Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34320-34340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33653νεοκλασικισμόςνε-ο-κλα-σι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα αναβίωσης των προτύπων της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης, που εμφανίστηκε στην Ευρώπη το δεύτερο μισό του 18ου αι.: αθηναϊκός ~. Βλ. μπαρόκ, ροκοκό, ρομαντισμός. 2. ΟΙΚΟΝ. σχολή η οποία αντιτάχθηκε στα κλασικά οικονομικά, προσπάθησε να συνθέσει τις διδασκαλίες άλλων σχολών και χρησιμοποίησε μαθηματικές μεθόδους, με στόχο τη δημιουργία μιας θεωρίας για την εξασφάλιση σταθερής οικονομικής ανάπτυξης. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Neoklassizismus, γαλλ. néoclassicisme, 1905, αγγλ. neoclassicism]
33654νεοκλασικός, ή, ό νε-ο-κλα-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νεοκλασικισμό: (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/διακόσμηση. ~ό: ύφος. ~ά: έπιπλα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: θεωρία/σχολή. ~ά: οικονομικά. ● Ουσ.: νεοκλασικό (το): ενν. κτίριο· αρχοντικό: αναπαλαιωμένο/διατηρητέο ~. Τα ~ά της Αθήνας. [< γερμ. neoklassizistisch, αγγλ. neoclassical, γαλλ. néoclassique, 1902]
33655νεόκοπος, η, ο νε-ό-κο-πος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.-ειρων.) που έχει εμφανιστεί ή δημιουργηθεί πρόσφατα· καινούργιος: ~ος: βουλευτής. ~η: ηγεσία. Πβ. άπειρος, αρχάριος, νεοφώτιστος, πρωτοεμφανιζόμενος.|| ~η: θεωρία. ~ο: κράτος (= νεοσύστατο). Πβ. πρόσφατος. 2. (μτφ.-ειρων.) νέος, νεαρός. ~οι: πολιτικοί. ΑΝΤ. μεσόκοπος 3. (μτφ.-μειωτ.) όψιμος: ~ος: υπερασπιστής (της δημοκρατίας). Πβ. νεοφανής. 4. (σπάν.-συνήθ. για νόμισμα) νέας κοπής. Βλ. -κοπος1. [< αρχ. νεόκοπος ‘κομμένος πρόσφατα’]
33656νεόκτιστος, η, ο νε-ό-κτι-στος επίθ. & νεόχτιστος: κτισμένος πρόσφατα και κατ' επέκτ. καινούργιος: ~ο: μουσείο/ξενοδοχείο/πλοίο (: που ναυπηγήθηκε πρόσφατα). ~ες και αναπαλαιωμένες κατοικίες.|| (ως ουσ.) Οικοδομές και ~α (ενν. κτίρια/σπίτια). ΣΥΝ. νεόδμητος, νεότευκτος (1) [< αρχ. νεόκτιστος]
33657νεολαίανε-ο-λαί-α ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) οι νέοι: εργαζόμενη/μαθητική/φοιτητική ~. Η ελληνική ~. Η ~ της επαρχίας/των πόλεων. Φεστιβάλ ~ας. Προγράμματα για τη ~. Πβ. νέα γενιά, νεότητα, νιάτα.|| Στέκια όπου μαζεύεται/συχνάζει η ~. Πβ. νεαρόκοσμος. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) οργάνωση νέων, συνήθ. πολιτική: κομματική ~. Τα μέλη/το συνέδριο της ~ας μιας παράταξης.|| Ποντιακή/χριστιανική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας βλ. συμβούλιο, μαθητιώσα νεολαία βλ. μαθητιώσα, σπουδάζουσα νεολαία βλ. σπουδάζω [< 1: αρχ. νεολαία, γαλλ. jeunesse]
33658νεολαιίστικος, η, ο νε-ο-λαι-ί-στι-κος επίθ. (προφ.-συχνά μειωτ.): που σχετίζεται με τη νεολαία: ~η: γλώσσα/κουλτούρα. ~ο: περιοδικό/πνεύμα. ~ες: οργανώσεις. Βλ. -ίστικος.
33659νεολαίος[νεολαῖος] νε-ο-λαί-ος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό) 1. νέος. 2. μέλος συνήθ. πολιτικής νεολαίας: οι ~οι του κόμματος.
