| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33673 | νεοορθοδοξία | νε-ο-ορ-θο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ειρων.): σύγχρονο θρησκευτικό-φιλοσοφικό ρεύμα που βασίζεται στον συνδυασμό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. [< πβ. αγγλ. neoorthodoxy] | |
| 33674 | νεοορθόδοξος | , η, ο νε-ο-ορ-θό-δο-ξος επίθ.: που σχετίζεται με τη νεοορθοδοξία. ● Ουσ.: νεοορθόδοξος (ο): οπαδός της νεοορθοδοξίας. [< πβ. αγγλ. neoorthodox, 1913] | |
| 33675 | νεοπαγανισμός | νε-ο-πα-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ετερογενής ομάδα θρησκειών που εμφανίζονται προς το τέλος του 20ού αι. και προσπαθούν να αναβιώσουν τις αρχαίες, κυρ. ευρωπαϊκές, ειδωλολατρικές θρησκείες και τα σχετικά δρώμενα. Βλ. δωδεκαθεϊσμός, -ισμός. ΣΥΝ. νεοειδωλολατρία [< αγγλ. neopaganism, γαλλ. néopaganisme] | |
| 33676 | νεοπαγανιστής | νε-ο-πα-γα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. νεοπαγανίστρια}: οπαδός του νεοπαγανισμού: αρχαιολάτρης-~. ~ές-δωδεκαθεϊστές. ΣΥΝ. νεοειδωλολάτρης [< αγγλ. neopagan, γαλλ. néopaganiste] | |
| 33677 | νεοπαγανιστικός | , ή, ό νε-ο-πα-γα-νι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον νεοπαγανισμό: ~ό: κίνημα. ΣΥΝ. νεοειδωλολατρικός [< αγγλ. neopagan, γαλλ. néopaganiste] | |
| 33678 | νεοπαγής | , ής, ές νε-ο-πα-γής επίθ. {νεοπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): νεοσύστατος: ~ής: θεσμός. ~ής: εταιρεία. ~ές: κόμμα/κράτος. Πβ. νεοϊδρυθείς. ● ΣΥΜΠΛ.: Νεοπαγή Πατριαρχεία βλ. πατριαρχείο [< μτγν. νεοπαγής] | |
| 33679 | νέοπας | νέ-ο-πας ουσ. (αρσ.) (στη στρατιωτική αργκό): νεοσύλλεκτος. ΣΥΝ. νιούφης | |
| 33680 | νεοπλασία | νε-ο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.) {νεοπλασι-ών}: ΙΑΤΡ. σχηματισμός νεοπλάσματος· συνεκδ. νεόπλασμα: πολλαπλή ενδοκρινής ~. Εθνικό Αρχείο ~ών. Βλ. -πλασία. [< γαλλ. néoplasie, αγγλ. neoplasia] | |
| 33681 | νεόπλασμα | νε-ό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.) {νεοπλάσμ-ατα}: ΙΑΤΡ. όγκος: κακόηθες (: καρκίν-, λέμφ-, σάρκ-, σεμίν-ωμα)/καλόηθες (: αδέν-, ίν-, λίπ-, νευρίν-, οστέ-, ραβδομύ-ωμα) ~. ~ δέρματος (: θήλ-, μελάν-ωμα, μελαγχρωματικός σπίλος)/ήπατος/μαστού/του παχέος εντέρου. Μεταστατικά ~ατα. ~ατα αιμοποιητικού/επιθηλιακού/ερειστικού και συνδετικού/νευρικού ιστού. Πβ. καρκίνος. Βλ. βλάστωμα, -πλασμα. [< γαλλ. néoplasme, αγγλ. neoplasm] | |
| 33682 | νεοπλασματικός | , ή, ό νε-ο-πλα-σμα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) νεοπλαστικός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το νεόπλασμα: ~ή: διήθηση/εξεργασία. ~οί: δείκτες. ~ές: ασθένειες. ~ά: κύτταρα. Μη ~οί πολύποδες. Πβ. καρκινικός. Βλ. αντι~, μεταπλαστικός. [< γαλλ. néoplasique, αγγλ. neoplastic] | |
| 33683 | νεοπλαστικισμός | νε-ο-πλα-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα αφηρημένης τέχνης, που εμφανίστηκε στην Ολλανδία (1917-1931), με κύρια χαρακτηριστικά τις θεμελιώδεις γεωμετρικές φόρμες, κυρ. οριζόντιες και κάθετες γραμμές, και τα βασικά χρώματα, σε συνδυασμό με το μαύρο, το λευκό ή το γκρι. Βλ. Μπάουχαους, -ισμός. [< γαλλ. néoplasticisme, 1920, αγγλ. neoplasticism, 1933] | |
