Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34280-34300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33595νεκροτόμοςνε-κρο-τό-μος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που βοηθά τον ιατροδικαστή στη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής. Βλ. -τόμος.
33596νεκροφάνειανε-κρο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση αναστολής των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού, με αποτέλεσμα το άτομο να δίνει την εντύπωση ότι είναι νεκρό. Βλ. κώμα.
33597νεκροφιλίανε-κρο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παραφιλία που χαρακτηρίζεται από σεξουαλική έλξη προς νεκρά σώματα και γενικότ. προς ό,τι σχετίζεται με τον θάνατο· σεξουαλική επαφή με πτώματα. Βλ. βαμπιρισμός, -φιλία. 2. (μτφ.) προσκόλληση σε καθετί πεθαμένο, παρωχημένο. [< γαλλ. nécrophilie, αγγλ. necrophilia]
33598νεκροφιλικός, ή, ό νε-κρο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νεκροφιλία. [< αγγλ. necrophilic, γαλλ. nécrophile]
33599νεκρόφιλος, η, ο νε-κρό-φι-λος επίθ./ουσ. 1. που πάσχει από νεκροφιλία. 2. νεκροφιλικός. Βλ. -φιλος. [< γαλλ. nécrophile, αγγλ. necrophile]
33600νεκροφιλώ[νεκροφιλῶ] νε-κρο-φι-λώ ρ. (μτβ.) (λαϊκό): ασπάζομαι νεκρό. Κυρ. στη ● ΦΡ.: να νεκροφιλήσω (κάποιον): ως βαρύς όρκος: Αν λέω ψέματα, να σε ~!
33601νεκροφόρανε-κρο-φό-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μακρύ, συνήθ. μαύρο αυτοκίνητο το οποίο μεταφέρει στο πίσω μέρος του φέρετρο (με τη σορό του νεκρού). 2. (μτφ.) παλιό και κατ' επέκτ. πολύ επικίνδυνο όχημα: αυτοκίνητα-κινητές ~ες. Αεροπλάνα/σαπιοκάραβα-~ες. ΣΥΝ. φέρετρο (2) [< μτγν. νεκροφόρον (το) ‘φέρετρο’, γαλλ. corbillard]
33603νέκρωμανέ-κρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): νέκρωση. ΑΝΤ. ζωντάνεμα ● νεκρώματα (τα): ΙΑΤΡ. νεκρωμένοι ιστοί: απομάκρυνση των ~άτων κατά τον καθαρισμό εγκαύματος. [< μτγν. νέκρωμα ‘νεκρό σώμα’]
33604νεκρώνωνε-κρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νέκρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, νεκρών-οντας, νεκρω-μένος} 1. (μτφ.) κάνω κάτι να σταματήσει να υφίσταται ή να λειτουργεί· παύω να υπάρχω ή να λειτουργώ: Η κρίση ~σε την αγορά. Βλ. ευνουχίζω.|| ~σαν (= παρέλυσαν) οι συγκοινωνίες λόγω της απεργίας. Χωριά που έχουν ~σει (= ερημώσει). Πβ. απο~. 2. προκαλώ τον θάνατο ζωντανού οργανισμού: (ΙΑΤΡ.) ~μένοι: ιστοί (= νεκρώματα). ~μένα: κύτταρα. Πβ. θανατώνω.|| Δάση ~θηκαν λόγω της ξηρασίας. [< μτγν. νεκρῶ, γαλλ. nécroser]
33605νέκρωσηνέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κυτταρικός θάνατος που συντελείται σε ιστό ή όργανο εξαιτίας τραυματισμού ή νόσου: αιμορραγική/άσηπτη/ισχαιμική/οστική (βλ. οστεο~)/παγκρεατική/τυροειδής ~. ~ δοντιού (βλ. τερηδονα)/του εγκεφάλου/του ήπατος (= κίρρωση· βλ. γεφυροποιός, ηπατοκυτταρικός)/του μυοκαρδίου (= έμφραγμα). ~ και απόπτωση (: οι δύο τύποι κυτταρικού θανάτου· βλ. κυτταρόλυση). Βλ. γάγγραινα, εσχάρα, κρυοπάγημα. 2. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νεκρώνω: (ΓΕΩΠ.) βακτηριακή ~ (της αμπέλου). ~ δέντρων/φύλλων. Πβ. ξήρανση. Βλ. υπερευαισθησία.|| (μτφ.) ~ της αγοράς (= παράλυση)/των επενδύσεων (= πάγωμα)/των συναισθημάτων. Πβ. απο~, αδράνεια, στασιμότητα. ΣΥΝ. νέκρωμα [< μτγν. νέκρωσις, γαλλ. nécrose , αγγλ. necrosis]
