Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34160-34180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33475ναρκωτικό

ναρ-κω-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε φυτική ή συνθετική ουσία, τοξική, εξαρτησιογόνος και ψυχοτρόπος, που προκαλεί αίσθημα ευφορίας, διέγερση, λήθαργο, παραισθήσεις ή τάση για ύπνο: βαριά/ήπια/ισχυρά/συνθετικά ~ά. Η κόλαση/μάστιγα των ~ών. Διακίνηση (βλ. βαποράκι)/κατάχρηση/κατοχή/λαθρεμπόριο/χρήση ~ών. Καρτέλ/κύκλωμα/(μεγαλ)έμποροι (βλ. ντίλερ) ~ών. Δίωξη ~ών. Υπό την επήρεια ~ών (= φτιαγμένος). Εθισμένος στα/εξαρτημένος από τα ~ά (= ναρκομανής· βλ. ουσιοεξάρτηση, σύνδρομο στέρησης). Απεξάρτηση από τα ~ά (= αποτοξίνωση· βλ. Ο.ΚΑ.ΝΑ., στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα). Μπλέχτηκε στα δίχτυα των ~ών/έπεσε στα ~ά. Παίρνει ~ά (βλ. μαστουρώνω, σνιφάρω, τριπάρω, τρυπιέμαι). Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Πβ. ντρόγκα, πρέζα. Βλ. ναρκεμπόριο, ναρκέμπορος, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, χασίς. 2. (μτφ.) καθετί που προκαλεί εθισμό, εξάρτηση ή πνευματική αδράνεια: το ~ της εξουσίας/του καταναλωτισμού/του τζόγου. Η δουλειά είναι το ~ του. 3. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που προκαλεί νάρκωση ή οποιοδήποτε φάρμακο έχει ταυτόχρονα ηρεμιστικές και αναλγητικές ιδιότητες και η κατάχρησή του προκαλεί εθισμό. Βλ. αναισθητικό, αναλγητικά, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά, μορφίνη, υπνωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός, σκληρά ναρκωτικά βλ. σκληρός [< 1: αμερικ. narcotic, 1926 3: γαλλ. narcotique]

33476ναρκωτικός

, ή, ό ναρ-κω-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί νάρκωση: ~ή: επίδραση. ~ά: φάρμακα. Φυτά με ~ές ιδιότητες. Πβ. αναισθητ-, ληθαργ-, υπνωτ-ικός. Βλ. διεγερτικός. 2. που σχετίζεται με τα ναρκωτικά: ~ές: ουσίες. ~ά: χάπια. Πβ. ψυχοτρόπος. Βλ. αντι~. [< 1: μτγν. ναρκωτικός, γαλλ. narcotique, αγγλ. narcotic]

33477ΝΑΣΑ(η): Εθνική Υπηρεσία Αεροναυτικής και Διαστήματος (των ΗΠΑ). [< αμερικ. N(ational) A(eronautics) (and) S(pace) A(dministration), 1958]
33478νάσινά-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αχλαδόμηλο. [< αγγλ. nashi, γαλλ. ~, 1988]
33479ΝΑΤ(το): Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο.
33480ΝΑΤΟ: Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου. [< αμερικ. N(orth) A(tlantic) T(reaty) O(rganization), 1950, ιδρύθηκε το 1949]
33481νατοϊκός, ή, ό να-το-ϊ-κός επίθ. & ΝΑΤΟϊκός: που σχετίζεται με το ΝΑΤΟ: ~ός: στρατός. ~ή: άσκηση/συμμαχία. ~ό: στρατηγείο. ~οί: αξιωματούχοι/πύραυλοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. ~ά: αεροσκάφη/στρατεύματα. Επιχειρήσεις που διεξάγονται υπό ~ή ομπρέλα.
