Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34100-34120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33431νάνος[νᾶνος] νά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. μικρόσωμος άνθρωπος λόγω νανισμού· γενικότ. πολύ κοντός. Πβ. ζουμπάς, κοντοστούπης. 2. ΜΥΘ. μικροκαμωμένο ανθρωπόμορφο μυθικό πλάσμα: νεράιδες, ξωτικά και ~οι. (παραμύθι:) Η Χιονάτη και οι επτά ~οι. 3. ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. (ως παραθετικό σύνθ. ή ως επίθ.) είδος μικρότερο σε μέγεθος από το συνηθισμένο: δέντρο (βλ. μπονσάι)/τριανταφυλλιά-~.|| Κουνέλι-~. Χάμστερ-~οι.|| (ΠΑΛΑΙΟΝΤ.) ~οι ελέφαντες/ιπποπόταμοι. Πβ. νανώδης. 4. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι χαμηλού επιπέδου, κατώτερο των περιστάσεων ή των αναγκών και κατ' επέκτ. ανάξιο, ασήμαντο: πνευματικοί/πολιτικοί ~οι. ΑΝΤ. γίγαντας (2) 5. ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα με πολύ μικρή μάζα: κόκκινος ~. (ως επίθ.) ~ αστέρας/γαλαξίας. ● Υποκ.: νανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός νάνος & (σπάν.) άσπρος νάνος: ΑΣΤΡΟΝ. κατάλοιπο αστέρα στο τελευταίο στάδιο εξέλιξής του, ο οποίος έχει μικρές διαστάσεις, υψηλή πυκνότητα και λαμπρότητα που χάνεται σταδιακά. Βλ. κόκκινος/ερυθρός γίγαντας, σουπερνόβα. [< αγγλ. white dwarf, 1922] , μαύρος νάνος : ΑΣΤΡΟΝ. το υπόλοιπο ενός νεκρού αστεριού, ενός λευκού νάνου που έχει κρυώσει και δεν εκπέμπει πια φως: ~οι ~οι, αστέρες νετρονίων και μαύρες τρύπες (: αστρικά πτώματα). [< αγγλ. black dwarf, 1925] , πλανήτης νάνος βλ. πλανήτης [< αρχ. νᾶνος, γαλλ. nain 5: γαλλ. (étoile) naine, 1923]
33432νανοσωλήναςνα-νο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. αλλοτροπική μορφή του άνθρακα, με τη μορφή μικροσκοπικού (νανομετρικών διαστάσεων) σωλήνα: οι μηχανικές και ηλεκτρικές ιδιότητες των ~ων (: αντοχή, ευκαμψία, καλή θερμική αγωγιμότητα, μεγάλο εμβαδόν επιφάνειας, μικρό βάρος). Εφαρμογές των ~ων (: σε διόδους και τρανζίστορ, επίπεδες οθόνες, ως πολυμερή, στην ενίσχυση υλικών ή του σήματος κινητών τηλεφώνων). Βλ. νανοϋλικά, φουλερένιο. [< αγγλ. nanotube, 1992, γαλλ. ~, 1995]
33433νανοσωματίδιανα-νο-σω-μα-τί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. νανοσωματίδιο}: ΦΥΣ. μικροσκοπικά (νανομετρικών διαστάσεων) σωματίδια: ~ αργύρου/σιδήρου/χρυσού. Χρήση μαγνητικών ~ίων στη βιοϊατρική (: για την καταπολέμηση καρκινικών όγκων). [< γαλλ. nanoparticule, 1980, αγγλ. nanoparticle, 1983]
33434νανοτεχνολογίανα-νο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογία αιχμής που έχει ως αντικείμενό της την παραγωγή μικροσκοπικών (νανομετρικών διαστάσεων) δομών με πρωτότυπες ιδιότητες και λειτουργίες: προϊόντα ~ας (: νανο-μηχανές, -ρομπότ, -ϋλικά). Εφαρμογές της ~ας στην Αεροδιαστημική/Ιατρική/Φαρμακευτική. Βλ. μικρο-, νανοβιο-τεχνολογία, νανοεπιστήμες. [< αγγλ. nanotechnology, 1974, γαλλ. nanotechnologie, 1990]
33435νανοϋλικάνα-νο-ϋ-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. νανοϋλικό}: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. υλικά των οποίων τα κύρια συστατικά έχουν νανομετρικές διαστάσεις: χρήση ~ών στην Ιατρική/σε συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας/σε υψηλής ευκρίνειας τηλεοράσεις. Βλ. βιοϋλικά, νανο-σωλήνες, -τεχνολογία. [< αγγλ. nanomaterial, 1989, γαλλ. nanomatériau, 1993]
33436νανουρίζωνα-νου-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {νανούρι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, νανουρίζ-οντας, νανουρι-σμένος} 1. κοιμίζω βρέφος ή μικρό παιδί, τραγουδώντας του νανουρίσματα: ~ε το μωρό στην αγκαλιά της. Βλ. ταχταρίζω. 2. (μτφ., συνήθ. για απαλό, επαναλαμβανόμενο ήχο) αποκοιμίζω: Η βροχή/φωνή της τον ~ε γλυκά/τρυφερά.
