Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34100-34120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33415νανισμόςνα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από χαμηλό ανάστημα και οφείλεται συνήθ. σε έλλειψη αυξητικής ορμόνης. Βλ. αχονδροπλασία, νάνος.|| (μτφ.) Φαινόμενα πολιτικού ~ού (= αδυναμίας, υστέρησης). ΑΝΤ. γιγαντισμός (2) 2. ΒΟΤ. ανάπτυξη φυτού μικρότερη του φυσιολογικού: κίτρινος ~ του κριθαριού. Ιός του ~ού (της δαμασκηνιάς). Βλ. καχεξία, -ισμός. [< γαλλ. nanisme, αγγλ. nanism]
33416νανο- & νανό-α' συνθετικό που δηλώνει 1. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. n) υποπολλαπλάσια μονάδων, ίσα με το ένα δισεκατομμυριοστό αυτών: νανο-γραμμάριο/~δευτερόλεπτο. Νανό-μετρο.|| Νανο-κλίμακα. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, πετα-, πικο-, τερα-. 2. (κατ' επέκτ.) επιστήμη που μελετά φαινόμενα σε νανοκλίμακα: νανο-βιοτεχνολογία/~ηλεκτρονική/~μηχανική. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπικό μέγεθος: νανο-μηχανές/~ρομπότ/~σωλήνας.
33417νανοβιοτεχνολογίανα-νο-βι-ο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν) & (σπάν.) βιονανοτεχνολογία: ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. κλάδος με αντικείμενό του την κατασκευή δομών και διατάξεων σε νανοκλίμακα, για τη μελέτη βιολογικών συστημάτων: χρήση της ~ας στη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. Βλ. νανοεπιστήμες. [< αγγλ. bionano-, nanobio-technology]
33418νανογραμμάριονα-νο-γραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας (σύμβ. ng), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου. [< αγγλ. nanogram, 1951, γαλλ. nanogramme]
33419νανοδευτερόλεπτονα-νο-δευ-τε-ρό-λε-πτο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου (σύμβ. nsec), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου (10⁻⁹). [< αγγλ. nanosecond, 1958, γαλλ. nanoseconde, 1962]
33420νανοεπιστήμες[νανοεπιστῆμες] να-νο-ε-πι-στή-μες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. νανοεπιστήμη} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): επιστήμες (βιολογία, επιστήμη των υλικών, μηχανολογία, φαρμακευτική, φυσική, χημεία), οι οποίες ασχολούνται με τη μελέτη της ύλης στη νανοκλίμακα. Βλ. νανο-ηλεκτρονική, -τεχνολογία. [< αγγλ.-γαλλ. nanosciences, 1992]
33421νανοηλεκτρονικήνα-νο-η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον σχεδιασμό μικρότερων (σε διαστάσεις νανοκλίμακας) και γρηγορότερων ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Βλ. μικροηλεκτρονική, νανο-επιστήμες, -τεχνολογία. [< αγγλ. nanoelectronics, γαλλ. nanoélectronique]
33422νανοηλεκτρονικός, ή, ό να-νο-η-λε-κτρο-νι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τη νανοηλεκτρονική: ~ές: διατάξεις. ~ά: κυκλώματα. Βλ. μικροηλεκτρονικός. [< αγγλ. nanoelectronic, γαλλ. nanoélectronique]
33423νανοϊατρικήνα-νο-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εφαρμογή της νανοτεχνολογίας για την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. [< αγγλ. nanomedicine]
33424νανοκλίμακανα-νο-κλί-μα-κα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡΟΛ. κλίμακα από 1 έως 100 nm (νανόμετρα): κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών σε/στη ~. Βλ. μικροκλίμακα. [< αγγλ. nanoscale, 1986]
33425νανοκρύσταλλοςνα-νο-κρύ-σταλ-λος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} : ΚΡΥΣΤ. κρύσταλλος με διαστάσεις νανοκλίμακας. Βλ. μικροκρύσταλλος. [< αγγλ. nanocrystal, 1984, γαλλ. nanocristal]
33426νανομετρικός, ή, ό να-νο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το νανόμετρο: ~ή: κλίμακα (= νανοκλίμακα). Σωματίδια ~ών διαστάσεων (= νανοσωματίδια). [< γαλλ. nanométrique, 1986]
