| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33451 | ναργιλές | ναρ-γι-λές ουσ. (αρσ.) & αργιλές: συσκευή καπνίσματος ανατολίτικης προέλευσης, με την οποία ο καπνός εισπνέεται από μακρύ εύκαμπτο σωλήνα, αφού πρώτα φιλτραριστεί μέσα σε συνήθ. γυάλινη φιάλη νερού. Βλ. λουλάς, μαρκούτσι, τουμπεκί, -ές. ● Υποκ.: ναργιλεδάκι (το) [< τουρκ. nargile] | |
| 33452 | νάρθηκας | νάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.) {ναρθήκων} 1. ΙΑΤΡ. περίβλημα από άκαμπτο ή εύκαμπτο υλικό, το οποίο τοποθετείται γύρω από μέλος του σώματος που έχει υποστεί κάταγμα ή διάστρεμμα, με σκοπό την ακινητοποίησή του: γύψινος (βλ. γυψο~)/μεταλλικός/πλαστικός/φουσκωτός ~. ~ γόνατος/θώρακα/καρπού (βλ. επικάρπιο)/ώμου (βλ. ωμίτης). Έχει το πόδι/χέρι του σε/στον ~α (: το έχει σπάσει· ΣΥΝ. στον γύψο). Πβ. ακινητοποιητής, κηδεμόνας, κολάρο. Βλ. φάκελος. 2. ΙΑΤΡ. ειδική συσκευή που εφαρμόζεται στα δόντια της κάθε γνάθου, για θεραπευτικούς ή προστατευτικούς λόγους: (ενδο)στοματικοί ~ες. ~ες βρυγμού/λεύκανσης (= δισκάρια)/σύγκλεισης.|| Αθλητικοί ~ες (: για αποφυγή ατυχημάτων σε σπορ επαφής). ΣΥΝ. μασελάκι 3. ΑΡΧΙΤ. πρόναος χριστιανικού ναού. Βλ. εξω~, εσω~, λιτή, μεσονυκτικό(ν). ● ΦΡ.: (βάζει/μπήκε) στον γύψο/στο ψυγείο βλ. γύψος [< 1: αρχ. νάρθηξ, γαλλ. attelle 2: αγγλ. mouth guard 3: μτγν. ~] | |
| 33453 | ναρκαλιεία | ναρ-κα-λι-εί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. εντοπισμός και εξουδετέρωση ναρκών, με χρήση κατάλληλων μέσων και με σκοπό την εκκαθάριση συνήθ. θαλάσσιου ναρκοπεδίου. Πβ. αποναρκοθέτηση. [< αγγλ. minesweeping, 1904] | |
| 33454 | ναρκαλιευτής | ναρ-κα-λι-ευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. πρόσωπο που ειδικεύεται στον εντοπισμό και την εξουδετέρωση ναρκών: σκαπανέας-~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. είδος παιχνιδιού στον υπολογιστή. [< 2: αγγλ. minesweeper] | |
| 33455 | ναρκαλιευτικός | , ή, ό ναρ-κα-λι-ευ-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη ναρκαλιεία: ~ή: αποστολή. ● Ουσ.: ναρκαλιευτικό (το): πολεμικό πλοίο που εκτελεί επιχειρήσεις ναρκαλιείας. Βλ. αντιτορπιλικό. [< αγγλ. minesweeper, 1904] | |
| 33456 | ναρκανάλυση | ναρ-κα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή ψυχοθεραπείας με χρήση βαρβιτουρικών, για την απελευθέρωση καταπιεσμένων ή απωθημένων σκέψεων, εμπειριών ή συναισθημάτων. Βλ. ορός της αλήθειας. [< αγγλ. narcoanalysis, 1936, γαλλ. narcoanalyse, 1947] | |
| 33457 | ναρκεμπόριο | ναρ-κε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο ναρκωτικών. | |
| 33458 | ναρκέμπορος | ναρ-κέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ναρκέμπορας: έμπορος ναρκωτικών. | |
| 33459 | νάρκη1 | νάρ-κη ουσ. (θηλ.) 1. λήθαργος, τάση για βαθύ ύπνο: Βυθίστηκε σε μια γλυκιά ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ξύπνησε/συνήλθε από τη ~. Πβ. κώμα, υπνηλία. 2. (μτφ.) αδράνεια, απραξία: πνευματική/πολιτιστική ~. Έχουν (περι)πέσει σε ~. Βγήκαν από τη ~. Πβ. αποχαύνωση, νωθρ-, παθητικ-ότητα. 3. ΒΟΤ. λήθαργος. 4. ΙΧΘΥΟΛ. μουδιάστρα. ● ΣΥΜΠΛ.: θερινή νάρκη βλ. θερινός, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος [< αρχ. νάρκη 'μούδιασμα', γαλλ. narcose] | |