33437νανούρισμανα-νού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {νανουρίσμ-ατος | -ατα} 1. ΜΟΥΣ. ρυθμικό (δημοτικό) τραγουδάκι με λόγια αγάπης και στοργής, που σιγοτραγουδά κυρ. η μητέρα στο μωρό ή στο μικρό παιδί της, συνήθ. κουνώντάς το, για να κοιμηθεί: ~ατα-ταχταρίσματα. ~ατα και παραμύθια. Βλ. νάνι-νάνι. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νανουρίζω: ~ του βρέφους στην κούνια.|| (μτφ.) Το (γλυκό) ~ των κυμάτων.
33438νανουριστικός, ή, ό να-νου-ρι-στι-κός επίθ.: που νανουρίζει, αποκοιμίζει: ~ός: ήχος (βλ. απαλός, μονότονος). ~ή: μουσική. ~ό: τραγούδι. Βλ. -ιστικός1.
33439ναντίνανα-ντί-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψηλός αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Nandina domestica) με πορφυρό φύλλωμα και κόκκινους καρπούς το φθινόπωρο και τον χειμώνα. [< αγγλ. nandina < ιαπων. nanden]
33440νανώδης, ης, ες να-νώ-δης επίθ. {νανώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. πολύ κοντός ή χαμηλός: ~η: φυτά. Πβ. λιλιπούτειος, μικροσκοπικός. 2. (μτφ.) που δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στο ύψος των περιστάσεων ή στις ανάγκες· ανάξιος, ασήμαντος: πολιτικά ~. Πβ. νάνος, σπιθαμιαίος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. νανώδης]
33441Ναξιώτης, ΝαξιώτισσαΝα-ξιώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Νάξιος & (λαϊκό) Αξιώτης, Αξιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Νάξο. [< αρχ. Νάξιος]
33442ναξιώτικος, η, ο να-ξιώ-τι-κος επίθ. & (λόγ.) ναξιακός, ή, ό & (λαϊκό) αξιώτικος: που σχετίζεται με τη Νάξο ή/και τους Ναξιώτες. [< μτγν. ναξιακός]
33443ναοδομίανα-ο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.): αρχιτεκτονική ή οικοδόμηση ναών: βυζαντινή/ελλαδική ~. [< μεσν. ναοδομία]
33444ναόςνα-ός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) εκκλησία: βυζαντινός/γοτθικός/καθολικός/μοναστηριακός (βλ. καθολικό)/ορθόδοξος ~. Ενοριακός/Κοιμητηριακός/Μητροπολιτικός Ναός (Αγίου ...). Επιβλητικός/μεγαλοπρεπής/περικαλλής ~. Ο Πανίερος Ναός της Αναστάσεως. Αγιογράφηση/ανακαίνιση/ανέγερση ναού. Το μυστήριο θα τελεστεί στον Ιερό Ναό (ΙΝ) ... Πβ. ευκτήριος οίκος, ο οίκος (του) Θεού. Βλ. εφημέριος, νεωκόρος.|| (ΑΡΧΙΤ.) Μονόχωρος/περίκεντρος/τρίκλιτος/τρίκογχος ~. Άγιο Βήμα, κυρίως ~, νάρθηκας. Βλ. άδυτο, βασιλική, ιερό, κυριακό, μετόχι, παρεκκλήσι, πεσσός, πρόναος, πυλώνας, τρούλος. 2. οικοδόμημα προορισμένο για την τέλεση θρησκευτικής λατρείας: βουδιστικός (= παγόδα)/εβραϊκός (= συναγωγή)/μουσουλμανικός (= τζαμί)/χριστιανικός ~. Πβ. τέμενος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίος (ελληνικός)/ρωμαϊκός ~. Αρχαϊκός/ελληνιστικός/κλασικός ~. Περίπτερος ~. Αναστηλωμένος/καλά διατηρημένος ~. ~ δωρικού/ιωνικού ρυθμού. ~ του 5ου αι. π.