33482νατουραλισμόςνα-του-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ.ΤΕΧΝ. ρεύμα που εμφανίστηκε στη Γαλλία κατά τα τέλη του 19ου αι. και επεδίωκε την πιστή, σχεδόν φωτογραφική απόδοση της πραγματικότητας μέσα από πληθώρα λεπτομερειών, χωρίς ωραιοποιήσεις ή/και συναισθηματισμούς. Βλ. ρεαλ-, συμβολ-ισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. φυσιοκρατία. [< γαλλ. naturalisme]
33483νατουραλιστήςνα-του-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του νατουραλισμού. [< γαλλ. naturaliste]
33484νατουραλιστικός, ή, ό να-του-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νατουραλισμό: (ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ.ΤΕΧΝ.) ~ός: πίνακας. ~ή: αφήγηση/λογοτεχνία/προσέγγιση/τεχνοτροπία. ~ό: μυθιστόρημα/ύφος. ~ές: απεικονίσεις/περιγραφές/τάσεις. ~ά: έργα/στοιχεία. Βλ. ρεαλιστικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ές: αντιλήψεις (= φυσιοκρατικές). ● επίρρ.: νατουραλιστικά [< γαλλ. naturaliste]
33485νάτριονά-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {νατρί-ου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, ελαφρύ, μαλακό μεταλλικό στοιχείο της ομάδας των αλκαλίων (σύμβ. Na), το οποίο υπάρχει άφθονο στη φύση με τη μορφή χημικών ενώσεων (αλάτων): αργιλικό (βλ. αλβίτης, κρυόλιθος)/βορικό (= βόρακας)/διχρωμικό/θειικό/ιωδιούχο/κιτρικό/κυανιούχο (βλ. κυάνωση)/νιτρικό/νιτρώδες/οξικό/υποχλωριώδες (βλ. χλωρίνη)/φθοριούχο ~. Αζίδιο/υδροξείδιο (βλ. καυστική σόδα) του ~ου. Λαμπτήρες ~ου (: παράγουν κιτρινωπό φως και χρησιμοποιούνται κυρ. στον φωτισμό δρόμων και εθνικών οδών). Βλ. οξύλιθος.|| (ΒΙΟΧ.) Τροφές πλούσιες σε ~ (βλ. μεταλλικά άλατα). Το ~ ανήκει στους ηλεκτρολύτες (ορού). Βλ. ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη, κορτικοστερόνη, νεφρά, υπερνατριαιμία.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) (ενισχυτικό γεύσης:) προπιονικό (: συντηρητικό)/φωσφορικό (: προσθετικό) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρακικό νάτριο: ΧΗΜ. λευκή σκόνη, διαλυτή στο νερό, που χρησιμοποιείται στη σύνθεση πολλών χημικών ουσιών· (ανθρακική) σόδα: άνυδρο/όξινο ~., χλωριούχο νάτριο: ΧΗΜ. το κοινό (μαγειρικό) αλάτι., βενζοϊκό νάτριο βλ. βενζοϊκός, καυστική σόδα βλ. καυστικός [< παλαιότ. γαλλ. natrium 'σόδα']
33486νατριουρητικός, ή, ό να-τρι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΦΑΡΜΑΚ. που αυξάνει την αποβολή νατρίου στα ούρα, σε περιπτώσεις υψηλής συγκέντρωσής του: κολπικός ~ παράγοντας/κολπικό ~ό πεπτίδιο. Φάρμακα με ~ή δράση (βλ. διουρητικά). Βλ. αλδοστερόνη, κατακράτηση, υπερνατριαιμία. [< αγγλ. natriuretic, 1957, γαλλ. natriurétique]
33487νατριούχος, ος, ο [νατριοῦχος] να-τρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει νάτριο: ~ο: άλας. ~α: εδάφη. Βλ. -ούχος2.
