| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33532 | ναυτικό | ναυ-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ο στόλος μιας χώρας: το Ελληνικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Εμπορικό Ναυτικό (ΕΝ): εμπορική ναυτιλία: Ακαδημία (ακρ. ΑΕΝ)/Σχολές (του) ~ού ~ού. Αξιωματικός/Μηχανικός/Πλοίαρχος (του) ~ού ~ού., Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) & (προφ.) Ναυτικό: το σύνολο των ναυτικών και αεροναυτικών στρατιωτικών δυνάμεων μιας χώρας· ειδικότ. ο συγκεκριμένος κλάδος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων: αξιωματικοί (: ναύαρχος, αντι-, υπο-ναύαρχος, αρχιπλοίαρχος, πλοίαρχος, αντιπλοίαρχος, πλωτάρχης, υποπλοίαρχος, ανθυποπλοίαρχος, σημαιοφόρος, ανθυπασπιστής)/υπαξιωματικοί (: αρχι-, επι-κελευστής, κελευστής, δίοπος) του ~ού ~ού. Πλοία του ~ού ~ού (βλ. αεροπλανοφόρο, αποβατικό, αρματ-, οχηματ-αγωγό, κορβέτα, φρεγάτα).|| Κατατάχτηκε/υπηρέτησε (τη θητεία του) στο ~ ~. Βλ. πεζικό. [< αρχ. ναυτικόν] | |
| 33533 | ναυτικός | ναυ-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΑΥΤ. πρόσωπο που εργάζεται σε πλοίο ως αξιωματικός ή ως μέλος πληρώματος. Πβ. θαλασσινός, ναυτεργάτης, ναύτης. ΣΥΝ. ναυτιλλόμενος [< αρχ. ναυτικός] | |
| 33534 | ναυτικός | , ή, ό ναυ-τι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που αναφέρεται στα πλοία, τη ναυτιλία ή τους ναύτες: ~ός: αποκλεισμός. ~ές: ασκήσεις/επιχειρήσεις. ΣΥΝ. θαλάσσιος.|| ~ός: εξοπλισμός/χάρτης (βλ. πορτολάνο). ~ή: ασφάλεια/(ΣΤΡΑΤ.) βάση/εκπαίδευση/εργασία (= ναυτεργασία)/πυξίδα/τεχνολογία/τραγωδία (βλ. ναυάγιο). ~ό: σχοινί (= παλαμάρι). ~οί: κόμποι (βλ. καντηλίτσα, σταυρόκομπος). ~ά: ατυχήματα/είδη/όργανα (βλ. αστρολάβος, εξάντας, μπούσουλας, σκαντάγιο).|| ~ή: δύναμη (: για χώρα)/εταιρεία/οικογένεια (= εφοπλιστική). ~ά: επαγγέλματα. ΣΥΝ. ναυτιλιακός.|| Ναυτική Γεωγραφία/Μετεωρολογία. Ναυτικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ακρ. ΝΕΕ)/Λύκειο (: ΤΕΕ ~ής κατεύθυνσης)/Μουσείο. Ναυτικές Σχολές. Βλ. ΑΝΥΕ, ΝΔΒΑ, ΝΔΝΑ, ΠΝΟ.|| ~ή: ζωή/ιστορία/τέχνη (βλ. ναυτοσύνη). ~ά: νησιά (: με ~ή παράδοση). ΣΥΝ. θαλασσινός.|| ~ή: στολή. ~ό: επάγγελμα/καπέλο. Ναυτικό Νοσοκομείο.|| (ΝΟΜ.) ~ή: πίστη/υποθήκη. ~ό: δάνειο (= θαλασσοδάνειο). Βλ. αερο~, αργο~, αστρο~, εμπορο~. ● Ουσ.: ναυτικά (τα) 1. στολή ναύτη. 2. ναυτικά θέματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικά αθλήματα/αγωνίσματα: που αφορούν δραστηριότητα στη θάλασσα. Βλ. ιστιοπλοΐα, κατάδυση, κολύμβηση, κωπηλασία, υδατοσφαίριση., Ναυτική Εβδομάδα: εβδομάδα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με εορταστικές εκδηλώσεις, αφιερωμένη στο Πολεμικό Ναυτικό., ναυτικό κλειδί: ΤΕΧΝΟΛ. αγκύλιο., ναυτικό μίλι: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης θαλάσσιων αποστάσεων, ίση με 1.852 μέτρα. Βλ. κόμβος., αστρονομική ναυτιλία βλ. ναυτιλία, ναυτικό φυλλάδιο βλ. φυλλάδιο, Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο βλ. δίκαιο, ναυτικός δόκιμος βλ. δόκιμος, ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας βλ. πράκτορας [< αρχ. ναυτικός, γαλλ. nautique, αγγλ. nautical] | |