| 33460 | νάρκη2 | νάρ-κη ουσ. (θηλ.) {ναρκ-ών} 1. ΣΤΡΑΤ. εκρηκτική συσκευή η οποία θάβεται στο έδαφος ή βυθίζεται στη θάλασσα, ενεργοποιείται όταν έρθει σε επαφή με στόχο ή επηρεαστεί από αυτόν· χρησιμοποιούνταν παλαιότ. ως όπλο κατά του εχθρού: αντιαρματικές ~ες και ~ες εναντίον προσωπικού (: ~ες ξηράς). Ηχητικές/μαγνητικές/μηχανικές ~ες και ~ες πιέσεως (: θαλάσσιες ~ες). Ανίχνευση/απομάκρυνση/εκκαθάριση/εξουδετέρωση/(περι)συλλογή ~ών (βλ. ναρκαλιεία). Έπεσε/πάτησε πάνω σε ~ (βλ. ναρκοπέδιο). Ακρωτηριάστηκε από ~. Το πλοίο προσέκρουσε σε ~ (βλ. βόμβα βυθού, τορπίλη). 2. (μτφ.) κάτι που μπορεί να αποτελέσει απειλή, κίνδυνο ή να προκαλέσει ανατροπή μιας κατάστασης, να πυροδοτήσει εντάσεις: ~ στην οικονομία η κρίση/στις σχέσεις των δύο κρατών το μεθοριακό επεισόδιο. Καθυστερήσεις που βάζουν ~ στην (= ναρκοθετούν, υπονομεύουν την) υλοποίηση του προγράμματος. Πβ. βόμβα. [< αγγλ. mine, γαλλ. ~, 1915] | |
| 33461 | ναρκισσεύομαι | ναρ-κισ-σεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ναρκισσευ-όμενος} (λόγ.): συμπεριφέρομαι με ναρκισσισμό: ~όμενη μπροστά στον καθρέφτη. ΣΥΝ. ακκίζομαι (1), αυτοθαυμάζομαι | |
| 33462 | ναρκισσισμός | ναρ-κισ-σι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρος αυτοθαυμασμός, ωραιοπάθεια. Πβ. αυταρέσκεια, αυτοερωτισμός, εγωπάθεια. 2. ΨΥΧΑΝ. παθολογική αγάπη ενός ατόμου για τον εαυτό του. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Narzissmus, γαλλ. narcissisme] | |
| 33463 | ναρκισσιστής | ναρ-κισ-σι-στής ουσ. (αρσ.), ναρκισσίστρια (η): πρόσωπο που διακατέχεται από ναρκισσισμό. Πβ. αυτάρεσκος, εγω-, ωραιο-παθής. ΣΥΝ. νάρκισσος (1) [< αγγλ. narcissist, 1917, γαλλ. narcissique, 1922] | |
| 33464 | ναρκισσιστικός | , ή, ό ναρ-κισ-σι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναρκισσισμό: ~ή: διάθεση/συμπεριφορά. Πβ. αυτάρεσκος.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή. ● επίρρ.: ναρκισσιστικά [< αγγλ. narcissistic, 1915, narcissist, 1934, γαλλ. narcissique, 1922] | |
| 33465 | νάρκισσος | νάρ-κισ-σος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίσσου} 1. (μετωνυμ.) ναρκισσιστής. 2. ΒΟΤ. ποώδες βολβώδες φυτό (οικογ. Amaryllidaceae), με αρωματικά κίτρινα ή λευκά, συνήθ. κρεμαστά, άνθη, στο κέντρο των οποίων υπάρχει μικρός δίσκος ή κύπελλο (κορόνα) εντονότερου ή διαφορετικού χρώματος: ~ ο όψιμος/ποιητικός. Βλ. ζαμπάκι, μανουσάκι. [< αρχ. νάρκισσος, γαλλ. narcisse, αγγλ. narcissus] | |
| 33466 | ναρκο- & ναρκ- | α' συνθετικό με αναφορά σε 1. ναρκωτικά: ναρκο-μανής. 2. ΣΤΡΑΤ. νάρκη, εκρηκτικό μηχανισμό: ναρκο-πέδιο. Ναρκ-αλιευτικό.|| Ναρκο-θέτηση. 3. ΙΑΤΡ. (σπάν.) υπνηλία, νάρκωση: ναρκο-ληψία. | |
| 33467 | ναρκοθέτηση | ναρ-κο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. τοποθέτηση ναρκών: ~ θαλάσσιου χώρου/των συνόρων. ΑΝΤ. αποναρκοθέτηση 2. (μτφ.) υπονόμευση: ~ της ανάπτυξης/των διαπραγματεύσεων. Πβ. σαμποτάζ, τορπιλισμός. ΣΥΝ. φαλκίδευση [< γαλλ. minage, 1922] | |
| 33468 | ναρκοθετώ | [ναρκοθετῶ] ναρ-κο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {ναρκοθετ-είς ..., -ώντας | ναρκοθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΣΤΡΑΤ. τοποθετώ νάρκες: Εκκαθαρίστηκε έκταση που είχε ~ηθεί την περίοδο του πολέμου. ~ημένη: περιοχή. 2. (μτφ.) υπονομεύω, υποσκάπτω, δυναμιτίζω: ~ούν την προσπάθεια ειρήνευσης. Σε ~ημένο έδαφος κινείται το σχέδιο ... Πβ. σαμποτάρω, τορπιλίζω. Βλ. -θετώ. ΣΥΝ. φαλκιδεύω [< γαλλ. miner] | |
| 33469 | ναρκοληψία | ναρ-κο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή με κύριο χαρακτηριστικό την έντονη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Βλ. υπερυπνία, υπνοπαράλυση, -ληψία. [< γαλλ. narcolepsie, αγγλ. narcolepsy] | |
| 33470 | ναρκομανής | ναρ-κο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο εθισμένο στα ναρκωτικά: στέκι ~ών. Κέντρα απεξάρτησης/αποκατάστασης/αποτοξίνωσης ~ών. Βλ. ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες, -μανής.|| (ως επίθ.) ~είς: κρατούμενοι. ΣΥΝ. τοξικομανής [< πβ. αγγλ. narcomaniac] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