλλ. nanogramme] | |
| 33419 | νανοδευτερόλεπτο | να-νο-δευ-τε-ρό-λε-πτο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου (σύμβ. nsec), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου (10⁻⁹). [< αγγλ. nanosecond, 1958, γαλλ. nanoseconde, 1962] | |
| 33420 | νανοεπιστήμες | [νανοεπιστῆμες] να-νο-ε-πι-στή-μες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. νανοεπιστήμη} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): επιστήμες (βιολογία, επιστήμη των υλικών, μηχανολογία, φαρμακευτική, φυσική, χημεία), οι οποίες ασχολούνται με τη μελέτη της ύλης στη νανοκλίμακα. Βλ. νανο-ηλεκτρονική, -τεχνολογία. [< αγγλ.-γαλλ. nanosciences, 1992] | |
| 33421 | νανοηλεκτρονική | να-νο-η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον σχεδιασμό μικρότερων (σε διαστάσεις νανοκλίμακας) και γρηγορότερων ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Βλ. μικροηλεκτρονική, νανο-επιστήμες, -τεχνολογία. [< αγγλ. nanoelectronics, γαλλ. nanoélectronique] | |
| 33422 | νανοηλεκτρονικός | , ή, ό να-νο-η-λε-κτρο-νι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τη νανοηλεκτρονική: ~ές: διατάξεις. ~ά: κυκλώματα. Βλ. μικροηλεκτρονικός. [< αγγλ. nanoelectronic, γαλλ. nanoélectronique] | |
| 33423 | νανοϊατρική | να-νο-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εφαρμογή της νανοτεχνολογίας για την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. [< αγγλ. nanomedicine] | |
| 33424 | νανοκλίμακα | να-νο-κλί-μα-κα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡΟΛ. κλίμακα από 1 έως 100 nm (νανόμετρα): κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών σε/στη ~. Βλ. μικροκλίμακα. [< αγγλ. nanoscale, 1986] | |
| 33425 | νανοκρύσταλλος | να-νο-κρύ-σταλ-λος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} : ΚΡΥΣΤ. κρύσταλλος με διαστάσεις νανοκλίμακας. Βλ. μικροκρύσταλλος. [< αγγλ. nanocrystal, 1984, γαλλ. nanocristal] | |
| 33426 | νανομετρικός | , ή, ό να-νο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το νανόμετρο: ~ή: κλίμακα (= νανοκλίμακα). Σωματίδια ~ών διαστάσεων (= νανοσωματίδια). [< γαλλ. nanométrique, 1986] | |
| 33427 | νανόμετρο | να-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης μήκους (σύμβ. nm), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του μέτρου. Βλ. νανοκλίμακα, -μετρο. [< αγγλ. nanometer, 1963, γαλλ. nanomètre, περ. 1961] | |
| 33428 | νανομηχανές | να-νο-μη-χα-νές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. νανομηχανή}: ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπικές συσκευές νανομετρικών διαστάσεων. Βλ. νανο-ρομπότ, -τεχνολογία. [< αγγλ.-γαλλ. nanomachine. 1986] | |
| 33429 | νανομηχανική | να-νο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που μελετά τις μηχανικές ιδιότητες αντικειμένων νανομετρικών διαστάσεων. Βλ. νανοεπιστήμες. [< αγγλ. nanomechanics, γαλλ. nanomécanique] | |
| 33430 | νανορομπότ | να-νο-ρο-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπική (νανομετρικών διαστάσεων) ρομποτική μηχανή. Βλ. νανο-μηχανές, -τεχνολογία. [< αγγλ. nano(ro)bot, 1989] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