Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34320-34340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33636νεόδμητος, η, ο νε-όδ-μη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει κτιστεί ή δημιουργηθεί πρόσφατα: ~η: οικοδομή/(πολυ)κατοικία. ~ο: διαμέρισμα. ΣΥΝ. νεόκτιστος. Βλ. νεοανεγειρόμενος.|| (σπάν. μτφ.) ~η: εταιρεία. ~ο: κόμμα. Πβ. νεόπλαστος, νεοσύστατος, νεότευκτος. [< αρχ. νεόδμητος]
33637νεοδύμιονε-ο-δύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {νεοδυμίου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Nd, Ζ 60), μέταλλο της ομάδας των σπάνιων γαιών, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή πολύ ισχυρών μαγνητών που ενσωματώνονται σε ηχεία και ακουστικά. Βλ. λανθανίδες, πρασεοδύμιο. [< γερμ. Neodym, γαλλ. néodyme, αγγλ. neodymium < neo- + didymium]
33638νεοειδωλολάτρηςνε-ο-ει-δω-λο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): νεοπαγανιστής.
33639νεοειδωλολατρίανε-ο-ει-δω-λο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. νεοπαγανισμός.
33640νεοειδωλολατρικός, ή, ό νε-ο-ει-δω-λο-λα-τρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. νεοπαγανιστικός.
33641νεοεισερχόμενος, η, ο νε-ο-ει-σερ-χό-με-νος επίθ. (λόγ.) & νεοεισελθών: που εμφανίζεται, εισάγεται ή γίνεται δεκτός για πρώτη φορά σε κάποιον χώρο: ~η: εταιρεία (στο χρηματιστήριο). ~ες: χώρες (στην Ευρωπαϊκή Ένωση).|| (ως ουσ.) Οι ~οι στο επάγγελμα.
33642νεοεκλεγείς, είσα, έν νε-ο-ε-κλε-γείς επίθ. {νεοεκλεγ-έντος | -έντες (ουδ. -έντα), -έντων} (λόγ.): που εκλέχθηκε πρόσφατα: ~είς: δήμαρχος/πρόεδρος/πρωθυπουργός. ~είσα: διοίκηση/κυβέρνηση. ~έν: συμβούλιο. ~έντα: μέλη.
33643ΝεοέλληναςΝε-ο-έλ-λη-νας επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στον πληθ.} , Νεοελληνίδα (η): σύγχρονος Έλληνας: Αρχαίοι Έλληνες και ~ες. Ο πολιτισμός των ~ήνων. Πβ. Ρωμιός.|| (ως επίθ.) ~ες: δημιουργοί/ποιητές/συγγραφείς.
33644νεοελληνικός, ή, ό νε-ο-ελ-λη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Νεότερη Ελλάδα ή τους Νεοέλληνες: ~ή: Γραμματεία/Ιστορία/Λογοτεχνία/Ποίηση/Τέχνη/Φιλολογία. ~ό: λεξικό. ~ές: διάλεκτοι/σπουδές. Ο ~ Διαφωτισμός/πολιτισμός. Η ~ή γλώσσα/κοινωνία. Σε ~ή μετάφραση. Το ~ό θέατρο/κράτος. Τα ~ά Γράμματα. ● Ουσ.: Νεοελληνικά (τα) & (επίσ.) Νεοελληνική (η) (συντομ. ΝΕ): Νέα Ελληνικά. ● ΣΥΜΠΛ.: Κοινή Νεοελληνική/Κοινή Νέα Ελληνική βλ. κοινός
33645νεοελληνιστήςνε-ο-ελ-λη-νι-στής ουσ. (αρσ.) , νεοελληνίστρια (η): επιστήμονας, συνήθ. φιλόλογος, που μελετά τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία.
33646νεοελληνιστίνε-ο-ελ-λη-νι-στί επίρρ. (λόγ.-συνήθ. ειρων.): στη νέα ελληνική γλώσσα: έπεα πτερόεντα ή, ~, λόγια του αέρα. Βλ. -ιστί.
33647νεοεποχίτηςνε-ο-ε-πο-χί-της ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): υποστηρικτής της νέας εποχής. Βλ. νεοταξίτης, -ίτης1.
