Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34180-34200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33512ναυμαχίαναυ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) πολεμική αναμέτρηση μεταξύ αντίπαλων στόλων (ή πλοίων): (ΙΣΤ.) η ~ της Σαλαμίνας. Βλ. αερο~, -μαχία. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) επιτραπέζιο παιχνίδι. [< 1: αρχ. ναυμαχία 2: αγγλ. Battleship]
33513ναυπηγείο[ναυπηγεῖο] ναυ-πη-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. χώρος, μονάδα κατασκευής και επισκευής ή μετασκευής πλοίων ή άλλων πλωτών μέσων· ναυπηγικές εγκαταστάσεις. Πβ. ναύσταθμος. Βλ. δεξαμενή, διαλυτήριο, καραβομαραγκός. ΣΥΝ. καρνάγιο, νεώριο, ταρσανάς [< μτγν. ναυπηγεῖον]
33514ναυπήγημαναυ-πή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ναυπηγήμ-ατος | -ατα} 1. ΝΑΥΤ. σκάφος ή πλωτή κατασκευή. 2. (σπάν.-λόγ.) ναυπήγηση. [< 1: μεσν. ναυπήγημα]
33515ναυπήγησηναυ-πή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.-λογιότ.) ναυπηγία: ΝΑΥΤ. κατασκευή πλοίου ή άλλου πλωτού μέσου σε ειδικές εγκαταστάσεις (ναυπηγείο): εργασίες/έτος/τόπος ~ης. Πβ. σκάρωμα. Βλ. δεξαμενισμός, καθέλκυση, νηογνώμονας. ΣΥΝ. ναυπήγημα (2) [< μτγν. ναυπήγησις]
33516ναυπηγικός, ή, ό ναυ-πη-γι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη ναυπήγηση: ~ός: κλάδος/όμιλος/τομέας. ~ή: βιομηχανία/δραστηριότητα/εταιρεία/μελέτη/τέχνη/τεχνολογία. ~ές: εγκαταστάσεις (βλ. ναυπηγείο)/επιχειρήσεις/εργασίες/μονάδες. ● Ουσ.: ναυπηγική (η) (κ. με κεφαλ. Ν): η επιστήμη και τεχνική του σχεδιασμού και της κατασκευής πλοίων και άλλων πλωτών μέσων. Βλ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυπηγική κλίνη: ΝΑΥΤ. κεκλιμένη βάση για τη ναυπήγηση ή επισκευή πλοίων: ~ ~ με γερανογέφυρα. ~ές ~ες ή μόνιμες/πλωτές δεξαμενές. ΣΥΝ. εσχάρα (2) [< μτγν. ναυπηγικός]
33517ναυπηγοεπισκευαστικός, ή, ό ναυ-πη-γο-ε-πι-σκευ-α-στι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη ναυπήγηση και επισκευή ή μετασκευή σκαφών: ~ή: βάση (βλ. ναυπηγείο)/βιομηχανία/ζώνη. ~ές: επιχειρήσεις/εργασίες/μονάδες.
33518ναυπηγόςναυ-πη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανολόγος μηχανικός ή τεχνολόγος που ασχολείται με τη μελέτη και σχεδίαση σκαφών και πλωτών κατασκευών, καθώς και με την επισκευή ή μετασκευή παλαιών πλοίων. Βλ. αερο~. [< αρχ. ναυπηγός]
33519ναυπηγώ[ναυπηγῶ] ναυ-πη-γώ ρ. (μτβ.) {ναυπηγ-εί, -ώντας | ναυπήγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): κατασκευάζεται για λογαριασμό μου σκάφος ή άλλο πλωτό μέσο: Δύο νέα τάνκερ ~εί ο ... (: για εφοπλιστή)/η ... (: για πλοιοκτήτρια εταιρεία). Το πλοίο/υποβρύχιο ~ήθηκε το έτος ... στην ... ~ούμενο: επιβατηγό-οχηματαγωγό. [< αρχ. ναυπηγῶ]
33520ναυπλιακός, ή, ό ναυ-πλι-α-κός επίθ. & (προφ.) ναυπλιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με το Ναύπλιο ή/και τους Ναυπλιώτες. [< μεσν. ναυπλιώτικος]
33521ναύπλιοςναύ-πλι-ος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. το πρώτο προνυμφικό στάδιο των περισσότερων καρκινοειδών, με κύρια χαρακτηριστικά τρεις αποφύσεις και ένα ενδιάμεσο μάτι. Βλ. προνύμφη. [< μτγν. ναύπλιος 'είδος οστρακόδερμου', γαλλ.-αγγλ. nauplius]
