Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34240-34260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33572νέινέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νάι: ΜΟΥΣ. αυλός από καλάμι, ο οποίος παίζεται πλάγια, παράγοντας πλούσιο ήχο· ιδιαίτερα διαδεδομένο πνευστό όργανο στην τουρκική, περσική και αραβική μουσική. [< τουρκ. ney]
33573νέκρανέ-κρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. απουσία ζωής, έλλειψη κινητικότητας: Επικρατεί (απόλυτη) ~ στην αγορά (: πτώση της αγοραστικής κίνησης)/στους δρόμους (: δεν κυκλοφορεί ψυχή). Πβ. αδράνεια, ακινησία, απραξία, στασιμότητα. 2. (μτφ.) απόλυτη ησυχία ή σιωπή: Έπεσε ~ (= νεκρική σιγή).
33574νεκρανασταίνωνε-κρα-να-σταί-νω ρ. (μτβ.) {νεκρανάστ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, νεκρανασταίν-οντας} 1. (μτφ.) επαναφέρω σε χρήση ή στο προσκήνιο, ξαναζωντανεύω: Γεγονότα που ~ουν εφιάλτες προηγούμενων δεκαετιών. ~ησε την επιχείρηση. ~ήθηκαν παλιές θεωρίες/μέθοδοι. Πβ. αναβιώνω, βρικολακιάζω. 2. (ΕΚΚΛΗΣ.) ανασταίνω· σώζω ετοιμοθάνατο. [< μεσν. νεκρανασταίνω]
33575νεκρανάστασηνε-κρα-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανάκαμψη, επαναφορά: ~ της επιχείρησης/μιας ιδέας. Πβ. αναβίωση, αναγέννηση. ΣΥΝ. ξαναζωντάνεμα 2. ΕΚΚΛΗΣ. ανάσταση νεκρού: η ~ του Λαζάρου. [< μεσν. νεκρανάστασις]
33576νεκρικός, ή, ό νε-κρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νεκρό ή τους νεκρούς: ~ή: κλίνη (ή ~ό κρεβάτι)/πομπή/τελετή (= νεκρώσιμη).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: προσωπίδα. ~ό: στεφάνι. Οι ~οί θάλαμοι των κατακομβών/πυραμίδων. Τα ~ά πορτρέτα Φαγιούμ. Βλ. εντάφιος, ταφικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ακαμψία (: που επέρχεται στο σώμα μετά τον θάνατο).|| (μτφ.) ~ή: ακινησία. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρική σιγή/σιωπή: απόλυτη, άκρα ησυχία: Επικρατούσε ~ ~. Πβ. νέκρα. [< γαλλ. silence de mort] [< μτγν. νεκρικός, γαλλ. mortuaire]
33577νεκρο- & νεκρό- & νεκρ-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε 1. νεκρό ή νεκρούς: νεκρο-κεφαλή. Νεκρό-πολη.|| Νεκρο-μαντεία (= νεκυομαντεία).|| Νεκρο-λογία/~ταφείο. Νεκρ-οψία. 2. νέκρωση: νεκρο-φάνεια.|| Νεκρ-ώνω.
33578νεκρόδειπνονε-κρό-δει-πνο ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) γεύμα μετά από κηδεία ή μνημόσυνο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. επιτύμβιο ή αναθηματικό ανάγλυφο που παρουσιάζει σκηνή συμποσίου με θεούς, ήρωες ή νεκρούς που δειπνούν.
33579νεκροζώντανος, η, ο νε-κρο-ζώ-ντα-νος επίθ.: ζωντανός νεκρός, μισοπεθαμένος· (ως ουσ.) βρικόλακας. Πβ. ζόμπι.
33580νεκροθάλαμοςνε-κρο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): αίθουσα όπου τοποθετείται η σορός του νεκρού πριν από την κηδεία: ~ κοιμητηρίου/νοσοκομείου. Πβ. νεκροτομείο.
