| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33491 | ναυαγός | ναυ-α-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που έχει επιζήσει από ναυάγιο και βρίσκεται στη θάλασσα ή κατάφερε να φτάσει στη στεριά: ~ σε έρημο νησί (βλ. ροβινσώνας). Διάσωση/εντοπισμός ~ών. Οι ~οί (του δεξαμενόπλοιου) περισυνελέγησαν από ελικόπτερο/σκάφος του Λιμενικού (βλ. ναυαγοσωστικό). 2. (μτφ.) που έχει υποστεί μεγάλες αποτυχίες, συμφορές ή/και απογοητεύσεις, διαψεύσεις: άστεγοι και φτωχοί, ~οί της κοινωνίας (= απόκληροι, απόβλητοι, παρίες). [< 1: αρχ. ναυαγός, γαλλ. naufragé] | |
| 33492 | ναυαγοσώστης | ναυ-α-γο-σώ-στης ουσ. (αρσ.) {ναυαγοσωστ-ών} , ναυαγοσώστρια (η): πρόσωπο ειδικά εκπαιδευμένο στην παροχή βοήθειας και στη διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν με πνιγμό στη θάλασσα ή γενικότ. στο υγρό στοιχείο· απασχολείται συνήθ. σε οργανωμένες παραλίες και πισίνες: εθελοντής/επαγγελματίας ~. Άδεια ~η. Το παρατηρητήριο/ο πύργος του ~η. Σχολή ~ών. Πβ. διασώστης. Βλ. λουόμενος. [< γαλλ. sauveteur] | |
| 33493 | ναυαγοσωστική | ναυ-α-γο-σω-στι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ειδικές τεχνικές και η πρακτική τους εφαρμογή στην προστασία ή/και διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν από πνιγμό σε υδάτινο περιβάλλον: Σχολή ~ής. Πρόγραμμα κολύμβησης και ~ής. Βλ. πρώτες βοήθειες. | |
| 33494 | ναυαγοσωστικό | ναυ-α-γο-σω-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σκάφος (ρυμουλκό) ειδικά εξοπλισμένο για την παροχή επιθαλάσσιας αρωγής: Τα μέλη του πληρώματος περισυνελέγησαν από τα ~ά. Βλ. αερο~. [< γαλλ. bateau de sauvetage] | |
| 33495 | ναυαγοσωστικός | , ή, ό ναυ-α-γο-σω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διάσωση (από ναυαγοσώστη ή ναυαγοσωστικό) πλοίων, ναυαγών ή κολυμβητών που βρίσκονται σε κίνδυνο: ~ός: εξοπλισμός/πύργος. ~ή: επιχείρηση/λέμβος/σχολή. ~ό: σκάφος/σωσίβιο. ~ά: μέσα. Ελληνική ~ή Ακαδημία. Πβ. διασωστικός. Βλ. αερο~. | |
| 33496 | ναυαγώ | [ναυαγῶ] ναυ-α-γώ ρ. (αμτβ.) {ναυαγ-εί, -ώντας | ναυάγ-ησε, -ήσει, -ισμένος} 1. (για σκάφος ή τους επιβάτες και το πλήρωμά του) βυθίζομαι, συντρίβομαι ή προσαράζω: Το πλοίο ~ησε (στα) ανοιχτά της ... (= βούλιαξε, εξώκειλε, καταποντίστηκε).|| ~ησαν νότια του νησιού/σε απόκρημνη ακτή. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω: Η προσπάθεια/συμφωνία/συνεργασία ~ησε (= οδηγήθηκε σε ναυάγιο). Η επιχείρηση ~ησε (= χρεοκόπησε· πβ. φουντάρω). Οι ελπίδες/τα σχέδια ~ησαν (= ματαιώθηκαν). ~ισμένα: όνειρα. [< 1: αρχ. ναυαγῶ] | |
| 33497 | ναυαρχίδα | ναυ-αρ-χί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος ή γενικότ. ο επικεφαλής πολεμικού στόλου και το οποίο φέρει υψωμένο το διακριτικό σήμα του: κυβερνήτης ~ας. 2. (μτφ.) οτιδήποτε θεωρείται κορυφαίο στο είδος του, κυρίαρχο σε κάποιον τομέα: Η εταιρεία αποτελεί τη ~ των επιχειρήσεων του ομίλου. [< 1: μτγν. ναυαρχίς 2: αγγλ. flagship, 1933] | |
| 33498 | ναύαρχος | ναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ.) 1. ανώτατος βαθμός αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. αντι~, υπο~, -αρχος. 2. (γενικότ.) αρχηγός στόλου. [< 2: αρχ. ναύαρχος, γαλλ. amiral] | |