33522ναυσιπλοΐαναυ-σι-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) ΝΑΥΤ. 1. μετακίνηση πλοίων στη θάλασσα και μεταφορά επιβατών και προϊόντων με αυτά: ασφαλής/δορυφορική (βλ. τζι πι ες)/ελεύθερη/εμπορική/εσωτερική/θαλάσσια (= θαλασσοπλοΐα)/παράκτια (= ακτοπλοΐα)/ποτάμια (= ποταμοπλοΐα) ~. Κώδικας/όργανα (: πυξίδα, εξάντας, κιάλια, βυθόμετρο)/φανοί/φώτα/χάρτες ~ας. Διεύθυνση Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας (ακρ. ΔΑΝ). Πβ. πλοηγία. Βλ. αερο~, -πλοΐα. ΣΥΝ. ναυτιλία (2) 2. η επιστήμη και τεχνική της διακυβέρνησης πλωτού σκάφους. Πβ. πλοήγηση. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation]
33523ναύσταθμοςναύ-σταθ-μος ουσ. (αρσ.) {ναυστάθμου}: ΝΑΥΤ. λιμάνι ή όρμος για τον ελλιμενισμό και τη συντήρηση, επισκευή και ανεφοδιασμό των πολεμικών πλοίων· ναυτική βάση: ο ~ της Σαλαμίνας/Σούδας. Πβ. ναυπηγείο. Βλ. νεώσοικος. [< μτγν. ναύσταθμος]
33524ναυταθλητικός, ή, ό ναυ-τα-θλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναυταθλητισμό: ~ός: όμιλος. ~ή: ένωση/μαρίνα. ~ό: κέντρο. ~ές: δραστηριότητες/εγκαταστάσεις.
33525ναυταθλητισμόςναυ-τα-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητισμός στο υγρό στοιχείο: αγώνες μηχανοκίνητου ~ού. Βλ. ιστιοπλοΐα.
33526ναυταπάτηναυ-τα-πά-τη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δόλια πρόκληση βλάβης σε πλοίο ή στο φορτίο του ή έκδοση πλαστών εγγράφων ή παραποίησή τους, με στόχο τη ζημία ή την εξαπάτηση του πλοιοκτήτη, του ναυλωτή ή του ασφαλιστή του πλοίου. [< γαλλ. baraterie]
33527ναυτεργασίαναυ-τερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. εργασία σε πλοίο· συνεκδ. το σύνολο των ναυτεργατών. || Διάλογος μεταξύ ~ας και εργοδοσίας/πλοιοκτησίας.
33528ναυτεργάτηςναυ-τερ-γά-της ουσ. (αρσ.): εργάτης σε πλοίο. Βλ. λιμενεργάτης.
33529ναυτεργατικός, ή, ό ναυ-τερ-γα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ναυτεργάτες: ~ή: ένωση. ~ό: ατύχημα/Δίκαιο/κίνημα. ~ά: συνδικάτα/σωματεία.
33530ναύτηςναύ-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου | -ών} ΝΑΥΤ. 1. έφεδρος του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. αερο~, αστρο~, κοσμο~, κυβερνο~, πεζο~, ρομπο~, δίοπος, οπλίτης. 2. μέλος του πληρώματος πλοίου (του Εμπορικού Ναυτικού), το οποίο δεν φέρει κάποιο βαθμό: ~ καταστρώματος (βλ. οπτήρας). Πβ. ναυτικός. Βλ. ναυτόπαις. ● Υποκ.: ναυτάκι (το) 1. μικρός ναύτης. 2. παιδί ντυμένο με ναυτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: Οίκος Ναύτου: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που αναλαμβάνει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την επιδότηση των άνεργων ναυτικών και των οικογενειών τους: οι ασφαλισμένοι του ~ου ~. Βλ. ΝΑΤ. [< γαλλ. Maison du marin] , αφανής ναύτης βλ. αφανής [< αρχ. ναύτης]
33531ναυτίαναυ-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. δυσάρεστο αίσθημα το οποίο χαρακτηρίζεται από τάση για εμετό, δυσφορία και ζαλάδα: μετεγχειρητική ~. Η πρωινή ~ (της κύησης). Η ~ των ταξιδιωτών. ~ από τις συνεχείς στροφές (στον δρόμο). Το κούνημα του πλοίου μου προκαλεί/μου φέρνει (μια ελαφρά) ~. Πβ. αναγούλα, ανακάτεμα. Βλ. αερο~, δραμαμίνη, ίλιγγος. 2. (μτφ.) αποστροφή, απέχθεια, αηδία: 'Οποτε τον βλέπω, με πιάνει/παθαίνω ~! [< αρχ. ναυτία, γαλλ. nausée, αγγλ. nausea]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.