33581νεκροθάφτηςνε-κρο-θά-φτης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) νεκροθάπτης 1. υπάλληλος γραφείου κηδειών, νεκροταφείου ή του Δήμου, υπεύθυνος για το σκάψιμο των τάφων και τον ενταφιασμό των νεκρών. Πβ. ενταφιαστής, κοράκι, πεθαμενατζής. 2. (μτφ.) υπαίτιος για την αποδυνάμωση, φθορά ή καταστροφή ενός θεσμού, μιας ιδέας: ~ες της ειρήνης. Βλ. υπονομευτής. [< μτγν. νεκροθάπτης]
33582νεκροκεφαλήνε-κρο-κε-φα-λή ουσ. (θηλ.): κρανίο ανθρώπινου σκελετού, σύμβολο θανάσιμου κινδύνου και παλαιότ. των πειρατών: (σε δηλητήριο, τοξικό σκεύασμα:) ~ με διασταυρούµενα οστά.|| Σημαία με ~ (= πειρατική). [< γαλλ. tête de mort]
33583νεκρολογίανε-κρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): άρθρο σε εφημερίδα ή περιοδικό αφιερωμένο στη ζωή και το έργο συνήθ. σημαντικού προσώπου που πέθανε πρόσφατα: εγκωμιαστική ~. Βλ. επικήδειος, -λογία.νεκρολογίες (οι): στήλη εφημερίδας στην οποία δημοσιεύονται αγγελίες θανάτου. [< μεσν. νεκρολογία 'λόγος για τη θνητότητα του Ιησού', γαλλ. nécrologie, αγγλ. necrology]
33584νεκρολούλουδονε-κρο-λού-λου-δο ουσ. (ουδ.) (κυρ. λογοτ.) 1. ΒΟΤ. κοινή ονομασία του φυτού καλέντουλα η φαρμακευτική. 2. λουλούδι που αποτίθεται σε νεκρό ή σε τάφο.
33585νεκρομαντείανε-κρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-αρχαιοπρ.) νεκυομαντεία: ΑΡΧ. μαντεία που βασιζόταν στην επίκληση των ψυχών των νεκρών, για τη φανέρωση απόκρυφων ή μελλοντικών πραγμάτων. Βλ. πνευματισμός, -μαντεία. [< μτγν. νεκρομαντεία]
33586νεκρομαντείο[νεκρομαντεῖο] νε-κρο-μα-ντεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. μαντείο σε μέρος που θύμιζε είσοδο στον κάτω κόσμο (π.χ. σπηλιά, χαράδρα, ποτάμι), όπου προσέρχονταν οι πιστοί για να συμβουλευτούν τις ψυχές των νεκρών για απόκρυφα πράγματα ή για το μέλλον: το ~ του Αχέροντα. [< μτγν. νεκρομαντεῖον]
33587νεκρομάντηςνε-κρο-μά-ντης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΡΧ. πρόσωπο που ασχολούνταν με τη νεκρομαντεία. Βλ. πνευματιστής. [< μτγν. νεκρομάντις]
33588νεκρόποληνε-κρό-πο-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. τμήμα αρχαίας πόλης ή οικισμού, που χρησίμευε ως νεκροταφείο: η ~ των Αιγών. 2. (μτφ.) κατεστραμμένη, ερειπωμένη ή έρημη πόλη. [< μτγν. Νεκρόπολις (προάστιο της Αλεξάνδρειας), γαλλ. nécropole, αγγλ. necropolis, ιταλ. necropoli]
33589νεκροπομπόςνε-κρο-πο-μπός ουσ. (αρσ.): ΜΥΘ. ψυχοπομπός. [< αρχ. νεκροπομπός]
33590νεκρός, ή/(λόγ.) ά, ό νε-κρός επίθ. 1. που έχει πεθάνει, δεν βρίσκεται πια στη ζωή: ~ από ανακοπή/σφαίρα (: σκοτωμένος)/το ψύχος. Ανασύρθηκε/έπεσε ~. Πβ. πεθαμένος. Βλ. ημιθανής.|| ~ά: ζώα. Ψάρια που ξεβράστηκαν ~ά. Πβ. ψόφιος.|| ~ό: σώμα (= άψυχο· βλ. πτώμα, σορός). ~οί: ιστοί. ~ά: κύτταρα (βλ. πίλινγκ).|| ~ά: δέντρα (: καμένα)/φύλλα (: μαρα-, ξερα-μένα).|| ~ό: αστέρι (βλ. λευκός νάνος, μαύρος νάνος). ΑΝΤ. ζωντανός (1) Βλ. πολύνεκρος. 2. (μτφ.) που έχει πάψει πλέον να υφίσταται, να ισχύει ή να λειτουργεί, που δεν χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και έντονη δραστηριότητα, που παραμένει αναξιοποίητος, αχρησιμοποίητος: ~ές: ελπίδες. ~ά: όνειρα. ΣΥΝ. χαμένος.|| Το τηλέφωνο είναι ~ό.|| ~ή: πόλη (= νεκρόπολη).|| ~ή: περίοδος (τουριστικά). ~ό: κεφάλαιο (: που δεν αποφέρει κέρδη).|| ~ές: ώρες (ΑΝΤ. ώρες αιχμής).