| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33471 | ναρκομανία | ναρ-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εθισμός στα ναρκωτικά. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. τοξικομανία [< πβ. αγγλ. narcomania] | |
| 33472 | ναρκοπέδιο | ναρ-κο-πέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ναρκοπεδί-ου | -ων} 1. ΣΤΡΑΤ. ναρκοθετημένη περιοχή (χερσαία ή θαλάσσια): ενεργό ~. Τάγμα Εκκαθαρίσεως ~ίων Ξηράς. Βλ. ναρκαλιεία. 2. (μτφ.) κατάσταση, ζήτημα υψηλής επικινδυνότητας: Βαδίζει/εισέρχεται/κινείται σε (πολιτικό) ~. [< αγγλ. mine-field, γαλλ. champ de mines] | |
| 33473 | ναρκώνω | ναρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {νάρκω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, ναρκών-οντας, ναρκω-μένος} 1. προκαλώ νάρκωση σε κάποιον· αναισθητοποιώ: Τον ~σαν και τον λήστεψαν. ~μένος: ασθενής. 2. προκαλώ υπνηλία σε κάποιον: Η ζέστη με ~σε. ΣΥΝ. κοιμίζω (2), υπνωτίζω (1) 3. (μτφ.) αποβλακώνω, αδρανοποιώ: Η προπαγάνδα ~ει το μυαλό. ~μένοι: τηλεθεατές. ~μένες: αισθήσεις/συνειδήσεις. Πβ. αποχαυνώνω, παθητικοποιώ. Βλ. αφυπνίζω, διεγείρω. [< αρχ. ναρκῶ, γαλλ. narcotiser, αγγλ. narcotize] | |
| 33474 | νάρκωση | νάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναισθησία: ολική/ραχιαία/τοπική ~. Εγχείρηση με/χωρίς ~. (για αναισθησιολόγο:) Δίνω/παρέχω/χορηγώ ~. (για ασθενή:) Ξυπνώ/συνέρχομαι από τη ~. Υποβάλλομαι σε ~. Βλ. ύπνωση.|| ~ άγριων θηλαστικών. 2. (μτφ.) αδράνεια, αποχαύνωση: πνευματική ~. ~ των πολιτών/της σκέψης/των συνειδήσεων. Κοινωνία που βρίσκεται σε ~. Πβ. αποβλάκωση, αποκοίμιση, απο~, απονέκρωση, παθητικοποίηση. Βλ. αφύπνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: νάρκωση αζώτου: ΙΑΤΡ. (σε δύτη) εμφάνιση συμπτωμάτων νάρκωσης ή μέθης κατά την κατάδυση σε μεγάλα βάθη. ΣΥΝ. μέθη των δυτών/του βυθού [< αγγλ. nitrogen narcosis, 1937] [< αρχ. νάρκωσις, γαλλ. narcose, 1903, αγγλ. narcosis] | |
| 33475 | ναρκωτικό | ναρ-κω-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε φυτική ή συνθετική ουσία, τοξική, εξαρτησιογόνος και ψυχοτρόπος, που προκαλεί αίσθημα ευφορίας, διέγερση, λήθαργο, παραισθήσεις ή τάση για ύπνο: βαριά/ήπια/ισχυρά/συνθετικά ~ά. Η κόλαση/μάστιγα των ~ών. Διακίνηση (βλ. βαποράκι)/κατάχρηση/κατοχή/λαθρεμπόριο/χρήση ~ών. Καρτέλ/κύκλωμα/(μεγαλ)έμποροι (βλ. ντίλερ) ~ών. Δίωξη ~ών. Υπό την επήρεια ~ών (= φτιαγμένος). Εθισμένος στα/εξαρτημένος από τα ~ά (= ναρκομανής· βλ. ουσιοεξάρτηση, σύνδρομο στέρησης). Απεξάρτηση από τα ~ά (= αποτοξίνωση· βλ. Ο.ΚΑ.ΝΑ., στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα). Μπλέχτηκε στα δίχτυα των ~ών/έπεσε στα ~ά. Παίρνει ~ά (βλ. μαστουρώνω, σνιφάρω, τριπάρω, τρυπιέμαι). Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Πβ. ντρόγκα, πρέζα. Βλ. ναρκεμπόριο, ναρκέμπορος, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, χασίς. 2. (μτφ.) καθετί που προκαλεί εθισμό, εξάρτηση ή πνευματική αδράνεια: το ~ της εξουσίας/του καταναλωτισμού/του τζόγου. Η δουλειά είναι το ~ του. 3. