| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2461 | αμάκα | [ἀμάκα] α-μά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εξασφάλιση αγαθών από τους άλλους, τράκα: η τακτική του λαμόγιου και της ~ας.|| (σπάν. ως επίρρ.) Πάλι (στην) ~ την έβγαλε (: δωρεάν, τσάμπα). [< βεν. a macca] | |
| 2462 | αμακιγιάριστος | , η, ο [ἀμακιγιάριστος] α-μα-κι-γιά-ρι-στος επίθ.: (κυρ. για γυναίκα) που δεν έχει μακιγιαριστεί: ~ο: πρόσωπο. Βγήκε έξω/φωτογραφήθηκε ~η (ΑΝΤ. μακιγιαρισμένη). ΣΥΝ. άβαφος & άβαφτος (2), αφτιασίδωτος (2) | |
| 2463 | αμάλγαμα | [ἀμάλγαμα] α-μάλ-γα-μα ουσ. (ουδ.) {αμαλγάμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.-θετ. συνυποδ.) μείγμα διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων: μουσικό ~. ~ εθνοτήτων/εικόνων/ήχων/πολιτισμών/φυλών. Πβ. αχταρμάς, κράμα, μωσαϊκό, συνονθύλευμα. 2. ΧΗΜ. κάθε κράμα υδραργύρου με ένα ή περισσότερα μέταλλα: οδοντιατρικό ~ (= σφράγισμα). 3. ΓΛΩΣΣ. δήλωση περισσοτέρων της μίας σημασιών από το ίδιο μόρφημα: μορφολογικό ~ (π.χ. το μόρφημα -ας στη λέξη πατέρας δηλώνει ταυτόχρονα την ονομαστική πτώση, τον ενικό αριθμό και το αρσενικό γένος). [< μεσν. αμάλγαμα, γαλλ. amalgame] | |
| 2464 | Αμάλθεια | [Ἀμάλθεια] Α-μάλ-θει-α κύριο όν. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το κέρας της Αμάλθειας & (λόγ.) Αμαλθείας (μτφ.): αφθονία αγαθών και ευημερία: Παγκοσμιοποίηση: ~ ~ ή ασκός του Αιόλου; [< αρχ. Ἀμάλθεια] | |
| 2465 | αμαμελίδα | [ἁμαμελίδα] α-μα-με-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό δέντρο της Β. Αμερικής (επιστ. ονομασ. Hamamelis virginiana), του οποίου τα φύλλα και ο φλοιός χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, κυρ. για τις στυπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές τους: κρέμα με ~. [< αρχ. ἁμαμηλίς ‘μούσμουλο’, γαλλ. hamamélis, αγγλ. hamamelis] | |
| 2466 | αμάν | [ἀμάν] α-μάν επιφών.: δηλώνει έντονο συναίσθημα (παράκληση, απόγνωση, φόβο, λύπη, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση, θαυμασμό) ανάλογα με το συγκείμενο και τον επιτονισμό: ~ Παναγιά μου, φύλαγε (πβ. έλεος). ~ πες το μου, μη μ' αφήνεις στην αγωνία. ~, τη βάψαμε! ~! Τώρα τι κάνουμε; Οχ ~, τι κακό που μας βρήκε! ~ τι πάθαμε! ~ τι βάσανο κι αυτό. ~ μ' αυτούς τους ιούς! ~ (= πω πω), τι γυναικάρα ήταν αυτή! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν: για να εκφραστεί μεγάλος καημός, ντέρτι: Αν σε χτυπήσει ο έρωτας, ~ ~.|| (στο ρεμπέτικο και σε μαντινάδες) Σεβντά μου άναψε, ~ ~., αμάν πια: για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση, δυσφορία: ~ ~ βαρέθηκα να τον περιμένω! Πβ. αρκετά, νισάφι (πια), φτάνει πια., βρε αμάν, βρε ζαμάν: για μάταιη παράκληση: Τον χιλιοπαρακάλεσα, ~ ~, τίποτε αυτός! Πβ. βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου., κάνω αμάν (και πως) για κάτι/κάποιον 1. επιθυμώ πάρα πολύ, διακαώς: ~ει ~ να γυρίσει στην πατρίδα του. Πβ. κάνω κρα, πεθαίνω. 