Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34180-34200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33494ναυαγοσωστικόναυ-α-γο-σω-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σκάφος (ρυμουλκό) ειδικά εξοπλισμένο για την παροχή επιθαλάσσιας αρωγής: Τα μέλη του πληρώματος περισυνελέγησαν από τα ~ά. Βλ. αερο~. [< γαλλ. bateau de sauvetage]
33495ναυαγοσωστικός, ή, ό ναυ-α-γο-σω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διάσωση (από ναυαγοσώστη ή ναυαγοσωστικό) πλοίων, ναυαγών ή κολυμβητών που βρίσκονται σε κίνδυνο: ~ός: εξοπλισμός/πύργος. ~ή: επιχείρηση/λέμβος/σχολή. ~ό: σκάφος/σωσίβιο. ~ά: μέσα. Ελληνική ~ή Ακαδημία. Πβ. διασωστικός. Βλ. αερο~.
33496ναυαγώ[ναυαγῶ] ναυ-α-γώ ρ. (αμτβ.) {ναυαγ-εί, -ώντας | ναυάγ-ησε, -ήσει, -ισμένος} 1. (για σκάφος ή τους επιβάτες και το πλήρωμά του) βυθίζομαι, συντρίβομαι ή προσαράζω: Το πλοίο ~ησε (στα) ανοιχτά της ... (= βούλιαξε, εξώκειλε, καταποντίστηκε).|| ~ησαν νότια του νησιού/σε απόκρημνη ακτή. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω: Η προσπάθεια/συμφωνία/συνεργασία ~ησε (= οδηγήθηκε σε ναυάγιο). Η επιχείρηση ~ησε (= χρεοκόπησε· πβ. φουντάρω). Οι ελπίδες/τα σχέδια ~ησαν (= ματαιώθηκαν). ~ισμένα: όνειρα. [< 1: αρχ. ναυαγῶ]
33497ναυαρχίδαναυ-αρ-χί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος ή γενικότ. ο επικεφαλής πολεμικού στόλου και το οποίο φέρει υψωμένο το διακριτικό σήμα του: κυβερνήτης ~ας. 2. (μτφ.) οτιδήποτε θεωρείται κορυφαίο στο είδος του, κυρίαρχο σε κάποιον τομέα: Η εταιρεία αποτελεί τη ~ των επιχειρήσεων του ομίλου. [< 1: μτγν. ναυαρχίς 2: αγγλ. flagship, 1933]
33498ναύαρχοςναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ.) 1. ανώτατος βαθμός αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. αντι~, υπο~, -αρχος. 2. (γενικότ.) αρχηγός στόλου. [< 2: αρχ. ναύαρχος, γαλλ. amiral]
33500ναύκληροςναύ-κλη-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ήρου}: ΝΑΥΤ. υπαξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού (επικεφαλής του προσωπικού καταστρώματος) ή του Πολεμικού Ναυτικού (υπεύθυνος για την καθαριότητα και συντήρηση του πλοίου). ΣΥΝ. λοστρόμος [< αρχ. ναύκληρος]
33501ναύλα[ναῦλα] ναύ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): το αντίτιμο που καταβάλλει ο επιβάτης για τη μεταφορά του ή ο ναυλωτής για τη μεταφορά φορτίου με πλοίο, αεροπλάνο ή άλλο μέσο: αεροπορικά ~ (= εισιτήρια). Μειωμένα/χαμηλά ~. Απελευθέρωση των ~ων. Αυξήσεις στα ~. Πβ. κόμιστρο, μεταφορικά. Βλ. ναυλολόγιο, πορθμεία. ΣΥΝ. ναύλος & ναύλο (1) [< μτγν. ναῦλα]
33502ναυλαγοράναυ-λα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς που αφορά τις ναυλώσεις και τη διαμόρφωση των τιμών των ναύλων. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. freight market]
33503ναυλολόγιοναυ-λο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ναυλολογί-ου} (επίσ.): κατάλογος με τις τιμές των ναύλων για τη μεταφορά επιβατών, οχημάτων ή εμπορευμάτων με μαζικά μέσα, κυρ. με τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες· συνεκδ. οι τιμές των ναύλων: το ~ της γραμμής .../οικονομικής θέσης. Απελευθέρωση του ~ου. Βλ. τιμοκατάλογος, -λόγιο.
