| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2451 | ΑΜ2 | (τα) (έι-εμ): τα βραχέα κύματα. Βλ. εφ-εμ. [< αγγλ. Αmplitude Μodulation, 1921] | |
| 2452 | άμα | [ἅμα] ά-μα σύνδ. (συνηθέστ. προφ.) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις 1. (με υποθετική ή χρονικοϋποθετική σημασία) αν, εφόσον: ~ τύχει και τον συναντήσεις, πες του ότι τον ψάχνω. ~ θες, έλα.|| (ειρων.) ~ είσαι εσύ αστυνομικός, εγώ είμαι ο πάπας/αστροναύτης.|| (απειλητ.) ~ σε πιάσω στα χέρια μου ...|| (αδιάφορα) ~ φύγει, έφυγε.|| (αντίθεση) ~ δεν μπορείς, τι το παιδεύεις (: αφού, εφόσον, από τη στιγμή που); 2. (με χρονική σημασία) όταν, μόλις: ~ χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές πετάχτηκαν έξω.|| (κάθε φορά που, όποτε, οσάκις:) ~ έρχεται στην παρέα, δημιουργεί πρόβλημα. 3. (με αιτιολογική σημασία-σπανιότ.) γιατί, που: Χαίρεται ~ μπορεί να βοηθήσει. ● ΦΡ.: άμα (+ δοτ.) (επίσ.): ταυτόχρονα, συγχρόνως με, αμέσως μόλις: Ο πρωθυπουργός προέβη σε δηλώσεις ~ τη αφίξει του στο αεροδρόμιο. ~ τη εμφανίσει/τη λήξει ..., εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) (λόγ.): αμέσως, στη στιγμή, ταχύτατα: Τελειώνει τα πάντα ~ ~! Πβ. στο άψε σβήσε., (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις! βλ. γουστάρω, αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, άμα λάχει βλ. λαχαίνει, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος [< αρχ. ἅμα] | |
| 2453 | αμαγείρευτος | , η, ο [ἀμαγείρευτος] α-μα-γεί-ρευ-τος επίθ.: (κυρ. για φαγητό) που δεν έχει μαγειρευτεί: ~ο: κρέας (ΣΥΝ. άψητο, ωμό. ΑΝΤ. μαγειρεμένο, ψημένο). ~α: λαχανικά. | |
| 2454 | αμάδες | [ἁμάδες] α-μά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. ομαδικό παιχνίδι που παίζεται με μικρή στρογγυλή και επίπεδη πέτρα (αμάδα) με στόχο να σημαδέψουν οι παίκτες την πέτρα των άλλων, προσπαθώντας να μη βγει από τα καθορισμένα πλαίσια. [< μεσν. αμάδα] | |
| 2455 | αμάζευτος | , η, ο [ἀμάζευτος] α-μά-ζευ-τος επίθ.: που δεν έχει μαζευτεί, δεν έχει περισυλλεγεί: ~οι: καρποί. ~α: σκουπίδια. Πβ. ασυμμάζευτος. ΑΝΤ. μαζεμένος. ● ΦΡ.: έχει τον αμάζευτο (οικ.): είναι αδύνατον να μαζευτεί, να περιοριστεί: Τα έξοδα έχουν ~.|| (για πρόσ.) ~ ~, δεν μπορεί να μείνει ούτε λεπτό στο σπίτι., μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα βλ. μαζεύω | |
| 2456 | αμαζόνα | [ἀμαζόνα] α-μα-ζό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, συνηθέστ. στον πληθ.} μέλος μυθικού πολεμικού έθνους γυναικών, φημισμένων για την ιππευτική τους ικανότητα και την εχθρική τους στάση προς τους άνδρες. 2. (μτφ.) νεαρή συνήθ. γυναίκα που ασχολείται με την ιππασία: ~ του Ιππικού Ομίλου. Πβ. ιππεύτρια. [< 1: αρχ. Ἀμαζών, μεσν. Αμαζόνα 2: γαλλ. amazone] | |
| 2457 | αμαζονομαχία | [ἀμαζονομαχία] α-μα-ζο-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΡΧ. μυθική μάχη μεταξύ Αθηναίων και Αμαζόνων: Οι δυτικές μετόπες του Παρθενώνα απεικόνιζαν την ~. Βλ. -μαχία. [< μτγν. Ἀμαζονομαχία] | |