| 33684 | νεόπλαστος | , η, ο νε-ό-πλα-στος επίθ. (λόγ.): που δημιουργήθηκε, πλάστηκε πρόσφατα: ~ος: θεσμός. ~η: εταιρεία. Πβ. νεόδμητος, νεοσύστατος.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~η: λέξη (= νεολογισμός). [< μτγν. νεόπλαστος] | |
| 33685 | νεοπλατωνικός | , ή, ό νε-ο-πλα-τω-νι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον νεοπλατωνισμό: ~ή: διδασκαλία/θεωρία/σχολή/φιλοσοφία. ● Ουσ.: Νεοπλατωνικοί (οι): ενν. φιλόσοφοι· νεοπλατωνιστές. [< γερμ. neuplatonisch, γαλλ. néo-platonicien, αγγλ. neoplatonic] | |
| 33686 | νεοπλατωνισμός | νε-ο-πλα-τω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα το οποίο διαμορφώθηκε στην Αλεξάνδρεια (3ος αι. μ.Χ.) από τον Πλωτίνο, αποτελούσε αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας και πρέσβευε ότι, πέρα από όλα τα αισθητά και νοητά πράγματα, υπάρχει το Έν, το Πρώτο (η θεότητα). Βλ. -ισμός. [< γερμ. Neuplatonismus, γαλλ. néo-platonisme, αγγλ. neoplatonism] | |
| 33687 | νεοπλατωνιστής | νε-ο-πλα-τω-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του νεοπλατωνισμού, νεοπλατωνικός φιλόσοφος. [< γερμ. Neuplatoniker, γαλλ. néoplatonicien, αγγλ. neoplatonist] | |
| 33688 | νεοπλουτισμός | νε-ο-πλου-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): γρήγορος και ξαφνικός πλουτισμός, ο οποίος επιδεικνύεται προκλητικά, φανερώνοντας έλλειψη παιδείας· η αντίστοιχη στάση και συμπεριφορά: τάσεις/φαινόμενα ~ού. Βλ. μεγαλοαστισμός, -ισμός. | |
| 33689 | νεοπλουτίστικος | , η, ο νε-ο-πλου-τί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τον νεοπλουτισμό: ~η: επιδειξιομανία/νοοτροπία/συμπεριφορά. Πβ. αρχοντοχωριάτικος. Βλ. -ίστικος. | |
| 33690 | νεόπλουτος | , η, ο νε-ό-πλου-τος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που πλούτισε πρόσφατα, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς παιδεία και καλλιέργεια, και επιδεικνύει πολύ προκλητικά την οικονομική του άνεση: ~οι: αστοί/νεοέλληνες.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ματαιοδοξία/συμπεριφορά.|| (ως ουσ.) Φαντασμένοι ~οι. Η τάξη των ~ων. Πβ. αρχοντοχωριάτης, χρυσοκάνθαρος. ΑΝΤ. νεόπτωχος [< αρχ. νεόπλουτος, πβ. γαλλ. nouveau riche, αγγλ. ~, γερμ. neureich] | |
| 33691 | νεοπρέν | νε-ο-πρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νεοπρένιο: ΧΗΜ. συνθετικό θερμοπλαστικό καουτσούκ με μεγάλη αντοχή στα χημικά και τη φωτιά, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. σε διάφορους κλάδους της βιομηχανίας: γάντια/θήκη/στολή από ~. Βλ. βουτύλιο, προπυλένιο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. neoprene, 1937 < neo- + pr(opyl)ene, γαλλ. néoprène, 1959] | |
| 33692 | νεοπροσληφθείς | , είσα, έν νε-ο-προ-σλη-φθείς επίθ. {νεοπροσληφθ-έντος | -έντες (ουδ. -έντα)} (λόγ.): που προσλήφθηκε πρόσφατα: ~είς: υπάλληλος. ~έν: προσωπικό. ~έντες: εργαζόμενοι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