2. καταβάλλω μεγάλο κόπο, προσπαθώ πολύ για να καταφέρω κάτι: Ο κόσμος ~ει ~, για να βρει εισιτήριο!, λέω αμάν {συνήθ. στον αόρ.}: αγανακτώ εξαιτίας μεγάλης ταλαιπωρίας: Είπαμε ~ να γλιτώσουμε απ' αυτόν και να 'τος πάλι! [< τουρκ. aman] | |
| 2467 | αμανάτι | [ἀμανάτι] α-μα-νά-τι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} 1. (μτφ.-προφ.) για πρόσ. ή πράγμα που υποχρεώνεται να κρατήσει κάποιος, χωρίς να το επιθυμεί: Έφυγαν οι γείτονες και μου άφησαν τον σκύλο ~. 2. (παρωχ.) ενέχυρο: Αφήνω/βάζω/δίνω κάτι ~. ● ΦΡ.: μένω αμανάτι: μένω μόνος, με εγκαταλείπουν: Πήγαν όλοι στο πάρτι και έμεινα ~. [< μεσν. αμανάτι(ον) < τουρκ. amanat, emanet] | |
| 2468 | αμανές | [ἀμανές] α-μα-νές ουσ. (αρσ.) & μανές: ΜΟΥΣ. ανατολίτικος αργόσυρτος μελωδικός σκοπός στον οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα "αμάν" και κατ' επέκτ. κάθε τραγούδι με παρόμοιο ύφος. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: πήρε/σήκωσε/έχει (πολύ) ψηλά τον αμανέ: έχει υπεροπτική συμπεριφορά: Μεγαλοπιάστηκε και ~ ~. Βλ. καβάλησε το καλάμι. [< τουρκ. mâni] | |
| 2469 | αμάνικος | , η, ο [ἀμάνικος] α-μά-νι-κος επίθ.: που δεν έχει μανίκια: ~η: μπλούζα (βλ. καζάκα). ~ο: φόρεμα. ~α: πουλόβερ. Βλ. κοντο-, μακρυ-μάνικος. ● Ουσ.: αμάνικο (το): μπλούζα ή φανέλα χωρίς μανίκια. | |
| 2470 | άμαξα | [ἅμαξα] ά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) αμάξης} 1. (κυρ. παλαιότ.) ανοικτό ή κλειστό τροχοφόρο, συνήθ. ιππήλατο όχημα για τη μεταφορά ανθρώπων ή εμπορευμάτων: βασιλική/γαμήλια/σιδηροδρομική/ταχυδρομική ~. Βόλτα με ~. Βλ. ατμ~, επιβατ~, κάρο, καρότσα, κλιν~, μόνιππο, παϊτόνι, φορτ~, χειρ~. 2. (παλαιότ.) ονομασία του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου. ● ΦΡ.: ο τελευταίος τροχός της αμάξης & ο πέμπτος τροχός της αμάξης: για πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται ασήμαντο, που είναι ελάχιστα χρήσιμο σε μια ομάδα ή σε ένα έργο: Δεν μπορεί να μας βοηθήσει, είναι ~ ~ στην εταιρεία (: δεν ασκεί επιρροή). ΣΥΝ. η τελευταία τρύπα του ζουρνά [< γαλλ. (être) la cinquième roue du carrosse] , τα εξ αμάξης (λόγ.): πολλές και βαριές προσβολές: Άκουσε ~ ~. Του έσυρε/του έψαλε ~ ~ (= τον περιέλουσε με βρισιές, τον επέπληξε δριμύτατα). Πβ. κάνω (κάποιον) με τα κρεμμυδάκια. [< αρχ. ἅμαξα, γαλλ. carrosse] | |
| 2471 | αμαξάδα | [ἁμαξάδα] α-μα-ξά-δα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): βόλτα με άμαξα. Βλ. -άδα. | |