| 33500 | ναύκληρος | ναύ-κλη-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ήρου}: ΝΑΥΤ. υπαξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού (επικεφαλής του προσωπικού καταστρώματος) ή του Πολεμικού Ναυτικού (υπεύθυνος για την καθαριότητα και συντήρηση του πλοίου). ΣΥΝ. λοστρόμος [< αρχ. ναύκληρος] | |
| 33501 | ναύλα | [ναῦλα] ναύ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): το αντίτιμο που καταβάλλει ο επιβάτης για τη μεταφορά του ή ο ναυλωτής για τη μεταφορά φορτίου με πλοίο, αεροπλάνο ή άλλο μέσο: αεροπορικά ~ (= εισιτήρια). Μειωμένα/χαμηλά ~. Απελευθέρωση των ~ων. Αυξήσεις στα ~. Πβ. κόμιστρο, μεταφορικά. Βλ. ναυλολόγιο, πορθμεία. ΣΥΝ. ναύλος & ναύλο (1) [< μτγν. ναῦλα] | |
| 33502 | ναυλαγορά | ναυ-λα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς που αφορά τις ναυλώσεις και τη διαμόρφωση των τιμών των ναύλων. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. freight market] | |
| 33503 | ναυλολόγιο | ναυ-λο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ναυλολογί-ου} (επίσ.): κατάλογος με τις τιμές των ναύλων για τη μεταφορά επιβατών, οχημάτων ή εμπορευμάτων με μαζικά μέσα, κυρ. με τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες· συνεκδ. οι τιμές των ναύλων: το ~ της γραμμής .../οικονομικής θέσης. Απελευθέρωση του ~ου. Βλ. τιμοκατάλογος, -λόγιο. | |
| 33504 | ναυλομεσίτης | ναυ-λο-με-σί-της ουσ. (αρσ.): μεσίτης που μεσολαβεί μεταξύ πλοιοκτήτη και φορτωτή-ναυλωτή για τη σύναψη σύμβασης ναύλωσης πλοίου. Βλ. ναυλοσύμφωνο. | |
| 33505 | ναυλομεσιτικός | , ή, ό ναυ-λο-με-σι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναυλομεσίτη: ~ή: εταιρεία. ~ό: γραφείο. ~οί κύκλοι εκτιμούν ότι ... | |
| 33506 | ναύλος & ναύλο | [ναῦλος] ναύ-λος ουσ. (αρσ. + ουδ.) (λόγ.) 1. ναύλα: νεανικός-φοιτητικός ~ (: μειωμένος). Επιστροφή ~ου-αποζημιώσεις. Βλ. επίναυλος. 2. (συνεκδ.) ναύλωση. [< αρχ. ναῦλος ὁ, ναῦλον τό] | |
| 33507 | ναυλοσύμφωνο | ναυ-λο-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. σύμβαση ναύλωσης πλωτού σκάφους. Βλ. ναυλομεσίτης. [< γαλλ. charte-partie] | |
| 33508 | ναυλοχεί | [ναυλοχεῖ] ναυ-λο-χεί ρ. (λόγ.): (για πολεμικό πλοίο) μένει αγκυροβολημένο: Ο στόλος ~ στο λιμάνι (ΑΝΤ. αποπλέει). Πβ. αράζει, ελλιμενίζ-, προσορμίζ-εται. [< αρχ. ναυλοχῶ]Ι | |
| 33509 | ναυλώνω | ναυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ναύλω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ναυλών-οντας} (επίσ.): μισθώνω (ή εκμισθώνω) πλοίο ή άλλο μέσο για τη μεταφορά ανθρώπων ή φορτίου: Η εταιρεία ~σε δύο οχηματαγωγά. ~σαν πούλμαν/ταξί. ~θηκε αεροσκάφος. [< μεσν. ναυλώνω < μτγν. ναυλῶ] | |
| 33510 | ναύλωση | ναύ-λω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συμφωνία μίσθωσης πλοίου ή αεροσκάφους για τη µεταφορά αγαθών ή προσώπων: αεροπορική/ναυτιλιακή ~. ~ αεροταξί/ελικοπτέρου/κρουαζιερόπλοιου. ~ κατά ταξίδι (: δηλ. για ένα ταξίδι· βλ. χρονο~). Κόστος/σύμβαση (= ναυλοσύμφωνο)/τιμές (βλ. ναύλα) ~ης. ~ώσεις σκαφών αναψυχής. [< γαλλ. affrètement] | |
| 33511 | ναυλωτής | ναυ-λω-τής ουσ. (αρσ.) , ναυλώτρια (η) (επίσ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ναυλώνει πλοίο ή άλλο μεταφορικό μέσο. Πβ. φορτωτής. Βλ. ναυλομεσίτης, πλοιοκτήτης.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. (af)fréteur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