33606νεκρώσιμος, η/ος, ο νε-κρώ-σι-μος επίθ. (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): που αναφέρεται σε νεκρό: ~η: λειτουργία/πομπή/τελετή. ~α: τροπάρια. Πβ. εντάφιος, επικήδειος, νεκρικός. Βλ. πένθιμος. ● Ουσ.: νεκρώσιμο (το) (σπάν.): κηδειόσημο. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρώσιμη ακολουθία & (λόγ.) νεκρώσιμος: που τελείται, ψάλλεται κατά την κηδεία. Πβ. εξόδιος. [< μτγν. νεκρώσιμος]
33607νεκρωτικός, ή, ό νε-κρω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί ή έχει υποστεί νέκρωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: ιστός/κυτταρικός θάνατος. ~ή: γάγγραινα/εντεροκολίτιδα/παγκρεατίτιδα. ~ές: αλλοιώσεις/βλάβες. ~ά ή εκφυλισμένα κύτταρα. [< μτγν. νεκρωτικός, γαλλ. né crotique, αγγλ. necrotic]
33608νέκταρνέ-κταρ ουσ. (ουδ.) {νέκταρος} 1. ΒΟΤ. ο σακχαρούχος χυμός των λουλουδιών, ο οποίος βρίσκεται στο βάθος της στεφάνης τους. Βλ. ανθόμελο, μέλι, μελίτωμα. 2. ΜΥΘ. το ποτό των θεών του Ολύμπου. Βλ. αμβροσία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μη αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από φρουτοχυμό με την προσθήκη νερού και ζάχαρης ή μελιού: ~ πορτοκάλι/ροδάκινο. Βλ. φρουτοποτό, φυσικός χυμός. 4. (μτφ.) γλυκό και απολαυστικό ποτό, κυρ. κρασί. 5. (μτφ.) γλυκιά, όμορφη αίσθηση: το ~ της ζωής. Γεύτηκαν το ~ της επιτυχίας. Πβ. γλύκα. [< αρχ. νέκταρ, γαλλ.-αγγλ. nectar]
33609νεκταρίνινε-κτα-ρί-νι ουσ. (ουδ.): ποικιλία ροδάκινου (επιστ. ονομασ. Prunus persica nectarina) με λεία φλούδα χωρίς χνούδι και συνήθ. κίτρινη ή λευκή σάρκα. Βλ. γιαρμάς. [< γαλλ.-αγγλ. nectarine < λατ. nectar < αρχ. νέκταρ]
33610νεκταρινιάνε-κτα-ρι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία ροδακινιάς (επιστ. ονομασ. Prunus persica), καρπός της οποίας είναι το νεκταρίνι. ΣΥΝ. μηλοροδακινιά
33611νεκυομαντείαβλ. νεκρομαντεία
33612νέμεσηνέ-με-ση ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) νέμεσις (μετωνυμ.-λόγ.): Θεία Δίκη: Η ύβρις επισύρει/επιφέρει/προκαλεί τη ~. Βλ. άτη. [< αρχ. νέμεσις, γαλλ. némésis, αγγλ. nemesis]
33613νέμομαινέ-μο-μαι ρ. (μτβ.) 1. ΝΟΜ. έχω τη νομή: Ποιος ~εται το ακίνητο/την περιουσία (= είναι ιδιοκτήτης); ΣΥΝ. καρπώνομαι 2. (λόγ.) εκμεταλλεύομαι κάτι παράνομα ή/και καταχρηστικά: ~ονται τα δημόσια έργα/την εξουσία/τα κέρδη/τα κονδύλια. Πβ. καταχρώμαι, οικειοποιούμαι. [< αρχ. νέμομαι ‘μοιράζομαι’]
33614νενέκοςνε-νέ-κος ουσ. (αρσ.): (κυρ. ΠΟΛΙΤ.) πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από δουλοπρέπεια και διάθεση υποταγής απέναντι στον ανώτερό του: οι διάφοροι ~οι της εξουσίας. Πβ. αυλοκόλακας, οσφυοκάμπτης. Βλ. γλείφτης. [< ανθρ. Δημ. Νενέκος, οπλαρχηγός του 1821 ο οποίος προσχώρησε στο στρατόπεδο των Τούρκων]
33615νενομισμένος, η, ο νε-νο-μι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): καθιερωμένος: Έδωσε τον ~ο όρκο. Ακολουθήθηκαν όλες οι ~ες διαδικασίες. Του αποδόθηκαν οι ~ες τιμές. Πβ. εθιμικός, νόμιμος. ● Ουσ.: τα νενομισμένα: τα καθιερωμένα: Τηρήθηκαν τα ~. ● βλ. νομίζω [< μτγν. νενομισμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. νομίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.