|| (ΙΑΤΡ.) Ανατομικός/κυψελιδικός ~ χώρος (του αναπνευστικού συστήματος) (: ο όγκος του αέρα που δεν συμμετέχει στην ανταλλαγή των αερίων). ● Ουσ.: νεκρός, νεκρή (ο/η): οι ~οί του πολέμου. Τρισάγιο στη μνήμη των ~ών. Εκατόμβη ~ών. Ασέβεια/προσφορές (βλ. κτέρισμα)/σεβασμός/ύβρη προς τους ~ούς. Φόρος τιμής στους ~ούς. Δυστύχημα με δεκάδες ~ούς (και τραυματίες). Θάβουν/θρηνούν τους ~ούς τους. Πβ. αποβιώσας, αποθανών, εκλιπών, μακαρίτης, συγχωρεμένος, τεθνεώς.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ανάσταση ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρή γωνία 1. περιοχή που δεν είναι ορατή από τον οδηγό μέσω των καθρεφτών του οχήματος. 2. (γενικότ.) ζώνη μέσα στην οποία είναι αδύνατη η παρατήρηση: ~ ~ ραντάρ., νεκρή ζώνη & (σπάν.) νεκρή περιοχή 1. ΣΤΡΑΤ. ουδέτερη ζώνη. ΣΥΝ. πράσινη ζώνη (2) 2. (μτφ.) στην οποία δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη ζωής. [< 1: αγγλ. dead zone, 1902 2: ~, 1971] , νεκρή ταχύτητα & (προφ.) νεκρά (η): (σε όχημα) θέση του μοχλού ταχυτήτων στην οποία δεν μεταδίδεται κίνηση στον κεντρικό άξονα., νεκρό βάρος 1. ΝΑΥΤ. το βάρος του πλοίου που προκύπτει από το άθροισμα του ωφέλιμου φορτίου και των αναλώσιμων (καύσιμα, λιπαντικά, εφόδια) και αντιστοιχεί στη μεταφορική του ικανότητα. Βλ. απόβαρο. 2. ΟΙΚΟΝ. το κόστος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία δεν επέφερε αντισταθμιστικό κέρδος, δηλ. δεν πέτυχε τον στόχο της. 3. ΟΙΚΟΝ. χρέος που εκδίδεται για κάλυψη τρεχουσών αναγκών και δεν καλύπτεται από κάποιο περιουσιακό στοιχείο του δανειζομένου., νεκρό πλήκτρο: ΠΛΗΡΟΦ. το οποίο δεν εμφανίζει αμέσως στην οθόνη του υπολογιστή κάποιο σημάδι, παρά μόνο αφού πατηθεί μετά από αυτό το επιθυμητό γράμμα (π.χ. το πλήκτρο του τόνου). [< αγγλ. dead key] , νεκρό σημείο 1. (μτφ.) αδιέξοδο, στασιμότητα: Σε ~ ~ βρίσκονται/έχουν περιέλθει οι διαπραγματεύσεις. 2. & (προφ.) νεκρό (το): νεκρή ταχύτητα. 3. ΟΙΚΟΝ. τιμή που δεν επιφέρει κέρδος ή ζημία ούτε στον αγοραστή ούτε στον πωλητή ενός δικαιώματος. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. το πιο απομακρυσμένο ή το πιο κοντινό, ως προς τον στροφαλοφόρο άξονα, σημείο της διαδρομής του εμβόλου μιας μηχανής: άνω/κάτω ~ ~. [< γαλλ. point mort] , άταφος νεκρός βλ. άταφος, κενό/νεκρό γράμμα βλ. γράμμα, νεκρή γλώσσα βλ. γλώσσα, νεκρή θάλασσα βλ. θάλασσα, νεκρή φύση βλ. φύση, περιύβριση νεκρού βλ. περιύβριση, προσκλητήριο νεκρών/πεσόντων βλ. προσκλητήριο ● ΦΡ.: ούτε νεκρός δεν ...! (προφ.): για έντονα αρνητική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ ~ γυρίζω πίσω (= ποτέ)! ~ ~ό δεν θέλω να τον ξαναδώ!, έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα βλ. πεθαίνω, ζωντανός νεκρός βλ. ζωντανός, και νεκρούς ανασταίνει βλ. ανασταίνω, κλινικά νεκρός βλ. κλινικός, ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< αρχ. νεκρός, γαλλ. mort, αγγλ. dead]
33591νεκροταφείο[νεκροταφεῖο] νε-κρο-τα-φεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος ταφής των νεκρών: αρχαίο/δημοτικό/στρατιωτικό/συμμαχικό/χριστιανικό ~. ΣΥΝ. κοιμητήριο. Πβ. μνήματα, οδός αναπαύσεως. Βλ. αποτεφρωτήριο, νεκρόπολη.|| ~ ζώων.|| (μτφ.) Η πόλη μετά τον βομβαρδισμό μετατράπηκε σ' ένα τεράστιο ~. 2. (μτφ.) ανοιχτός χώρος απόθεσης και εγκατάλειψης (ογκωδών) αντικειμένων που έχουν αχρηστευτεί ή αποσυρθεί από την κυκλοφορία: ~ αυτοκινήτων/πλοίων. Βλ. χωματερή. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκροταφείο ελεφάντων βλ. ελέφαντας [< 1: πβ. μτγν. νεκροτάφιον ‘τάφος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.