33504ναυλομεσίτηςναυ-λο-με-σί-της ουσ. (αρσ.): μεσίτης που μεσολαβεί μεταξύ πλοιοκτήτη και φορτωτή-ναυλωτή για τη σύναψη σύμβασης ναύλωσης πλοίου. Βλ. ναυλοσύμφωνο.
33505ναυλομεσιτικός, ή, ό ναυ-λο-με-σι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναυλομεσίτη: ~ή: εταιρεία. ~ό: γραφείο. ~οί κύκλοι εκτιμούν ότι ...
33506ναύλος & ναύλο[ναῦλος] ναύ-λος ουσ. (αρσ. + ουδ.) (λόγ.) 1. ναύλα: νεανικός-φοιτητικός ~ (: μειωμένος). Επιστροφή ~ου-αποζημιώσεις. Βλ. επίναυλος. 2. (συνεκδ.) ναύλωση. [< αρχ. ναῦλος ὁ, ναῦλον τό]
33507ναυλοσύμφωνοναυ-λο-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. σύμβαση ναύλωσης πλωτού σκάφους. Βλ. ναυλομεσίτης. [< γαλλ. charte-partie]
33508ναυλοχεί[ναυλοχεῖ] ναυ-λο-χεί ρ. (λόγ.): (για πολεμικό πλοίο) μένει αγκυροβολημένο: Ο στόλος ~ στο λιμάνι (ΑΝΤ. αποπλέει). Πβ. αράζει, ελλιμενίζ-, προσορμίζ-εται. [< αρχ. ναυλοχῶ]Ι
33509ναυλώνωναυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ναύλω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ναυλών-οντας} (επίσ.): μισθώνω (ή εκμισθώνω) πλοίο ή άλλο μέσο για τη μεταφορά ανθρώπων ή φορτίου: Η εταιρεία ~σε δύο οχηματαγωγά. ~σαν πούλμαν/ταξί. ~θηκε αεροσκάφος. [< μεσν. ναυλώνω < μτγν. ναυλῶ]
33510ναύλωσηναύ-λω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συμφωνία μίσθωσης πλοίου ή αεροσκάφους για τη µεταφορά αγαθών ή προσώπων: αεροπορική/ναυτιλιακή ~. ~ αεροταξί/ελικοπτέρου/κρουαζιερόπλοιου. ~ κατά ταξίδι (: δηλ. για ένα ταξίδι· βλ. χρονο~). Κόστος/σύμβαση (= ναυλοσύμφωνο)/τιμές (βλ. ναύλα) ~ης. ~ώσεις σκαφών αναψυχής. [< γαλλ. affrètement]
33511ναυλωτήςναυ-λω-τής ουσ. (αρσ.) , ναυλώτρια (η) (επίσ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ναυλώνει πλοίο ή άλλο μεταφορικό μέσο. Πβ. φορτωτής. Βλ. ναυλομεσίτης, πλοιοκτήτης.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. (af)fréteur]
33512ναυμαχίαναυ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) πολεμική αναμέτρηση μεταξύ αντίπαλων στόλων (ή πλοίων): (ΙΣΤ.) η ~ της Σαλαμίνας. Βλ. αερο~, -μαχία. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) επιτραπέζιο παιχνίδι. [< 1: αρχ. ναυμαχία 2: αγγλ. Battleship]
33513ναυπηγείο[ναυπηγεῖο] ναυ-πη-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. χώρος, μονάδα κατασκευής και επισκευής ή μετασκευής πλοίων ή άλλων πλωτών μέσων· ναυπηγικές εγκαταστάσεις. Πβ. ναύσταθμος. Βλ. δεξαμενή, διαλυτήριο, καραβομαραγκός. ΣΥΝ. καρνάγιο, νεώριο, ταρσανάς [< μτγν. ναυπηγεῖον]
33514ναυπήγημαναυ-πή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ναυπηγήμ-ατος | -ατα} 1. ΝΑΥΤ. σκάφος ή πλωτή κατασκευή. 2. (σπάν.-λόγ.) ναυπήγηση. [< 1: μεσν. ναυπήγημα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.