33427νανόμετρονα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης μήκους (σύμβ. nm), ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του μέτρου. Βλ. νανοκλίμακα, -μετρο. [< αγγλ. nanometer, 1963, γαλλ. nanomètre, περ. 1961]
33428νανομηχανέςνα-νο-μη-χα-νές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. νανομηχανή}: ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπικές συσκευές νανομετρικών διαστάσεων. Βλ. νανο-ρομπότ, -τεχνολογία. [< αγγλ.-γαλλ. nanomachine. 1986]
33429νανομηχανικήνα-νο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που μελετά τις μηχανικές ιδιότητες αντικειμένων νανομετρικών διαστάσεων. Βλ. νανοεπιστήμες. [< αγγλ. nanomechanics, γαλλ. nanomécanique]
33430νανορομπότνα-νο-ρο-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπική (νανομετρικών διαστάσεων) ρομποτική μηχανή. Βλ. νανο-μηχανές, -τεχνολογία. [< αγγλ. nano(ro)bot, 1989]
33431νάνος[νᾶνος] νά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. μικρόσωμος άνθρωπος λόγω νανισμού· γενικότ. πολύ κοντός. Πβ. ζουμπάς, κοντοστούπης. 2. ΜΥΘ. μικροκαμωμένο ανθρωπόμορφο μυθικό πλάσμα: νεράιδες, ξωτικά και ~οι. (παραμύθι:) Η Χιονάτη και οι επτά ~οι. 3. ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. (ως παραθετικό σύνθ. ή ως επίθ.) είδος μικρότερο σε μέγεθος από το συνηθισμένο: δέντρο (βλ. μπονσάι)/τριανταφυλλιά-~.|| Κουνέλι-~. Χάμστερ-~οι.|| (ΠΑΛΑΙΟΝΤ.) ~οι ελέφαντες/ιπποπόταμοι. Πβ. νανώδης. 4. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι χαμηλού επιπέδου, κατώτερο των περιστάσεων ή των αναγκών και κατ' επέκτ. ανάξιο, ασήμαντο: πνευματικοί/πολιτικοί ~οι. ΑΝΤ. γίγαντας (2) 5. ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα με πολύ μικρή μάζα: κόκκινος ~. (ως επίθ.) ~ αστέρας/γαλαξίας. ● Υποκ.: νανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός νάνος & (σπάν.) άσπρος νάνος: ΑΣΤΡΟΝ. κατάλοιπο αστέρα στο τελευταίο στάδιο εξέλιξής του, ο οποίος έχει μικρές διαστάσεις, υψηλή πυκνότητα και λαμπρότητα που χάνεται σταδιακά. Βλ. κόκκινος/ερυθρός γίγαντας, σουπερνόβα. [< αγγλ. white dwarf, 1922] , μαύρος νάνος : ΑΣΤΡΟΝ. το υπόλοιπο ενός νεκρού αστεριού, ενός λευκού νάνου που έχει κρυώσει και δεν εκπέμπει πια φως: ~οι ~οι, αστέρες νετρονίων και μαύρες τρύπες (: αστρικά πτώματα). [< αγγλ. black dwarf, 1925] , πλανήτης νάνος βλ. πλανήτης [< αρχ. νᾶνος, γαλλ. nain 5: γαλλ. (étoile) naine, 1923]
33432νανοσωλήναςνα-νο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. αλλοτροπική μορφή του άνθρακα, με τη μορφή μικροσκοπικού (νανομετρικών διαστάσεων) σωλήνα: οι μηχανικές και ηλεκτρικές ιδιότητες των ~ων (: αντοχή, ευκαμψία, καλή θερμική αγωγιμότητα, μεγάλο εμβαδόν επιφάνειας, μικρό βάρος). Εφαρμογές των ~ων (: σε διόδους και τρανζίστορ, επίπεδες οθόνες, ως πολυμερή, στην ενίσχυση υλικών ή του σήματος κινητών τηλεφώνων). Βλ. νανοϋλικά, φουλερένιο. [< αγγλ. nanotube, 1992, γαλλ. ~, 1995]
33433νανοσωματίδιανα-νο-σω-μα-τί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. νανοσωματίδιο}: ΦΥΣ. μικροσκοπικά (νανομετρικών διαστάσεων) σωματίδια: ~ αργύρου/σιδήρου/χρυσού. Χρήση μαγνητικών ~ίων στη βιοϊατρική (: για την καταπολέμηση καρκινικών όγκων). [< γαλλ. nanoparticule, 1980, αγγλ. nanoparticle, 1983]
33434νανοτεχνολογίανα-νο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογία αιχμής που έχει ως αντικείμενό της την παραγωγή μικροσκοπικών (νανομετρικών διαστάσεων) δομών με πρωτότυπες ιδιότητες και λειτουργίες: προϊόντα ~ας (: νανο-μηχανές, -ρομπότ, -ϋλικά). Εφαρμογές της ~ας στην Αεροδιαστημική/Ιατρική/Φαρμακευτική. Βλ. μικρο-, νανοβιο-τεχνολογία, νανοεπιστήμες. [< αγγλ. nanotechnology, 1974, γαλλ. nanotechnologie, 1990]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.