| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33515 | ναυπήγηση | ναυ-πή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.-λογιότ.) ναυπηγία: ΝΑΥΤ. κατασκευή πλοίου ή άλλου πλωτού μέσου σε ειδικές εγκαταστάσεις (ναυπηγείο): εργασίες/έτος/τόπος ~ης. Πβ. σκάρωμα. Βλ. δεξαμενισμός, καθέλκυση, νηογνώμονας. ΣΥΝ. ναυπήγημα (2) [< μτγν. ναυπήγησις] | |
| 33516 | ναυπηγικός | , ή, ό ναυ-πη-γι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη ναυπήγηση: ~ός: κλάδος/όμιλος/τομέας. ~ή: βιομηχανία/δραστηριότητα/εταιρεία/μελέτη/τέχνη/τεχνολογία. ~ές: εγκαταστάσεις (βλ. ναυπηγείο)/επιχειρήσεις/εργασίες/μονάδες. ● Ουσ.: ναυπηγική (η) (κ. με κεφαλ. Ν): η επιστήμη και τεχνική του σχεδιασμού και της κατασκευής πλοίων και άλλων πλωτών μέσων. Βλ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυπηγική κλίνη: ΝΑΥΤ. κεκλιμένη βάση για τη ναυπήγηση ή επισκευή πλοίων: ~ ~ με γερανογέφυρα. ~ές ~ες ή μόνιμες/πλωτές δεξαμενές. ΣΥΝ. εσχάρα (2) [< μτγν. ναυπηγικός] | |
| 33517 | ναυπηγοεπισκευαστικός | , ή, ό ναυ-πη-γο-ε-πι-σκευ-α-στι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη ναυπήγηση και επισκευή ή μετασκευή σκαφών: ~ή: βάση (βλ. ναυπηγείο)/βιομηχανία/ζώνη. ~ές: επιχειρήσεις/εργασίες/μονάδες. | |
| 33518 | ναυπηγός | ναυ-πη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανολόγος μηχανικός ή τεχνολόγος που ασχολείται με τη μελέτη και σχεδίαση σκαφών και πλωτών κατασκευών, καθώς και με την επισκευή ή μετασκευή παλαιών πλοίων. Βλ. αερο~. [< αρχ. ναυπηγός] | |
| 33519 | ναυπηγώ | [ναυπηγῶ] ναυ-πη-γώ ρ. (μτβ.) {ναυπηγ-εί, -ώντας | ναυπήγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): κατασκευάζεται για λογαριασμό μου σκάφος ή άλλο πλωτό μέσο: Δύο νέα τάνκερ ~εί ο ... (: για εφοπλιστή)/η ... (: για πλοιοκτήτρια εταιρεία). Το πλοίο/υποβρύχιο ~ήθηκε το έτος ... στην ... ~ούμενο: επιβατηγό-οχηματαγωγό. [< αρχ. ναυπηγῶ] | |
| 33520 | ναυπλιακός | , ή, ό ναυ-πλι-α-κός επίθ. & (προφ.) ναυπλιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με το Ναύπλιο ή/και τους Ναυπλιώτες. [< μεσν. ναυπλιώτικος] | |
| 33521 | ναύπλιος | ναύ-πλι-ος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. το πρώτο προνυμφικό στάδιο των περισσότερων καρκινοειδών, με κύρια χαρακτηριστικά τρεις αποφύσεις και ένα ενδιάμεσο μάτι. Βλ. προνύμφη. [< μτγν. ναύπλιος 'είδος οστρακόδερμου', γαλλ.-αγγλ. nauplius] | |
| 33522 | ναυσιπλοΐα | ναυ-σι-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) ΝΑΥΤ. 1. μετακίνηση πλοίων στη θάλασσα και μεταφορά επιβατών και προϊόντων με αυτά: ασφαλής/δορυφορική (βλ. τζι πι ες)/ελεύθερη/εμπορική/εσωτερική/θαλάσσια (= θαλασσοπλοΐα)/παράκτια (= ακτοπλοΐα)/ποτάμια (= ποταμοπλοΐα) ~. Κώδικας/όργανα (: πυξίδα, εξάντας, κιάλια, βυθόμετρο)/φανοί/φώτα/χάρτες ~ας. Διεύθυνση Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας (ακρ. ΔΑΝ). Πβ. πλοηγία. Βλ. αερο~, -πλοΐα. ΣΥΝ. ναυτιλία (2) 2. η επιστήμη και τεχνική της διακυβέρνησης πλωτού σκάφους. Πβ. πλοήγηση. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation] | |
