Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34140-34160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33455ναρκαλιευτικός, ή, ό ναρ-κα-λι-ευ-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη ναρκαλιεία: ~ή: αποστολή. ● Ουσ.: ναρκαλιευτικό (το): πολεμικό πλοίο που εκτελεί επιχειρήσεις ναρκαλιείας. Βλ. αντιτορπιλικό. [< αγγλ. minesweeper, 1904]
33456ναρκανάλυσηναρ-κα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή ψυχοθεραπείας με χρήση βαρβιτουρικών, για την απελευθέρωση καταπιεσμένων ή απωθημένων σκέψεων, εμπειριών ή συναισθημάτων. Βλ. ορός της αλήθειας. [< αγγλ. narcoanalysis, 1936, γαλλ. narcoanalyse, 1947]
33457ναρκεμπόριοναρ-κε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο ναρκωτικών.
33458ναρκέμποροςναρ-κέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ναρκέμπορας: έμπορος ναρκωτικών.
33459νάρκη1νάρ-κη ουσ. (θηλ.) 1. λήθαργος, τάση για βαθύ ύπνο: Βυθίστηκε σε μια γλυκιά ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ξύπνησε/συνήλθε από τη ~. Πβ. κώμα, υπνηλία. 2. (μτφ.) αδράνεια, απραξία: πνευματική/πολιτιστική ~. Έχουν (περι)πέσει σε ~. Βγήκαν από τη ~. Πβ. αποχαύνωση, νωθρ-, παθητικ-ότητα. 3. ΒΟΤ. λήθαργος. 4. ΙΧΘΥΟΛ. μουδιάστρα. ● ΣΥΜΠΛ.: θερινή νάρκη βλ. θερινός, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος [< αρχ. νάρκη 'μούδιασμα', γαλλ. narcose]
33460νάρκη2νάρ-κη ουσ. (θηλ.) {ναρκ-ών} 1. ΣΤΡΑΤ. εκρηκτική συσκευή η οποία θάβεται στο έδαφος ή βυθίζεται στη θάλασσα, ενεργοποιείται όταν έρθει σε επαφή με στόχο ή επηρεαστεί από αυτόν· χρησιμοποιούνταν παλαιότ. ως όπλο κατά του εχθρού: αντιαρματικές ~ες και ~ες εναντίον προσωπικού (: ~ες ξηράς). Ηχητικές/μαγνητικές/μηχανικές ~ες και ~ες πιέσεως (: θαλάσσιες ~ες). Ανίχνευση/απομάκρυνση/εκκαθάριση/εξουδετέρωση/(περι)συλλογή ~ών (βλ. ναρκαλιεία). Έπεσε/πάτησε πάνω σε ~ (βλ. ναρκοπέδιο). Ακρωτηριάστηκε από ~. Το πλοίο προσέκρουσε σε ~ (βλ. βόμβα βυθού, τορπίλη). 2. (μτφ.) κάτι που μπορεί να αποτελέσει απειλή, κίνδυνο ή να προκαλέσει ανατροπή μιας κατάστασης, να πυροδοτήσει εντάσεις: ~ στην οικονομία η κρίση/στις σχέσεις των δύο κρατών το μεθοριακό επεισόδιο. Καθυστερήσεις που βάζουν ~ στην (= ναρκοθετούν, υπονομεύουν την) υλοποίηση του προγράμματος. Πβ. βόμβα. [< αγγλ. mine, γαλλ. ~, 1915]
33461ναρκισσεύομαιναρ-κισ-σεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ναρκισσευ-όμενος} (λόγ.): συμπεριφέρομαι με ναρκισσισμό: ~όμενη μπροστά στον καθρέφτη. ΣΥΝ. ακκίζομαι (1), αυτοθαυμάζομαι
33462ναρκισσισμόςναρ-κισ-σι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρος αυτοθαυμασμός, ωραιοπάθεια. Πβ. αυταρέσκεια, αυτοερωτισμός, εγωπάθεια. 2. ΨΥΧΑΝ. παθολογική αγάπη ενός ατόμου για τον εαυτό του. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Narzissmus, γαλλ. narcissisme]
33463ναρκισσιστήςναρ-κισ-σι-στής ουσ. (αρσ.), ναρκισσίστρια (η): πρόσωπο που διακατέχεται από ναρκισσισμό. Πβ. αυτάρεσκος, εγω-, ωραιο-παθής. ΣΥΝ. νάρκισσος (1) [< αγγλ. narcissist, 1917, γαλλ. narcissique, 1922]
33464ναρκισσιστικός, ή, ό ναρ-κισ-σι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναρκισσισμό: ~ή: διάθεση/συμπεριφορά. Πβ. αυτάρεσκος.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή. ● επίρρ.: ναρκισσιστικά [< αγγλ. narcissistic, 1915, narcissist, 1934, γαλλ. narcissique, 1922]
33465νάρκισσοςνάρ-κισ-σος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίσσου} 1. (μετωνυμ.) ναρκισσιστής. 2. ΒΟΤ. ποώδες βολβώδες φυτό (οικογ. Amaryllidaceae), με αρωματικά κίτρινα ή λευκά, συνήθ. κρεμαστά, άνθη, στο κέντρο των οποίων υπάρχει μικρός δίσκος ή κύπελλο (κορόνα) εντονότερου ή διαφορετικού χρώματος: ~ ο όψιμος/ποιητικός. Βλ. ζαμπάκι, μανουσάκι. [< αρχ. νάρκισσος, γαλλ. narcisse, αγγλ. narcissus]
33466ναρκο- & ναρκ-α' συνθετικό με αναφορά σε 1. ναρκωτικά: ναρκο-μανής. 2. ΣΤΡΑΤ. νάρκη, εκρηκτικό μηχανισμό: ναρκο-πέδιο. Ναρκ-αλιευτικό.|| Ναρκο-θέτηση. 3. ΙΑΤΡ. (σπάν.) υπνηλία, νάρκωση: ναρκο-ληψία.
