| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33552 | ναφθαλίνιο | να-φθα-λί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ναφθαλινί-ου}: ΧΗΜ. αρωματικός υδρογονάνθρακας, λευκό κρυσταλλικό σώμα (σύμβ. C10H8), που αποτελεί κύριο συστατικό της ναφθαλίνης: παράγωγα του ~ου (βλ. φθαλικό οξύ). [< γαλλ. naphtalène] | |
| 33499 | ναΰδριο | βλ. ναός | |
| 33553 | ΝΔ | 1. νοτιοδυτικός. 2. Νομοθετικό Διάταγμα. | |
| 33554 | ΝΔΒΑ | (η): Ναυτική Διοίκηση Βορείου Αιγαίου. | |
| 33555 | ΝΔΝΑ | (η): Ναυτική Διοίκηση Νοτίου Αιγαίου. | |
| 33556 | ΝΕ | 1. (η) Νομισματική Επιτροπή. 2. (η/τα) Νέα Ελληνική, Νέα Ελληνικά. Βλ. ΑΕ. | |
| 33557 | νέα | νέ-α ουσ. (ουδ.) (τα) 1. {σπάν. στον εν. νέο} πρόσφατες εξελίξεις ή γεγονότα: Τα ~ διαδόθηκαν/κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα. Πες μου τα ~ σου! Τι (άλλα) ~; Δεν έχω ~ της εδώ και καιρό (= δεν έχω επικοινωνήσει μαζί της). Δυσάρεστα/ευχάριστα τα ~ για ...|| Το ~ο της ημέρας. Βλ. νεότερο. 2. (ειδικότ., στα ΜΜΕ) ειδήσεις: αθλητικά/καλλιτεχνικά/μουσικά/ναυτιλιακά/οικονομικά/πολιτικά/πολιτιστικά ~. Τα τελευταία ~. ~ απ' όλον τον κόσμο. Ακούω τα ~ στο ραδιόφωνο/βλέπω τα ~ στην τηλεόραση. Διαβάζω τα ~ στο διαδίκτυο/στην εφημερίδα. Πβ. επίκαιρα (τα). [< γαλλ. nouvelles] | |
| 33558 | νεάζω & νεανίζω | νε-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ’ πρόσ.} (λόγ.) 1. (ειρων., για πρόσ. μεγάλης ηλικίας) παριστάνω τον νέο. 2. μικροδείχνω. [< αρχ. νεάζω ‘είμαι νεότερος’, μτγν. νεανίζω] | |
| 33559 | νεανίας | νε-α-νί-ας ουσ. (αρσ.) , νεάνιδα (η) (λόγ.): νέος, νεαρός: (ειρων.) ερωτοχτυπημένος ~. ● Νεάνιδες (οι) {-ίδων (σπάν.) -ων}: ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης έφηβων αθλητριών: Κορασίδες, ~, Γυναίκες. Εθνική ~ίδων. Βλ. Έφηβοι, Νέοι. [< αρχ. νεανίας, νεᾶνις] | |
| 33561 | νεανικότητα | νε-α-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του νεανικού: (για γυναίκα:) Διατηρεί τη ~ά της (: ζωντάνια, σφριγηλότητα, φρεσκάδα). Βλ. -ότητα. [< μτγν. νεανικότης, γαλλ. juvénilité] | |
| 33562 | Νεάντερταλ | Νε-ά-ντερ-ταλ ουσ. (αρσ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος του Νεάντερταλ (homo neanderthalensis) βλ. άνθρωπος [< γερμ. Neandertal] | |
| 33563 | νεαρόκοσμος | νε-α-ρό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) {περιληπτ.} (προφ.): σύνολο ή πλήθος νέων: Μαγαζί όπου συχνάζει ~. Πβ. νεολαία. Βλ. -κοσμος. | |
| 33564 | νεαρός | , ή, ό νε-α-ρός επίθ. {λόγ. θηλ. -ά} 1. νέος, μικρής ηλικίας: ~ός: ηθοποιός (βλ. ζεν πρεμιέ). ~ή: μητέρα. ~ό: άτομο/ζευγάρι. Πβ. νεόκοπος. ΑΝΤ. ηλικιωμένος.|| ~ά: ζώα (ΑΝΤ. γερασμένα, γέρικα).|| ~ή: βλάστηση. ~ά: δέντρα/φύλλα/φυτά.|| ~ά: κύτταρα.|| ~ά: άστρα. 2. (μτφ.) νεοσύστατος: ~ό: κόμμα/κράτος. ● Ουσ.: νεαρός, νεαρή (ο/η): ενν. άνδρας, γυναίκα: (προφ.) Τι θες να πεις, ~έ μου; ΣΥΝ. νέος (1) ● Υποκ.: νεαρούλης, νεαρούλα (ο/η) ● ΣΥΜΠΛ.: το νεαρό της ηλικίας (λόγ.) & (λογιότ.) το νεαρόν της ηλικίας: η νεαρή ηλικία: Παρά ~ ~ του, είναι πολύ ώριμος., νέο κρασί βλ. νέος [< αρχ. νεαρός, γαλλ. jeune] | |
| 33565 | νεγκλιζέ | νε-γκλι-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. (ως ουσ.) γυναίκειο ένδυμα, κυρ. νυχτικό ή ρόμπα, από απαλό, συνήθ. στιλπνό και διάφανο ύφασμα: ~ από δαντέλα/σατέν. Βλ. κομπινεζόν, μπέιμπι ντολ. 2. (σπάν. ως επίθ.) πρόχειρος, ατημέλητος ή/και αποκαλυπτικός: ~ εμφάνιση. [< γαλλ. négligé] | |
| 33566 | νεγκόσκα | νε-γκό-σκα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ερυθρή ποικιλία αμπέλου (μακεδονική) με μέτρια οξύτητα και μαλακή γεύση· συνεκδ. το κρασί που παράγεται από αυτή. Βλ. ξινόμαυρο, ΟΠΑΠ. | |
| 33567 | νέγρικος | , η, ο νέ-γρι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους νέγρους: ~α: θρησκευτικά τραγούδια (βλ. γκόσπελ, σπιρίτσουαλ). Πβ. αράπικος. Βλ. αφρικανικός. | |
| 33568 | νεγροειδής | , ής, ές νε-γρο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει, έχει κοινά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά με τους νέγρους. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. négroide] | |
| 33569 | νέγρος | νέ-γρος ουσ. (αρσ.) , νέγρα (η) (κυρ. παλαιότ.): πρόσωπο που ανήκει στη μαύρη φυλή, ιδ. με αναφορά στους μαύρους της Αμερικής. Πβ. αράπης, Αφρικ-, Αφροαμερικ-ανός. Βλ. ιθαγενής, μιγάς. ● Υποκ.: νεγράκι (το) [< ιταλ. negro] | |
| 33570 | ΝΕΕ | : (το) Ναυτικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. | |
| 33571 | νέηλυς | νέ-η-λυς επίθ. {αρσ. κ. θηλ. | πληθ. νεήλυδες} (αρχαιοπρ.-συνήθ. ειρων.): νεοφερμένος. Βλ. έπηλυς. [< αρχ. νέηλυς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