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που προκαλεί νάρκωση ή οποιοδήποτε φάρμακο έχει ταυτόχρονα ηρεμιστικές και αναλγητικές ιδιότητες και η κατάχρησή του προκαλεί εθισμό. Βλ. αναισθητικό, αναλγητικά, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά, μορφίνη, υπνωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός, σκληρά ναρκωτικά βλ. σκληρός [< 1: αμερικ. narcotic, 1926 3: γαλλ. narcotique] | |
| 33476 | ναρκωτικός | , ή, ό ναρ-κω-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί νάρκωση: ~ή: επίδραση. ~ά: φάρμακα. Φυτά με ~ές ιδιότητες. Πβ. αναισθητ-, ληθαργ-, υπνωτ-ικός. Βλ. διεγερτικός. 2. που σχετίζεται με τα ναρκωτικά: ~ές: ουσίες. ~ά: χάπια. Πβ. ψυχοτρόπος. Βλ. αντι~. [< 1: μτγν. ναρκωτικός, γαλλ. narcotique, αγγλ. narcotic] | |
| 33477 | ΝΑΣΑ | (η): Εθνική Υπηρεσία Αεροναυτικής και Διαστήματος (των ΗΠΑ). [< αμερικ. N(ational) A(eronautics) (and) S(pace) A(dministration), 1958] | |
| 33478 | νάσι | νά-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αχλαδόμηλο. [< αγγλ. nashi, γαλλ. ~, 1988] | |
| 33479 | ΝΑΤ | (το): Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο. | |
| 33480 | ΝΑΤΟ | : Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου. [< αμερικ. N(orth) A(tlantic) T(reaty) O(rganization), 1950, ιδρύθηκε το 1949] | |
| 33481 | νατοϊκός | , ή, ό να-το-ϊ-κός επίθ. & ΝΑΤΟϊκός: που σχετίζεται με το ΝΑΤΟ: ~ός: στρατός. ~ή: άσκηση/συμμαχία. ~ό: στρατηγείο. ~οί: αξιωματούχοι/πύραυλοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. ~ά: αεροσκάφη/στρατεύματα. Επιχειρήσεις που διεξάγονται υπό ~ή ομπρέλα. | |
| 33482 | νατουραλισμός | να-του-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ.ΤΕΧΝ. ρεύμα που εμφανίστηκε στη Γαλλία κατά τα τέλη του 19ου αι. και επεδίωκε την πιστή, σχεδόν φωτογραφική απόδοση της πραγματικότητας μέσα από πληθώρα λεπτομερειών, χωρίς ωραιοποιήσεις ή/και συναισθηματισμούς. Βλ. ρεαλ-, συμβολ-ισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. φυσιοκρατία. [< γαλλ. naturalisme] | |
| 33483 | νατουραλιστής | να-του-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του νατουραλισμού. [< γαλλ. naturaliste] | |
| 33484 | νατουραλιστικός | , ή, ό να-του-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νατουραλισμό: (ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ.ΤΕΧΝ.) ~ός: πίνακας. ~ή: αφήγηση/λογοτεχνία/προσέγγιση/τεχνοτροπία. ~ό: μυθιστόρημα/ύφος. ~ές: απεικονίσεις/περιγραφές/τάσεις. ~ά: έργα/στοιχεία. Βλ. ρεαλιστικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ές: αντιλήψεις (= φυσιοκρατικές). ● επίρρ.: νατουραλιστικά [< γαλλ. naturaliste] | |