| 2458 | αμάθεια | [ἀμάθεια] α-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία μόρφωσης και παιδείας· ειδικότ. άγνοια: το σκοτάδι της ~ας. Η φτώχεια κι η ~ μαστίζει τις χώρες του Τρίτου Κόσμου.|| ~ για τον πολιτισμό ενός τόπου. Πβ. αγνωσία, αγραμματ-, αδαημ-οσύνη, αμορφωσιά, απαιδευσία. Βλ. -μάθεια. [< αρχ. ἀμαθία] | |
| 2459 | αμαθής | , ής, ές [ἀμαθής] α-μα-θής επίθ./ουσ. {αμαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αμάθεια: ~ής: λαός. Αγράμματος/ανίδεος και ~.|| (ως ουσ.) Οι δεισιδαιμονίες των ~ών (ενν. ανθρώπων). Βλ. ακαλλιέργητος, αμόρφωτος, απαίδευτος, αδαής, -μαθής. ΑΝΤ. μορφωμένος [< αρχ. ἀμαθής] | |
| 2460 | άμαθος | , η, ο [ἄμαθος] ά-μα-θος επίθ. & αμάθητος (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει εξασκηθεί σε κάτι, δεν έχει εξοικειωθεί με αυτό: ~η: κοπέλα (= απονήρευτη). ~ο: αγόρι (: που δεν έχει πείρα της ζωής, άβγαλτο). ~ στις βαριές δουλειές (ΣΥΝ. άπειρος, ΑΝΤ. έμπειρος)/στο ξενύχτι/στο ποτό (ΣΥΝ. ασυνήθιστος, ΑΝΤ. μαθημένος, συνηθισμένος). Άνθρωπος κλειστός και ~ από κοινωνικές σχέσεις. Ήμουν μικρός/νέος και ~ (βλ. αθώος, άψητος). [< μεσν. άμαθος] | |
| 2461 | αμάκα | [ἀμάκα] α-μά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εξασφάλιση αγαθών από τους άλλους, τράκα: η τακτική του λαμόγιου και της ~ας.|| (σπάν. ως επίρρ.) Πάλι (στην) ~ την έβγαλε (: δωρεάν, τσάμπα). [< βεν. a macca] | |
| 2462 | αμακιγιάριστος | , η, ο [ἀμακιγιάριστος] α-μα-κι-γιά-ρι-στος επίθ.: (κυρ. για γυναίκα) που δεν έχει μακιγιαριστεί: ~ο: πρόσωπο. Βγήκε έξω/φωτογραφήθηκε ~η (ΑΝΤ. μακιγιαρισμένη). ΣΥΝ. άβαφος & άβαφτος (2), αφτιασίδωτος (2) | |
| 2463 | αμάλγαμα | [ἀμάλγαμα] α-μάλ-γα-μα ουσ. (ουδ.) {αμαλγάμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.-θετ. συνυποδ.) μείγμα διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων: μουσικό ~. ~ εθνοτήτων/εικόνων/ήχων/πολιτισμών/φυλών. Πβ. αχταρμάς, κράμα, μωσαϊκό, συνονθύλευμα. 2. ΧΗΜ. κάθε κράμα υδραργύρου με ένα ή περισσότερα μέταλλα: οδοντιατρικό ~ (= σφράγισμα). 3. ΓΛΩΣΣ. δήλωση περισσοτέρων της μίας σημασιών από το ίδιο μόρφημα: μορφολογικό ~ (π.χ. το μόρφημα -ας στη λέξη πατέρας δηλώνει ταυτόχρονα την ονομαστική πτώση, τον ενικό αριθμό και το αρσενικό γένος). [< μεσν. αμάλγαμα, γαλλ. amalgame] | |
| 2464 | Αμάλθεια | [Ἀμάλθεια] Α-μάλ-θει-α κύριο όν. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το κέρας της Αμάλθειας & (λόγ.) Αμαλθείας (μτφ.): αφθονία αγαθών και ευημερία: Παγκοσμιοποίηση: ~ ~ ή ασκός του Αιόλου; [< αρχ. Ἀμάλθεια] | |
| 2465 | αμαμελίδα | [ἁμαμελίδα] α-μα-με-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό δέντρο της Β. Αμερικής (επιστ. ονομασ. Hamamelis virginiana), του οποίου τα φύλλα και ο φλοιός χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, κυρ. για τις στυπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές τους: κρέμα με ~. [< αρχ. ἁμαμηλίς ‘μούσμουλο’, γαλλ. hamamélis, αγγλ. hamamelis] | |
