| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33613 | νέμομαι | νέ-μο-μαι ρ. (μτβ.) 1. ΝΟΜ. έχω τη νομή: Ποιος ~εται το ακίνητο/την περιουσία (= είναι ιδιοκτήτης); ΣΥΝ. καρπώνομαι 2. (λόγ.) εκμεταλλεύομαι κάτι παράνομα ή/και καταχρηστικά: ~ονται τα δημόσια έργα/την εξουσία/τα κέρδη/τα κονδύλια. Πβ. καταχρώμαι, οικειοποιούμαι. [< αρχ. νέμομαι ‘μοιράζομαι’] | |
| 33614 | νενέκος | νε-νέ-κος ουσ. (αρσ.): (κυρ. ΠΟΛΙΤ.) πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από δουλοπρέπεια και διάθεση υποταγής απέναντι στον ανώτερό του: οι διάφοροι ~οι της εξουσίας. Πβ. αυλοκόλακας, οσφυοκάμπτης. Βλ. γλείφτης. [< ανθρ. Δημ. Νενέκος, οπλαρχηγός του 1821 ο οποίος προσχώρησε στο στρατόπεδο των Τούρκων] | |
| 33615 | νενομισμένος | , η, ο νε-νο-μι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): καθιερωμένος: Έδωσε τον ~ο όρκο. Ακολουθήθηκαν όλες οι ~ες διαδικασίες. Του αποδόθηκαν οι ~ες τιμές. Πβ. εθιμικός, νόμιμος. ● Ουσ.: τα νενομισμένα: τα καθιερωμένα: Τηρήθηκαν τα ~. ● βλ. νομίζω [< μτγν. νενομισμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. νομίζω] | |
| 33616 | νεο- & νεό- & νιο- & νιό- | α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. πρόσφατου γεγονότος, που μπορεί να συμβαίνει για πρώτη φορά: νεο-γέννητο. ~άνεργος/~άστεγος. Νεό-πτωχος. Νιό-παντρος.|| Nεο-διόριστος (πβ. πρωτο-)/~σύλλεκτος. Νεο-ανεγειρόμενος. 2. μεταγενέστερου φιλοσοφικού ή άλλου ρεύματος: νεο-κλασικισμός/~πλατωνισμός/~ρεαλισμός.|| Νεο-μαρξισμός/~φιλελευθερισμός.|| Νεο-παγανισμός. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. νεότερης χρονολογικής περιόδου: νεο-ανακτορικός (βλ. μετα-)/~λιθικός (βλ. παλαιο-). Βλ. μεσο-. | |
| 33617 | νεοανακτορικός | , ή, ό νε-ο-α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη νεοανακτορική περίοδο: ~ός: οικισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: νεοανακτορική περίοδος/εποχή: η περίοδος ακμής του μινωικού πολιτισμού (περ. 1700-1450 π.Χ.). | |
| 33618 | νεοανεγειρόμενος | , η, ο νε-ο-α-νε-γει-ρό-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται υπό κατασκευή: ~η: οικοδομή/πολυκατοικία. ~ο: κτίριο. Βλ. νεόδμητος. | |
| 33619 | νεοαποικιοκράτης | νε-ο-α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της νεοαποικιοκρατίας. [< αγγλ. neo-colonialist, 1961, γαλλ. neocolonialiste] | |
| 33620 | νεοαποικιοκρατία | νε-ο-α-ποι-κι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & νεοαποικισμός (ο): καθεστώς ελέγχου και οικονομικής επιρροής που επιβάλλεται από μια ισχυρή χώρα σε άλλη ασθενέστερη ή σε πρώην αποικία της. Βλ. -κρατία. [< αγγλ. neocolonialism, 1961, γαλλ. néocolonialisme, περ. 1960] | |
| 33621 | νεοαποικιοκρατικός | , ή, ό νε-ο-α-ποι-κι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νεοαποικιοκρατία: ~ός: ηγεμονισμός. ~ή: πολιτική. ~ό: καθεστώς. [< αγγλ. neocolonial, 1961, γαλλ. néocolonialiste] | |
| 33622 | νεοαποκτηθείς | , είσα, έν νε-ο-α-πο-κτη-θείς επίθ. {νεοαποκτηθ-έντος, -έντα | -έντες (ουδ. -έντα)} (λόγ.): που αποκτήθηκε πρόσφατα: ~είσα: γνώση/περιουσία. ~έν: όχημα. Ο ~ παίκτης της ομάδας. | |