| 33485 | νάτριο | νά-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {νατρί-ου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, ελαφρύ, μαλακό μεταλλικό στοιχείο της ομάδας των αλκαλίων (σύμβ. Na), το οποίο υπάρχει άφθονο στη φύση με τη μορφή χημικών ενώσεων (αλάτων): αργιλικό (βλ. αλβίτης, κρυόλιθος)/βορικό (= βόρακας)/διχρωμικό/θειικό/ιωδιούχο/κιτρικό/κυανιούχο (βλ. κυάνωση)/νιτρικό/νιτρώδες/οξικό/υποχλωριώδες (βλ. χλωρίνη)/φθοριούχο ~. Αζίδιο/υδροξείδιο (βλ. καυστική σόδα) του ~ου. Λαμπτήρες ~ου (: παράγουν κιτρινωπό φως και χρησιμοποιούνται κυρ. στον φωτισμό δρόμων και εθνικών οδών). Βλ. οξύλιθος.|| (ΒΙΟΧ.) Τροφές πλούσιες σε ~ (βλ. μεταλλικά άλατα). Το ~ ανήκει στους ηλεκτρολύτες (ορού). Βλ. ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη, κορτικοστερόνη, νεφρά, υπερνατριαιμία.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) (ενισχυτικό γεύσης:) προπιονικό (: συντηρητικό)/φωσφορικό (: προσθετικό) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρακικό νάτριο: ΧΗΜ. λευκή σκόνη, διαλυτή στο νερό, που χρησιμοποιείται στη σύνθεση πολλών χημικών ουσιών· (ανθρακική) σόδα: άνυδρο/όξινο ~., χλωριούχο νάτριο: ΧΗΜ. το κοινό (μαγειρικό) αλάτι., βενζοϊκό νάτριο βλ. βενζοϊκός, καυστική σόδα βλ. καυστικός [< παλαιότ. γαλλ. natrium 'σόδα'] | |
| 33486 | νατριουρητικός | , ή, ό να-τρι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΦΑΡΜΑΚ. που αυξάνει την αποβολή νατρίου στα ούρα, σε περιπτώσεις υψηλής συγκέντρωσής του: κολπικός ~ παράγοντας/κολπικό ~ό πεπτίδιο. Φάρμακα με ~ή δράση (βλ. διουρητικά). Βλ. αλδοστερόνη, κατακράτηση, υπερνατριαιμία. [< αγγλ. natriuretic, 1957, γαλλ. natriurétique] | |
| 33487 | νατριούχος | , ος, ο [νατριοῦχος] να-τρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει νάτριο: ~ο: άλας. ~α: εδάφη. Βλ. -ούχος2. | |
| 33488 | νάτσος | νά-τσος ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (μεξικανικό σνακ) τριγωνικά τορτίγια τσιπς: ~ με γκουακαμόλε/κιμά/λιωµένο τυρί. Βλ. ποπ-κόρν. [< αμερικ. nachos, 1948, γαλλ. nacho, 1990] | |
| 33489 | ναυαγιαίρεση | ναυ-α-γι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ναυαγιαιρεσία: ΝΟΜ. παροχή βοήθειας σε πλοίο (ή άλλο πλωτό μέσο) που βρίσκεται σε κίνδυνο· ρυμούλκηση ή ανέλκυση ναυαγίου: επιχείρηση ~ης. Πβ. θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή, διάσωση. Βλ. σώστρα. | |
| 33490 | ναυάγιο | ναυ-ά-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ναυαγί-ου | -ων} 1. βύθιση ή προσάραξη σκάφους· το ίδιο το πλοίο (ή άλλο πλωτό μέσο) που έχει ναυαγήσει: πολύνεκρο/τραγικό ~. Το ~ του επιβατηγού/κρουαζιερόπλοιου/τάνκερ/Τιτανικού. Πβ. βούλιαγμα, καραβοτσάκισμα. Βλ. υγρός τάφος.|| Ανέλκυση (βλ. ναυαγιαίρεση)/εντοπισμός (αρχαίου) ~ου. Λείψανα ~ων. 2. (μτφ.) αποτυχία: το ~ μιας διάσκεψης/μιας εταιρείας (= χρεοκοπία). Σε (οριστικό) ~ οδηγήθηκαν οι διαπραγματεύσεις/συνομιλίες (= ναυάγησαν). Πβ. κατα-ποντισμός, -στροφή, τζίφος, φουντάρισμα. 3. (μτφ., για πρόσ.) αποτυχημένος, κατεστραμμένος· εξαθλιωμένος, ψυχικά καταβεβλημένος: Μετά τον χωρισμό τους, κατάντησε ένα ~ (= ερείπιο, κουρέλι, ράκος). [< 1: μτγν. ναυάγιον, γαλλ. naufrage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