| 33535 | ναυτιλία | ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.) ΝΑΥΤ. 1. (κ. με κεφαλ. Ν) & εμπορική ναυτιλία: ο εμπορικός στόλος ή το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών ή/και η σχετική οικονομική δραστηριότητα: επιβατηγός/ποντοπόρος/φορτηγός ~. Η ελληνική ~. ~ μικρών αποστάσεων. ~ και τουρισμός. Χημικός ~ας. Πβ. Εμπορικό Ναυτικό. Βλ. εφοπλισμός. 2. ναυσιπλοΐα. Βλ. αερο~, ραδιο~, υδρογραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρονομική ναυτιλία & ναυτική αστρονομία (κυρ. παλαιότ.): μέθοδος ασφαλούς πλεύσης ή προσδιορισμού του στίγματος ενός πλοίου, η οποία βασίζεται στην παρατήρηση των ουράνιων σωμάτων με τη χρήση ναυτικών οργάνων. [< αγγλ. celestial navigation, nautical astronomy, 1922] [< αρχ. ναυτιλία] | |
| 33536 | ναυτιλιακός | , ή, ό ναυ-τι-λι-α-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη ναυτιλία: ~ός: οργανισμός (βλ. ΔΝΟ, νηογνώμονας)/τομέας. ~ή: βιομηχανία/δύναμη (: για χώρα)/Λογιστική/Οικονομική (ή Οικονομία)/πολιτική/συμφωνία. ~ό: γραφείο/εμπόριο/κέντρο (: για λιμάνι)/πρακτορείο/συνάλλαγμα. ~ές: επιχειρήσεις/εταιρείες (: πλοιοκτήτριες· βλ. εφοπλιστικός)/οδηγίες. ~ά: βοηθήματα (: βιβλία, όργανα, χάρτες)/έγγραφα (πλοίου· βλ. ναυτολόγιο)/καύσιμα. Βλ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο βλ. δίκαιο, ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας βλ. πράκτορας | |
| 33537 | ναυτιλλόμενος | ναυ-τιλ-λό-με-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ναυτικός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: οδηγίες προς ναυτιλλομένους 1. (μτφ.) συμβουλές σε όποιον πρόκειται να ξεκινήσει ή να επιχειρήσει κάτι. 2. ΝΑΥΤ. οδηγίες για ασφαλή πλεύση στους αξιωματικούς και το πλήρωμα πλοίου. [< 2: αγγλ. maritime safety information (MSI)] [< αρχ. ναυτιλλόμενος] | |
| 33538 | ναυτίλος1 | ναυ-τί-λος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο με σπειροειδές όστρακο (επιστ. ονομασ. Nautilus pompilius), το οποίο διαιρείται εσωτερικά σε πολλούς θαλάμους· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κομψοτέχνημα: απολίθωμα ~ου. Πβ. αμμωνίτης.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Εγχειρίδια με ~ους. [< αρχ. ναυτίλος, γαλλ. nautile, αγγλ. nautilus] | |
| 33539 | ναυτίλος2 | ναυ-τί-λος ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λογοτ.): ναυτικός. Βλ. ραδιο~. [< αρχ. ναυτίλος] | |
| 33540 | ναυτο- & ναυτό- & ναυτ- | α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στο ναυτικό: ναυτ-εργάτης. 2. ΝΑΥΤ. σε ναύτη ή στέλεχος του Πολεμικού Ναυτικού: ναυτο-δικείο/~λόγηση. 3. στη ναυτιλία: ναυτο-λόγιο. Ναυτ-ασφάλιση. | |
| 33541 | ναυτοδικείο | [ναυτοδικεῖο] ναυ-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΝΟΜ. ποινικό δικαστήριο για τους αξιωματικούς και οπλίτες του Πολεμικού Ναυτικού· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται. Βλ. αερο-, στρατο-δικείο. | |