33648νεοεποχίτικος, η, ο νε-ο-ε-πο-χί-τι-κος επίθ. (μειωτ.): που σχετίζεται με τη νέα εποχή: ~ο: κίνημα. ~ες: δοξασίες. Βλ. νεοταξικός, -ίτικος.
33649νεοζηλανδικός, ή, ό νε-ο-ζη-λα-νδι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Νέα Ζηλανδία ή/και τους Νεοζηλανδούς.
33650Νεοζηλανδός, ΝεοζηλανδήΝε-ο-ζη-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Νεοζηλανδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Νέα Ζηλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη νεοζηλανδική υπηκοότητα. [< αγγλ. New Zealander]
33651νεοθετικισμόςνε-ο-θε-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & λογικός εμπειρισμός/θετικισμός: ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική κίνηση η οποία αποτέλεσε σύγχρονη έκφραση του θετικισμού, υποστηρίζοντας τη χρήση της μαθηματικής λογικής (και όχι του εμπειρισμού) στην πειραματική έρευνα και θεωρώντας ότι η φιλοσοφία πρέπει να έχει ως αντικείμενό της μόνο την ανάλυση της γλώσσας. Βλ. αναλυτική φιλοσοφία, -ισμός. [< γερμ. Neopositivismus, γαλλ. néopositivisme, 1908]
33652νεοϊδρυθείς, είσα, έν νε-ο-ϊ-δρυ-θείς επίθ. {νεοϊδρυθ-έντος | -έντες (ουδ.-έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (λόγ.): που δημιουργήθηκε ή συστάθηκε πρόσφατα: ~είς: σύλλογος. ~είσα: εταιρεία/σχολή/υπηρεσία. ~έν: κόμμα. Πβ. νεοπαγής, νεοσύστατος.
33653νεοκλασικισμόςνε-ο-κλα-σι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα αναβίωσης των προτύπων της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης, που εμφανίστηκε στην Ευρώπη το δεύτερο μισό του 18ου αι.: αθηναϊκός ~. Βλ. μπαρόκ, ροκοκό, ρομαντισμός. 2. ΟΙΚΟΝ. σχολή η οποία αντιτάχθηκε στα κλασικά οικονομικά, προσπάθησε να συνθέσει τις διδασκαλίες άλλων σχολών και χρησιμοποίησε μαθηματικές μεθόδους, με στόχο τη δημιουργία μιας θεωρίας για την εξασφάλιση σταθερής οικονομικής ανάπτυξης. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Neoklassizismus, γαλλ. néoclassicisme, 1905, αγγλ. neoclassicism]
33654νεοκλασικός, ή, ό νε-ο-κλα-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νεοκλασικισμό: (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/διακόσμηση. ~ό: ύφος. ~ά: έπιπλα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: θεωρία/σχολή. ~ά: οικονομικά. ● Ουσ.: νεοκλασικό (το): ενν. κτίριο· αρχοντικό: αναπαλαιωμένο/διατηρητέο ~. Τα ~ά της Αθήνας. [< γερμ. neoklassizistisch, αγγλ. neoclassical, γαλλ. néoclassique, 1902]
33655νεόκοπος, η, ο νε-ό-κο-πος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.-ειρων.) που έχει εμφανιστεί ή δημιουργηθεί πρόσφατα· καινούργιος: ~ος: βουλευτής. ~η: ηγεσία. Πβ. άπειρος, αρχάριος, νεοφώτιστος, πρωτοεμφανιζόμενος.|| ~η: θεωρία. ~ο: κράτος (= νεοσύστατο). Πβ. πρόσφατος. 2. (μτφ.-ειρων.) νέος, νεαρός. ~οι: πολιτικοί. ΑΝΤ. μεσόκοπος 3. (μτφ.-μειωτ.) όψιμος: ~ος: υπερασπιστής (της δημοκρατίας). Πβ. νεοφανής. 4. (σπάν.-συνήθ. για νόμισμα) νέας κοπής. Βλ. -κοπος1. [< αρχ. νεόκοπος ‘κομμένος πρόσφατα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.