| 2472 | αμαξάκι | [ἁμαξάκι] α-μα-ξά-κι ουσ. (ουδ.) 1. αγορίστικο συνήθ. παιχνίδι με τη μορφή μικρού αμαξιού: συλλογή από ~ια. Πβ. αυτοκινητάκι. Βλ. αεροπλανάκι. 2. (ειρων.-χιουμορ.) μικρό και συνήθ. φτηνό αμάξι. 3. μικρή άμαξα: Περιήγηση στο νησί με ~. 4. (σπανιότ.) αναπηρικό καροτσάκι. Βλ. αμαξίδιο. 5. (παρωχ.) καροτσάκι μωρού. | |
| 2473 | αμαξάς | [ἁμαξάς] α-μα-ξάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): επαγγελματίας οδηγός άμαξας. Πβ. καροτσιέρης. Βλ. -άς. [< μεσν. αμαξάς] | |
| 2474 | αμάξι | [ἁμάξι] α-μά-ξι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αυτοκίνητο: Πήγαμε βόλτα με τ' ~. ● Μεγεθ.: αμαξάρα (η) (εμφατ.): Πω πω, τι ~ είναι αυτή; Να σε πάω βόλτα με την ~ μου; [< μεσν. αμάξιν] | |
| 2475 | αμαξίδιο | [ἁμαξίδιο] α-μα-ξί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {αμαξιδί-ου | -ων}: μικρό μεταφορικό όχημα: χειροκίνητο ~. Μηχανοκίνητο ~ (του γκολφ). Βλ. βαγονέτο. ● ΣΥΜΠΛ.: (αναπηρικό) αμαξίδιο: κάθισμα στερεωμένο σε μεγάλες συνήθ. ρόδες για ανθρώπους με μειωμένη κινητικότητα: αγωνιστικό/ηλεκτροκίνητο/παιδικό ~. Αντισφαίριση/καλαθοσφαίριση με ~ ~. ~α ατόμων με ειδικές ανάγκες. ~ ~ ειδικού/ελαφρού τύπου. Κινείται με/χρησιμοποιεί ~ ~. ΣΥΝ. αναπηρική καρέκλα/πολυθρόνα, αναπηρικό καρότσι. [< αγγλ. wheel-chair] [< μτγν. ἁμαξίδιον, γαλλ. chariot] | |
| 2476 | αμαξιτός | , ή, ό [ἁμαξιτός] α-μα-ξι-τός επίθ. & αμαξωτός (λόγ.): (για δρόμο) κατάλληλος για την κυκλοφορία τροχοφόρων. [< αρχ. ἁμαξιτός] | |
| 2477 | αμαξοποιία | [ἁμαξοποιία] α-μα-ξο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή αμαξών, καροτσιών, κάρων ή συνηθέστ. αμαξωμάτων και η αντίστοιχη μονάδα παραγωγής. Βλ. -ποιία. | |
| 2478 | αμαξοστάσιο | [ἁμαξοστάσιο] α-μα-ξο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος κυρ. στάθμευσης, φύλαξης, αλλά και συντήρησης, επισκευής μεγάλων τροχοφόρων ή ηλεκτροκίνητων οχημάτων συγκοινωνιακού οργανισμού: το ~ του δήμου/της Ε.ΘΕ.Λ./των ΗΛΠΑΠ/των ΗΣΑΠ/του μετρό/του ΟΣΕ/του τραμ. Οι συρμοί αποσύρθηκαν στα ~α. Βλ. γκαράζ, μηχανοστάσιο, ντεπό, -στάσιο. | |
| 2479 | αμαξοστοιχία | [ἁμαξοστοιχία] α-μα-ξο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σειρά βαγονιών που σύρει μία σιδηροδρομική μηχανή: εμπορ(ευματ)ική/επιβατική/(υπερ)ταχεία ~. Έκτακτη/τακτική ~. ~ ιντερσίτι. ~ες κοινωνικών αναγκών. Δρομολόγια ~ών. ΣΥΝ. συρμός (1), τρένο [< γαλλ. train] | |
| 2480 | αμάξωμα | [ἁμάξωμα] α-μά-ξω-μα ουσ. (ουδ.) {αμαξώμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.}: μεταλλική συνήθ. κατασκευή η οποία στηρίζεται στον σκελετό (σασί) τροχοφόρου οχήματος: ανοιχτό/αυτοφερόμενο/γαλβανισμένο/κλειστό/κουπέ/συμπαγές ~. Τεχνίτης ~άτων (βλ. φανοποιός). Πβ. καροσερί. Βλ. καρότσα. [< γαλλ. carrosserie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