| 2466 | αμάν | [ἀμάν] α-μάν επιφών.: δηλώνει έντονο συναίσθημα (παράκληση, απόγνωση, φόβο, λύπη, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση, θαυμασμό) ανάλογα με το συγκείμενο και τον επιτονισμό: ~ Παναγιά μου, φύλαγε (πβ. έλεος). ~ πες το μου, μη μ' αφήνεις στην αγωνία. ~, τη βάψαμε! ~! Τώρα τι κάνουμε; Οχ ~, τι κακό που μας βρήκε! ~ τι πάθαμε! ~ τι βάσανο κι αυτό. ~ μ' αυτούς τους ιούς! ~ (= πω πω), τι γυναικάρα ήταν αυτή! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν: για να εκφραστεί μεγάλος καημός, ντέρτι: Αν σε χτυπήσει ο έρωτας, ~ ~.|| (στο ρεμπέτικο και σε μαντινάδες) Σεβντά μου άναψε, ~ ~., αμάν πια: για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση, δυσφορία: ~ ~ βαρέθηκα να τον περιμένω! Πβ. αρκετά, νισάφι (πια), φτάνει πια., βρε αμάν, βρε ζαμάν: για μάταιη παράκληση: Τον χιλιοπαρακάλεσα, ~ ~, τίποτε αυτός! Πβ. βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου., κάνω αμάν (και πως) για κάτι/κάποιον 1. επιθυμώ πάρα πολύ, διακαώς: ~ει ~ να γυρίσει στην πατρίδα του. Πβ. κάνω κρα, πεθαίνω. 2. καταβάλλω μεγάλο κόπο, προσπαθώ πολύ για να καταφέρω κάτι: Ο κόσμος ~ει ~, για να βρει εισιτήριο!, λέω αμάν {συνήθ. στον αόρ.}: αγανακτώ εξαιτίας μεγάλης ταλαιπωρίας: Είπαμε ~ να γλιτώσουμε απ' αυτόν και να 'τος πάλι! [< τουρκ. aman] | |
| 2467 | αμανάτι | [ἀμανάτι] α-μα-νά-τι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} 1. (μτφ.-προφ.) για πρόσ. ή πράγμα που υποχρεώνεται να κρατήσει κάποιος, χωρίς να το επιθυμεί: Έφυγαν οι γείτονες και μου άφησαν τον σκύλο ~. 2. (παρωχ.) ενέχυρο: Αφήνω/βάζω/δίνω κάτι ~. ● ΦΡ.: μένω αμανάτι: μένω μόνος, με εγκαταλείπουν: Πήγαν όλοι στο πάρτι και έμεινα ~. [< μεσν. αμανάτι(ον) < τουρκ. amanat, emanet] | |
| 2468 | αμανές | [ἀμανές] α-μα-νές ουσ. (αρσ.) & μανές: ΜΟΥΣ. ανατολίτικος αργόσυρτος μελωδικός σκοπός στον οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα "αμάν" και κατ' επέκτ. κάθε τραγούδι με παρόμοιο ύφος. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: πήρε/σήκωσε/έχει (πολύ) ψηλά τον αμανέ: έχει υπεροπτική συμπεριφορά: Μεγαλοπιάστηκε και ~ ~. Βλ. καβάλησε το καλάμι. [< τουρκ. mâni] | |
| 2469 | αμάνικος | , η, ο [ἀμάνικος] α-μά-νι-κος επίθ.: που δεν έχει μανίκια: ~η: μπλούζα (βλ. καζάκα). ~ο: φόρεμα. ~α: πουλόβερ. Βλ. κοντο-, μακρυ-μάνικος. ● Ουσ.: αμάνικο (το): μπλούζα ή φανέλα χωρίς μανίκια. | |
| 2470 | άμαξα | [ἅμαξα] ά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) αμάξης} 1. (κυρ. παλαιότ.) ανοικτό ή κλειστό τροχοφόρο, συνήθ. ιππήλατο όχημα για τη μεταφορά ανθρώπων ή εμπορευμάτων: βασιλική/γαμήλια/σιδηροδρομική/ταχυδρομική ~. Βόλτα με ~. Βλ. ατμ~, επιβατ~, κάρο, καρότσα, κλιν~, μόνιππο, παϊτόνι, φορτ~, χειρ~. 2. (παλαιότ.) ονομασία του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου. ● ΦΡ.: ο τελευταίος τροχός της αμάξης & ο πέμπτος τροχός της αμάξης: για πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται ασήμαντο, που είναι ελάχιστα χρήσιμο σε μια ομάδα ή σε ένα έργο: Δεν μπορεί να μας βοηθήσει, είναι ~ ~ στην εταιρεία (: δεν ασκεί επιρροή). ΣΥΝ. η τελευταία τρύπα του ζουρνά [< γαλλ. (être) la cinquième roue du carrosse] , τα εξ αμάξης (λόγ.): πολλές και βαριές προσβολές: Άκουσε ~ ~. Του έσυρε/του έψαλε ~ ~ (= τον περιέλουσε με βρισιές, τον επέπληξε δριμύτατα). Πβ. κάνω (κάποιον) με τα κρεμμυδάκια. [< αρχ. ἅμαξα, γαλλ. carrosse] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