33488νάτσοςνά-τσος ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (μεξικανικό σνακ) τριγωνικά τορτίγια τσιπς: ~ με γκουακαμόλε/κιμά/λιωµένο τυρί. Βλ. ποπ-κόρν. [< αμερικ. nachos, 1948, γαλλ. nacho, 1990]
33489ναυαγιαίρεσηναυ-α-γι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ναυαγιαιρεσία: ΝΟΜ. παροχή βοήθειας σε πλοίο (ή άλλο πλωτό μέσο) που βρίσκεται σε κίνδυνο· ρυμούλκηση ή ανέλκυση ναυαγίου: επιχείρηση ~ης. Πβ. θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή, διάσωση. Βλ. σώστρα.
33490ναυάγιοναυ-ά-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ναυαγί-ου | -ων} 1. βύθιση ή προσάραξη σκάφους· το ίδιο το πλοίο (ή άλλο πλωτό μέσο) που έχει ναυαγήσει: πολύνεκρο/τραγικό ~. Το ~ του επιβατηγού/κρουαζιερόπλοιου/τάνκερ/Τιτανικού. Πβ. βούλιαγμα, καραβοτσάκισμα. Βλ. υγρός τάφος.|| Ανέλκυση (βλ. ναυαγιαίρεση)/εντοπισμός (αρχαίου) ~ου. Λείψανα ~ων. 2. (μτφ.) αποτυχία: το ~ μιας διάσκεψης/μιας εταιρείας (= χρεοκοπία). Σε (οριστικό) ~ οδηγήθηκαν οι διαπραγματεύσεις/συνομιλίες (= ναυάγησαν). Πβ. κατα-ποντισμός, -στροφή, τζίφος, φουντάρισμα. 3. (μτφ., για πρόσ.) αποτυχημένος, κατεστραμμένος· εξαθλιωμένος, ψυχικά καταβεβλημένος: Μετά τον χωρισμό τους, κατάντησε ένα ~ (= ερείπιο, κουρέλι, ράκος). [< 1: μτγν. ναυάγιον, γαλλ. naufrage]
33491ναυαγόςναυ-α-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που έχει επιζήσει από ναυάγιο και βρίσκεται στη θάλασσα ή κατάφερε να φτάσει στη στεριά: ~ σε έρημο νησί (βλ. ροβινσώνας). Διάσωση/εντοπισμός ~ών. Οι ~οί (του δεξαμενόπλοιου) περισυνελέγησαν από ελικόπτερο/σκάφος του Λιμενικού (βλ. ναυαγοσωστικό). 2. (μτφ.) που έχει υποστεί μεγάλες αποτυχίες, συμφορές ή/και απογοητεύσεις, διαψεύσεις: άστεγοι και φτωχοί, ~οί της κοινωνίας (= απόκληροι, απόβλητοι, παρίες). [< 1: αρχ. ναυαγός, γαλλ. naufragé]
33492ναυαγοσώστηςναυ-α-γο-σώ-στης ουσ. (αρσ.) {ναυαγοσωστ-ών} , ναυαγοσώστρια (η): πρόσωπο ειδικά εκπαιδευμένο στην παροχή βοήθειας και στη διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν με πνιγμό στη θάλασσα ή γενικότ. στο υγρό στοιχείο· απασχολείται συνήθ. σε οργανωμένες παραλίες και πισίνες: εθελοντής/επαγγελματίας ~. Άδεια ~η. Το παρατηρητήριο/ο πύργος του ~η. Σχολή ~ών. Πβ. διασώστης. Βλ. λουόμενος. [< γαλλ. sauveteur]
33493ναυαγοσωστικήναυ-α-γο-σω-στι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ειδικές τεχνικές και η πρακτική τους εφαρμογή στην προστασία ή/και διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν από πνιγμό σε υδάτινο περιβάλλον: Σχολή ~ής. Πρόγραμμα κολύμβησης και ~ής. Βλ. πρώτες βοήθειες.
33494ναυαγοσωστικόναυ-α-γο-σω-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σκάφος (ρυμουλκό) ειδικά εξοπλισμένο για την παροχή επιθαλάσσιας αρωγής: Τα μέλη του πληρώματος περισυνελέγησαν από τα ~ά. Βλ. αερο~. [< γαλλ. bateau de sauvetage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.