| 33542 | ναυτολόγηση | ναυ-το-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ναυτολογώ: ~ προσωπικού σε επιβατηγά σκάφη. Σύμβαση ~ης. Βλ. μπάρκο, στρατολόγηση. | |
| 33543 | ναυτολόγιο | ναυ-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ναυτιλιακό έγγραφο (βιβλίο) στο οποίο είναι καταχωρημένο κάθε μέλος του πληρώματος ενός πλοίου. Βλ. νηολόγιο. [< γαλλ. rôle d'équipage] | |
| 33544 | ναυτολογώ | [ναυτολογῶ] ναυ-το-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ναυτολογ-εί, -ώντας | ναυτολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. ΝΑΥΤ. (για πλοιοκτήτη ή πλοιοκτήτρια εταιρεία) προσλαμβάνω ναυτικούς σε πλοίο και τους εγγράφω στο ναυτολόγιο: ~ήθηκε ως πλοίαρχος. 2. (παλαιότ., για το Κράτος) στρατολογώ ναύτες στο Πολεμικό Ναυτικό. Βλ. -λογώ. [< μτγν. ναυτολογῶ, γαλλ. enrôler (des matelots)] | |
| 33545 | ναυτόπαις | ναυ-τό-παις ουσ. (αρσ.) {ναυτόπαιδ-ος | -ες, ναυτοπαίδων} ΝΑΥΤ. 1. & (προφ.) ναυτόπαιδο (το): νεαρός μαθητευόμενος ναύτης. ΣΥΝ. μούτσος 2. (παλαιότ.) μαθητής της Σχολής Υπαξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. [< πβ. αρχ. ναυτοπαίδιον] | |
| 33546 | ναυτόπουλο | ναυ-τό-που-λο ουσ. (ουδ.): ναυτάκι. Βλ. -όπουλο. | |
| 33547 | ναυτοπροσκοπικός | , ή, ό ναυ-το-προ-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ναυτοπροσκόπους: ~οί: (ιστιοπλοϊκοί) αγώνες. ~ά: σκάφη. | |
| 33548 | ναυτοπρόσκοπος | ναυ-το-πρό-σκο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ειδικότητα των προσκόπων, στην οποία τα παιδιά εκπαιδεύονται σε ναυτικά θέματα (ιστιοπλοΐα, κωπηλασία, πρόγνωση καιρού, χρήση χάρτη και πυξίδας, κανόνες ασφαλείας, ναυαγοσωστική) και λαμβάνουν μέρος σε αντίστοιχες δραστηριότητες: Ομάδα/Σύστημα ~όπων. Βλ. αεροπρόσκοπος. | |
| 33549 | ναυτοσύνη | ναυ-το-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ναυτική τέχνη ή το ναυτικό επάγγελμα: η ~ των Eλλήνων. 2. {περιληπτ.} οι ναυτικοί. Βλ. -οσύνη. | |
| 33550 | νάφθα | νά-φθα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. πτητική ουσία, μείγμα υδρογονανθράκων, που παράγεται από το ακάθαρτο πετρέλαιο με τη μέθοδο της κλασματικής απόσταξης και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία πετροχημικών ή για την παραγωγή βενζίνης· γενικότ. ακάθαρτο πετρέλαιο. Βλ. ζιπέλαιο, υγρό πυρ. [< μτγν. νάφθα, γαλλ. naphte, αγγλ. naphtha] | |
| 33551 | ναφθαλίνη | να-φθα-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. λευκή κρυσταλλική οργανική ένωση με έντονη οσμή, η οποία παράγεται από τη λιθανθρακόπισσα και χρησιμοποιείται κυρ. ως σκοροκτόνο: βόλοι ~ης. Έβαλε ~ (: αντισκορικό) στα μάλλινα. Έβγαλε τα χειμωνιάτικα απ' τη ~. Βλ. καμφορά, -ίνη. 2. (μτφ.) για κάτι που τίθεται στο περιθώριο, που παύει να χρησιμοποιείται: Σχέδια που έμειναν/μπήκαν στη ~ (= στο ντουλάπι). Ανέσυραν το νομοσχέδιο απ' τη ~ (: το επανέφεραν στο προσκήνιο). 3. (μτφ.) για οτιδήποτε ξεπερασμένο, απαρχαιωμένο, αναχρονιστικό: Οι απόψεις του αποπνέουν/μυρίζουν ~. [< γαλλ. naphtaline, αγγλ. naphthalene] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