| 33523 | ναύσταθμος | ναύ-σταθ-μος ουσ. (αρσ.) {ναυστάθμου}: ΝΑΥΤ. λιμάνι ή όρμος για τον ελλιμενισμό και τη συντήρηση, επισκευή και ανεφοδιασμό των πολεμικών πλοίων· ναυτική βάση: ο ~ της Σαλαμίνας/Σούδας. Πβ. ναυπηγείο. Βλ. νεώσοικος. [< μτγν. ναύσταθμος] | |
| 33524 | ναυταθλητικός | , ή, ό ναυ-τα-θλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ναυταθλητισμό: ~ός: όμιλος. ~ή: ένωση/μαρίνα. ~ό: κέντρο. ~ές: δραστηριότητες/εγκαταστάσεις. | |
| 33525 | ναυταθλητισμός | ναυ-τα-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητισμός στο υγρό στοιχείο: αγώνες μηχανοκίνητου ~ού. Βλ. ιστιοπλοΐα. | |
| 33526 | ναυταπάτη | ναυ-τα-πά-τη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δόλια πρόκληση βλάβης σε πλοίο ή στο φορτίο του ή έκδοση πλαστών εγγράφων ή παραποίησή τους, με στόχο τη ζημία ή την εξαπάτηση του πλοιοκτήτη, του ναυλωτή ή του ασφαλιστή του πλοίου. [< γαλλ. baraterie] | |
| 33527 | ναυτεργασία | ναυ-τερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. εργασία σε πλοίο· συνεκδ. το σύνολο των ναυτεργατών. || Διάλογος μεταξύ ~ας και εργοδοσίας/πλοιοκτησίας. | |
| 33528 | ναυτεργάτης | ναυ-τερ-γά-της ουσ. (αρσ.): εργάτης σε πλοίο. Βλ. λιμενεργάτης. | |
| 33529 | ναυτεργατικός | , ή, ό ναυ-τερ-γα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ναυτεργάτες: ~ή: ένωση. ~ό: ατύχημα/Δίκαιο/κίνημα. ~ά: συνδικάτα/σωματεία. | |
| 33530 | ναύτης | ναύ-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου | -ών} ΝΑΥΤ. 1. έφεδρος του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. αερο~, αστρο~, κοσμο~, κυβερνο~, πεζο~, ρομπο~, δίοπος, οπλίτης. 2. μέλος του πληρώματος πλοίου (του Εμπορικού Ναυτικού), το οποίο δεν φέρει κάποιο βαθμό: ~ καταστρώματος (βλ. οπτήρας). Πβ. ναυτικός. Βλ. ναυτόπαις. ● Υποκ.: ναυτάκι (το) 1. μικρός ναύτης. 2. παιδί ντυμένο με ναυτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: Οίκος Ναύτου: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που αναλαμβάνει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την επιδότηση των άνεργων ναυτικών και των οικογενειών τους: οι ασφαλισμένοι του ~ου ~. Βλ. ΝΑΤ. [< γαλλ. Maison du marin] , αφανής ναύτης βλ. αφανής [< αρχ. ναύτης] | |
| 33531 | ναυτία | ναυ-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. δυσάρεστο αίσθημα το οποίο χαρακτηρίζεται από τάση για εμετό, δυσφορία και ζαλάδα: μετεγχειρητική ~. Η πρωινή ~ (της κύησης). Η ~ των ταξιδιωτών. ~ από τις συνεχείς στροφές (στον δρόμο). Το κούνημα του πλοίου μου προκαλεί/μου φέρνει (μια ελαφρά) ~. Πβ. αναγούλα, ανακάτεμα. Βλ. αερο~, δραμαμίνη, ίλιγγος. 2. (μτφ.) αποστροφή, απέχθεια, αηδία: 'Οποτε τον βλέπω, με πιάνει/παθαίνω ~! [< αρχ. ναυτία, γαλλ. nausée, αγγλ. nausea] | |