| 33623 | νεοάστεγος | νε-ο-ά-στε-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έγου}: (για πρόσ.) που έχει μείνει πρόσφατα άστεγος: το φαινόμενο των ~έγων στην ... Βλ. ανέστιος, νεο-. | |
| 33624 | νεοαφιχθείς | , είσα, έν νε-ο-α-φι-χθείς επίθ. {νεοαφιχθ-έντος, -έντα | -έντες (ουδ. -έντα)} (λόγ.): που ήρθε πρόσφατα: ~έντες: μετανάστες/πρόσφυγες.|| (ως ουσ.) Υποδοχή των ~έντων. Πβ. νεοφερμένος. ΣΥΝ. άρτι αφιχθείς | |
| 33625 | νεογενής | , ής, ές νε-ο-γε-νής επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το Νεογενές: ~είς: σχηματισμοί. ~είς: αποθέσεις. ~ή: ιζήματα/πετρώματα/στρώματα. 2. (σπάν.-λόγ.) που εμφανίστηκε ή δημιουργήθηκε πρόσφατα: ~ές: κράτος (= νεοσύστατο). Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Νεογενές (το): ΓΕΩΛ. η νεότερη περίοδος του Τριτογενούς, η οποία περιλαμβάνει το Μειόκαινο και το Πλειόκαινο. Βλ. Παλαιογενές. [< γαλλ. néogène, γερμ. Neogen] [< 1: γαλλ. néogène, αγγλ. neogene 2: αρχ. νεογενής] | |
| 33626 | νεογέννητος | , η, ο νε-ο-γέν-νη-τος επίθ.: που γεννήθηκε πρόσφατα: ~ο: μωρό.|| ~α: άστρα.|| (μτφ.) ~ο: κράτος (= νεοσύστατο). ΣΥΝ. αρτιγέννητος ● Ουσ.: νεογέννητο (το): νεογνό. Πβ. λεχούδι, μικρό. [< μεσν. νεογέννητος] | |
| 33627 | νεογιλός | , ή, ό νε-ο-γι-λός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα νεογιλά δόντια: ~ή: οδοντοστοιχία. ● ΣΥΜΠΛ.: νεογιλά δόντια & (προφ.) νεογιλά & (λόγ.) νεογιλοί (οδόντες): ΑΝΑΤ. τα πρώτα δόντια του ανθρώπου, τα οποία αρχίζουν να ανατέλλουν στην ηλικία των πέντε έως οκτώ μηνών και αντικαθίστανται σιγά-σιγά από τα μόνιμα στην ηλικία περ. των έξι ετών. ΣΥΝ. γαλαξίες [< μτγν. νεογιλός ‘νεογέννητος’] | |
| 33628 | νεογνικός | , ή, ό νε-ο-γνι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεογνά: ~ός: έλεγχος/ίκτερος/τέτανος. ~ή: θνησιμότητα/νοσηρότητα. ~ές: λοιμώξεις. Βλ. βρεφ-, εμβρυολογ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νεογνική περίοδος: ΙΑΤΡ. από τη γέννηση του βρέφους μέχρι την εικοστή όγδοη μέρα της ζωής του. [< αγγλ. neonatal, γαλλ. néonatal, 1954] | |
| 33629 | νεογνό | νε-ο-γνό ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. βρέφος ηλικίας μέχρι τεσσάρων εβδομάδων. Πβ. μωρό. 2. νεογέννητο ζώο. Πβ. κουτάβι. Βλ. νεοσσός. [< αρχ. τά νεογνά] | |
| 33630 | νεογνολογία | νε-ο-γνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της παιδιατρικής με αντικείμενο τη φροντίδα, την ανάπτυξη και τις παθήσεις των νεογνών. Βλ. εμβρυολογία, -λογία. [< αμερικ. neonatology, < neonat(al) + -o- + -logy, 1960, νεολογ. του A. J. Schaffer, γαλλ. néonatologie, περ. 1970] | |
| 33631 | νεογνολογικός | , ή, ό νε-ο-γνο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νεογνολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: κλινική/φροντίδα. ~ές: εξετάσεις. ~ά: προβλήματα. Βλ. εμβρυολογ-, παιδιατρ-ικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα μαιευτικής-γυναικολογικής κλινικής). | |
| 33632 | νεογνολόγος | νε-ο-γνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): παιδίατρος με ειδίκευση στη νεογνολογία. Βλ. εμβρυολόγος, -λόγος. [< αγγλ. neonatologist, 1960] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