33660νεολατινικός, ή, ό νε-ο-λα-τι-νι-κός επίθ. ΓΛΩΣΣ. 1. που σχετίζεται με τις νεολατινικές γλώσσες (15ος -19ος αι.): ~ή: λογοτεχνία. 2. (για λέξη ή όρο) που σχηματίστηκε με βάση τη Λατινική. ● ΣΥΜΠΛ.: ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός [< γαλλ. néolatin]
33661νεολιθικός, ή, ό νε-ο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη νεολιθική εποχή: ~ός: άνθρωπος/οικισμός/πολιτισμός. ~ά: αγγεία/ειδώλια/εργαλεία/ευρήματα. Βλ. μεσο-, παλαιο-, χαλκο-λιθικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νεολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. περίοδος της προϊστορίας που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το κυνηγετικό-τροφοσυλλεκτικό στο παραγωγικό στάδιο απόκτησης της τροφής, με κύρια χαρακτηριστικά τη μόνιμη εγκατάσταση και τη μικτή γεωργοκτηνοτροφική οικονομία (περ. 6800-3200 π.Χ. για τον ελλαδικό-αιγαιακό χώρο): αρχαιότερη/πρώιμη/νεότερη/τελική (= χαλκολιθική) ~ ~. Βλ. Εποχή του Χαλκού, χαλκοκρατία., νεολιθική επανάσταση βλ. επανάσταση [< γαλλ. néolithique, αγγλ. neolithic]
33662νεολογίανε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η διαδικασία και το φαινόμενο της λεξιλογικής ανανέωσης μιας γλώσσας, δηλ. της εισαγωγής και χρήσης μιας νέας έννοιας στο λεξιλόγιο. Βλ. λεξιπλασία, -λογία. [< γαλλ. néologie, αγγλ. neology]
33663νεολογικός, ή, ό νε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη νεολογία ή τους νεολογισμούς: ~ός: δανεισμός. ~οί: σχηματισμοί. [< γαλλ. néologique, αγγλ. neological]
33664νεολογισμόςνε-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. το αποτέλεσμα της νεολογίας, λεξική μονάδα που εισάγεται στο λεξιλόγιο μιας γλώσσας: Βλ. αρχαϊσμός, (γλωσσικό) δάνειο, λεξιπλασία, όρος, σημ. 3, -ισμός. [< γαλλ. néologisme, αγγλ. neologism]
33665νεομάρτυραςνε-ο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. μάρτυρας των νεότερων χρόνων· ειδικότ. ορθόδοξος χριστιανός που μαρτύρησε για την πίστη του την περίοδο της Τουρκοκρατίας: Άγιοι ~ες. [< μεσν. νεομάρτυς]
33666νεομυκίνηνε-ο-μυ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό ευρέος φάσματος, το οποίο παράγεται από το βακτήριο Streptomyces fradiae και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία κυρ. τοπικών λοιμώξεων: θειική ~. Βλ. στρεπτομυκίνη, -ίνη. [< αγγλ. neomycin, 1949, γαλλ. néomycine, 1949]
33667νέοννέ-ον ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ευγενές αέριο (σύμβ. Ne, Ζ 10), άοσμο και άχρωμο, το οποίο βρίσκεται σε πολύ μικρές ποσότητες στον ατμοσφαιρικό αέρα και χρησιμοποιείται κυρ. σε φωτεινές επιγραφές και σε λαμπτήρες φθορισμού. [< αγγλ. neon, 1898 < αρχ. νέος, γαλλ. néon, 1898]
33668νεοναζίνε-ο-να-ζί ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: οπαδός του νεοναζισμού. Βλ. νεοφασίστας, σκίνχεντ. ΣΥΝ. νεοναζιστής [< αγγλ. neo-Nazi, 1938, γαλλ. néonazi, 1952, γερμ. Neonazi]
33669νεοναζισμόςνε-ο-να-ζι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κοινωνικοπολιτικό κίνημα της άκρας Δεξιάς, που αποτελεί αναβίωση του ναζισμού. Βλ. νεοφασισμός. [< αγγλ. neo-Nazism, γαλλ. néonazisme, 1951, γερμ. Neonazismus]
33670νεοναζιστήςνε-ο-να-ζι-στής ουσ. (αρσ.): νεοναζί. [< γερμ. Neonazist]
33671νεοναζιστικός, ή, ό νε-ο-να-ζι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον νεοναζισμό. Βλ. νεοφασιστικός. [< γερμ. neonazistisch]
33672νεόνυμφος, η, ο νε-ό-νυμ-φος επίθ.: που μόλις παντρεύτηκε. Βλ. μελλόνυμφος. ΣΥΝ. νιόπαντρος ● Ουσ.: νεόνυμφοι (οι) {-ων (συνήθ. λόγ.) -ύμφων}: ζευγάρι που παντρεύτηκε πρόσφατα: σουίτα (= νυφική)/ταξίδια (= γαμήλια) ~ύμφων. Δώρα για τους ~ους. [< μτγν. νεόνυμφος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.