33467ναρκοθέτησηναρ-κο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. τοποθέτηση ναρκών: ~ θαλάσσιου χώρου/των συνόρων. ΑΝΤ. αποναρκοθέτηση 2. (μτφ.) υπονόμευση: ~ της ανάπτυξης/των διαπραγματεύσεων. Πβ. σαμποτάζ, τορπιλισμός. ΣΥΝ. φαλκίδευση [< γαλλ. minage, 1922]
33468ναρκοθετώ[ναρκοθετῶ] ναρ-κο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {ναρκοθετ-είς ..., -ώντας | ναρκοθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΣΤΡΑΤ. τοποθετώ νάρκες: Εκκαθαρίστηκε έκταση που είχε ~ηθεί την περίοδο του πολέμου. ~ημένη: περιοχή. 2. (μτφ.) υπονομεύω, υποσκάπτω, δυναμιτίζω: ~ούν την προσπάθεια ειρήνευσης. Σε ~ημένο έδαφος κινείται το σχέδιο ... Πβ. σαμποτάρω, τορπιλίζω. Βλ. -θετώ. ΣΥΝ. φαλκιδεύω [< γαλλ. miner]
33469ναρκοληψίαναρ-κο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή με κύριο χαρακτηριστικό την έντονη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Βλ. υπερυπνία, υπνοπαράλυση, -ληψία. [< γαλλ. narcolepsie, αγγλ. narcolepsy]
33470ναρκομανήςναρ-κο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο εθισμένο στα ναρκωτικά: στέκι ~ών. Κέντρα απεξάρτησης/αποκατάστασης/αποτοξίνωσης ~ών. Βλ. ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες, -μανής.|| (ως επίθ.) ~είς: κρατούμενοι. ΣΥΝ. τοξικομανής [< πβ. αγγλ. narcomaniac]
33471ναρκομανίαναρ-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εθισμός στα ναρκωτικά. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. τοξικομανία [< πβ. αγγλ. narcomania]
33472ναρκοπέδιοναρ-κο-πέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ναρκοπεδί-ου | -ων} 1. ΣΤΡΑΤ. ναρκοθετημένη περιοχή (χερσαία ή θαλάσσια): ενεργό ~. Τάγμα Εκκαθαρίσεως ~ίων Ξηράς. Βλ. ναρκαλιεία. 2. (μτφ.) κατάσταση, ζήτημα υψηλής επικινδυνότητας: Βαδίζει/εισέρχεται/κινείται σε (πολιτικό) ~. [< αγγλ. mine-field, γαλλ. champ de mines]
33473ναρκώνωναρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {νάρκω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, ναρκών-οντας, ναρκω-μένος} 1. προκαλώ νάρκωση σε κάποιον· αναισθητοποιώ: Τον ~σαν και τον λήστεψαν. ~μένος: ασθενής. 2. προκαλώ υπνηλία σε κάποιον: Η ζέστη με ~σε. ΣΥΝ. κοιμίζω (2), υπνωτίζω (1) 3. (μτφ.) αποβλακώνω, αδρανοποιώ: Η προπαγάνδα ~ει το μυαλό. ~μένοι: τηλεθεατές. ~μένες: αισθήσεις/συνειδήσεις. Πβ. αποχαυνώνω, παθητικοποιώ. Βλ. αφυπνίζω, διεγείρω. [< αρχ. ναρκῶ, γαλλ. narcotiser, αγγλ. narcotize]
33474νάρκωσηνάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναισθησία: ολική/ραχιαία/τοπική ~. Εγχείρηση με/χωρίς ~. (για αναισθησιολόγο:) Δίνω/παρέχω/χορηγώ ~. (για ασθενή:) Ξυπνώ/συνέρχομαι από τη ~. Υποβάλλομαι σε ~. Βλ. ύπνωση.|| ~ άγριων θηλαστικών. 2. (μτφ.) αδράνεια, αποχαύνωση: πνευματική ~. ~ των πολιτών/της σκέψης/των συνειδήσεων. Κοινωνία που βρίσκεται σε ~. Πβ. αποβλάκωση, αποκοίμιση, απο~, απονέκρωση, παθητικοποίηση. Βλ. αφύπνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: νάρκωση αζώτου: ΙΑΤΡ. (σε δύτη) εμφάνιση συμπτωμάτων νάρκωσης ή μέθης κατά την κατάδυση σε μεγάλα βάθη. ΣΥΝ. μέθη των δυτών/του βυθού [< αγγλ. nitrogen narcosis, 1937] [< αρχ. νάρκωσις, γαλλ. narcose, 1903, αγγλ. narcosis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.