Χ. Ο ~ της Αθηνάς Νίκης/του Ποσειδώνα. ~ αφιερωμένος στον ... Τα ερείπια ενός ναού. Βλ. αέτωμα, θριγκός, κίονας, κρηπίδα, πρόδομος, πρόπυλο, σηκός. 3. (κ. με κεφαλ. Ν, μτφ.) κτίριο ή ίδρυμα που θεωρείται ότι προστατεύει ένα υψηλό ιδανικό ή συνδέεται κατεξοχήν με την άσκηση κάποιας δραστηριότητας: ~ της γνώσης/σοφίας (: πανεπιστήμιο, βιβλιοθήκη). ~ της Τέχνης (: μουσείο, πολιτιστικό κέντρο). Ο ~ της Δημοκρατίας (= η Βουλή).|| ~ του ποδοσφαίρου (= γήπεδο)/χρήματος (= το χρηματιστήριο). ~ του τζόγου/της τύχης (= το καζίνο). (ειρων.) Ναοί της κατανάλωσης (= εμπορικά κέντρα). ● Υποκ.: ναΐσκος (ο): κυρ. στη σημ. 2., ναΰδριο (το) & (σπάν.) ναΐδιο: κυρ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δρομικός ναός βλ. δρομικός, καθεδρικός (ναός) βλ. καθεδρικός, κτητορικός ναός βλ. κτητορικός, ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος βλ. δικαιοσύνη, σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός βλ. σταυροειδής, τρισυπόστατη εκκλησία βλ. τρισυπόστατος [< αρχ. ναός, γαλλ. temple 1: μτγν. ~]
33445Ναουσαίος, Ναουσαία[Ναουσαῖος] Να-ου-σαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Νάουσα.
33446νάπανά-πα ουσ. (θηλ.): δέρμα, συνήθ. από αρνί ή μοσχάρι, με μαλακή, λεία και ελαφρώς γυαλιστερή επιφάνεια: γάντια/μπουφάν/τσάντα από ~. Βλ. καστόρι, σαμουά, σουέτ. [< αμερικ. nap(p)a (leather), τοπονύμιο Napa (California)]
33447ναπάλμνα-πάλμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΧΗΜ. εύφλεκτη ζελατινώδης ουσία με βάση το πετρέλαιο. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: (βόμβα) ναπάλμ : εμπρηστική βόμβα με γόμωση από ναπάλμ, η οποία ρίχνεται συνήθ. από πολεμικά αεροσκάφη. [< αγγλ. napalm bomb, 1945] [< αγγλ. napalm, 1942 < na(phthene) + palm(itate)]
33448ναπολεόντειος, α, ο να-πο-λε-ό-ντει-ος επίθ.: ΙΣΤ. που αναφέρεται στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη: ~α: περίοδος. ~οι: πόλεμοι.|| (μτφ.) ~ο: ύφος (: εγωκεντρικό, εξουσιαστικό). Άτομο με ~ες (= πολύπλευρες) ικανότητες. [< γαλλ. napoléonien]
33449ΝαπολέωνΝα-πο-λέ-ων κύριο όν. (αρσ.) (λόγ.) & Ναπολέοντας (μετωνυμ.): για κάποιον που μπορεί να κάνει δύο ή περισσότερα πράγματα συγχρόνως (π.χ. να μιλά και, παράλληλα, να γράφει) ή που είναι αυταρχικός, εγωπαθής και φιλόδοξος. [< γαλλ. Napoléon]
33450ναπολιτέν & ναπολιτάνανα-πο-λι-τέν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτας· συνεκδ. η αντίστοιχη σάλτσα: ~ με βασιλικό και μυρωδικά.|| Σπαγγέτι ~. Αλά ~άνα. Πίτσα ~άνα. Βλ. καρμπονάρα, μαρινάρα, μπολονέζ. [< γαλλ. napolitain, ιταλ. (pizza alla) napoletana]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.