| 33532 | ναυτικό | ναυ-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ο στόλος μιας χώρας: το Ελληνικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Εμπορικό Ναυτικό (ΕΝ): εμπορική ναυτιλία: Ακαδημία (ακρ. ΑΕΝ)/Σχολές (του) ~ού ~ού. Αξιωματικός/Μηχανικός/Πλοίαρχος (του) ~ού ~ού., Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) & (προφ.) Ναυτικό: το σύνολο των ναυτικών και αεροναυτικών στρατιωτικών δυνάμεων μιας χώρας· ειδικότ. ο συγκεκριμένος κλάδος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων: αξιωματικοί (: ναύαρχος, αντι-, υπο-ναύαρχος, αρχιπλοίαρχος, πλοίαρχος, αντιπλοίαρχος, πλωτάρχης, υποπλοίαρχος, ανθυποπλοίαρχος, σημαιοφόρος, ανθυπασπιστής)/υπαξιωματικοί (: αρχι-, επι-κελευστής, κελευστής, δίοπος) του ~ού ~ού. Πλοία του ~ού ~ού (βλ. αεροπλανοφόρο, αποβατικό, αρματ-, οχηματ-αγωγό, κορβέτα, φρεγάτα).|| Κατατάχτηκε/υπηρέτησε (τη θητεία του) στο ~ ~. Βλ. πεζικό. [< αρχ. ναυτικόν] | |
| 33533 | ναυτικός | ναυ-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΑΥΤ. πρόσωπο που εργάζεται σε πλοίο ως αξιωματικός ή ως μέλος πληρώματος. Πβ. θαλασσινός, ναυτεργάτης, ναύτης. ΣΥΝ. ναυτιλλόμενος [< αρχ. ναυτικός] | |
| 33534 | ναυτικός | , ή, ό ναυ-τι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που αναφέρεται στα πλοία, τη ναυτιλία ή τους ναύτες: ~ός: αποκλεισμός. ~ές: ασκήσεις/επιχειρήσεις. ΣΥΝ. θαλάσσιος.|| ~ός: εξοπλισμός/χάρτης (βλ. πορτολάνο). ~ή: ασφάλεια/(ΣΤΡΑΤ.) βάση/εκπαίδευση/εργασία (= ναυτεργασία)/πυξίδα/τεχνολογία/τραγωδία (βλ. ναυάγιο). ~ό: σχοινί (= παλαμάρι). ~οί: κόμποι (βλ. καντηλίτσα, σταυρόκομπος). ~ά: ατυχήματα/είδη/όργανα (βλ. αστρολάβος, εξάντας, μπούσουλας, σκαντάγιο).|| ~ή: δύναμη (: για χώρα)/εταιρεία/οικογένεια (= εφοπλιστική). ~ά: επαγγέλματα. ΣΥΝ. ναυτιλιακός.|| Ναυτική Γεωγραφία/Μετεωρολογία. Ναυτικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ακρ. ΝΕΕ)/Λύκειο (: ΤΕΕ ~ής κατεύθυνσης)/Μουσείο. Ναυτικές Σχολές. Βλ. ΑΝΥΕ, ΝΔΒΑ, ΝΔΝΑ, ΠΝΟ.|| ~ή: ζωή/ιστορία/τέχνη (βλ. ναυτοσύνη). ~ά: νησιά (: με ~ή παράδοση). ΣΥΝ. θαλασσινός.|| ~ή: στολή. ~ό: επάγγελμα/καπέλο. Ναυτικό Νοσοκομείο.|| (ΝΟΜ.) ~ή: πίστη/υποθήκη. ~ό: δάνειο (= θαλασσοδάνειο). Βλ. αερο~, αργο~, αστρο~, εμπορο~. ● Ουσ.: ναυτικά (τα) 1. στολή ναύτη. 2. ναυτικά θέματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικά αθλήματα/αγωνίσματα: που αφορούν δραστηριότητα στη θάλασσα. Βλ. ιστιοπλοΐα, κατάδυση, κολύμβηση, κωπηλασία, υδατοσφαίριση., Ναυτική Εβδομάδα: εβδομάδα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με εορταστικές εκδηλώσεις, αφιερωμένη στο Πολεμικό Ναυτικό., ναυτικό κλειδί: ΤΕΧΝΟΛ. αγκύλιο., ναυτικό μίλι: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης θαλάσσιων αποστάσεων, ίση με 1.852 μέτρα. Βλ. κόμβος., αστρονομική ναυτιλία βλ. ναυτιλία, ναυτικό φυλλάδιο βλ. φυλλάδιο, Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο βλ. δίκαιο, ναυτικός δόκιμος βλ. δόκιμος, ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας βλ. πράκτορας [< αρχ. ναυτικός, γαλλ. nautique, αγγλ. nautical] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