| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33693 | νεόπτωχος | , η, ο νε-ό-πτω-χος επίθ.: που έχει περιέλθει πρόσφατα λόγω της οικονομικής κρίσης σε κατάσταση φτώχειας, που έχει χάσει τα εισοδήματά του, την περιουσία του: ~α: (κοινωνικά) στρώματα.|| (κ. ως ουσ.) Η τάξη των ~ων. ΑΝΤ. νεόπλουτος [< γερμ. neu arm, αγγλ. new poor, 1920, γαλλ. Les nouveaux pauvres, 1968] | |
| 33694 | νεοπυθαγόρειος | , α, ο νε-ο-πυ-θα-γό-ρει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον νεοπυθαγορισμό: ~α: σκέψη. ● Ουσ.: Νεοπυθαγόρειοι (οι): οπαδοί του νεοπυθαγορισμού. | |
| 33695 | νεοπυθαγορισμός | νε-ο-πυ-θα-γο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. αναβίωση της πυθαγόρειας φιλοσοφίας στη Ρώμη τον 1ο αι. π.Χ., με υιοθέτηση στοιχείων και από άλλα παλαιότερα φιλοσοφικά συστήματα και βασικά χαρακτηριστικά την πίστη στην αθανασία της ψυχής και στην ύπαρξη ενός ιδανικού κόσμου αριθμών. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. neopythagoreanism, γαλλ. néopythagorisme] | |
| 33696 | νεορεαλισμός | νε-ο-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΙΝΗΜ. -ΛΟΓΟΤ. κίνημα της μεταπολεμικής περιόδου, που επιζητούσε να αποτυπώσει τη ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα χωρίς ωραιοποιήσεις και να φέρει στο προσκήνιο τον απλό άνθρωπο με τα καθημερινά του προβλήματα: ιταλικός ~. 2. ΦΙΛΟΣ. ρεύμα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αι. και υποστήριζε τη δυνατότητα άμεσης γνώσης των αντικειμένων, χωρίς τη μεσολάβηση της συνείδησης ή της εμπειρίας, σε αντίθεση με τις απόψεις των ιδεαλιστών. [< 1: ιταλ. neorealismo, 1931, γαλλ. néoréalisme, περ. 1935, αγγλ. neorealism, 1950 2: αγγλ. neorealism, 1916] | |
| 33697 | νεορεαλιστής | νε-ο-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του νεορεαλισμού. [< αγγλ. neorealist, 1917, γαλλ. néoréaliste, ιταλ. neorealista, 1948] | |
| 33698 | νεορεαλιστικός | , ή, ό νε-ο-ρε-α-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νεορεαλισμό ή τον νεορεαλιστή: (ΚΙΝΗΜ.-ΛΟΓΟΤ.) ~ός: κινηματογράφος. ~ή: σχολή/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα. [< ιταλ. neorealistico, 1949, αγγλ. neorealistic, 1955, γαλλ. néoréaliste] | |
| 33699 | νεορομαντικός | , ή, ό νε-ο-ρο-μα-ντι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τον νεορομαντισμό: ~ή: ατμόσφαιρα/μουσική/σχολή. ~ό: μυθιστόρημα.|| ~οί: ποιητές/συγγραφείς. (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. οπαδοί του νεορομαντισμού). | |
| 33700 | νεορομαντισμός | νε-ο-ρο-μα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. κίνημα που εμπνέεται από τα αισθητικά πρότυπα του ρομαντισμού: η αθηναϊκή σχολή του ~ού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. neoromanticism] | |
| 33701 | νέος | , α, ο νέ-ος επίθ. {νεότ-ερος, -ατος} 1. που βρίσκεται ανάμεσα στην εφηβεία και την ωριμότητα· κατ' επέκτ. που διατηρεί τη νεανικότητά του, αν και περασμένης ηλικίας: ~οι: γονείς/επιστήμονες/ψηφοφόροι (= νεαροί). Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς (ακρ. ΓΓΝΓ). Είναι πολύ ~ για (να γίνει) ...|| Νιώθει ακόμα ~ (στην καρδιά/στο σώμα/στην ψυχή). Δείχνει/φαίνεται ~. Παραμένει πάντα ~α (και δραστήρια). Πβ. αγέραστος, ακμαίος, θαλερός. 2. που γίνεται, εμφανίζεται ή τίθεται σε λειτουργία για πρώτη φορά· που μόλις άρχισε (διαδεχόμενος κάτι άλλο): ~ος: θεσμός. ~α: έκδοση/ταινία. ~ο: κόμμα/κρούσμα/πρόγραμμα (: αναθεωρημένο). ~οι: κανονισμοί. ~ες: δοκιμασίες/δυνατότητες/εξελίξεις/θέσεις εργασίας/κυκλοφορίες/τάσεις. Ευτυχισμένος ο ~ χρόνος! Κάνουμε μια ~α αρχή/ένα ~ο ξεκίνημα! Εγκαινίασαν το ~ο τους κατάστημα.|| ~οι: συνεργάτες/φίλοι. ~ες: γνωριμίες.|| (ειδικότ., σύγχρονος:) ~ος: συντηρητισμός (= νεοσυντηρητισμός). Νέοι Έλληνες (= Νεοέλληνες). ΣΥΝ. καινούργιος (2) 3. που έχει δημιουργηθεί, κατασκευαστεί ή αποκτηθεί πρόσφατα: ~ο: κτίριο. ~ες: εγκαταστάσεις. ~α: έργα/προϊόντα.|| ~α: αποκτήματα. Να σου δείξω το ~ο μου αμάξι/σπίτι! ΣΥΝ. καινούργιος (1) ΑΝΤ. παλιός (2) 4. που μόλις ξεκίνησε ή ανέλαβε κάτι: ~ος: οδηγός (= άπειρος, αρχάριος)/πρόεδρος/υπάλληλος. ~οι: επαγγελματίες. ~α: μέλη. Είναι (σχετικά) ~ στο επάγγελμα/στον χώρο.|| ~α: διοίκηση/κυβέρνηση. ΣΥΝ. νεόκοπος.|| ~οι: δημιουργοί/καλλιτέχνες (= πρωτοεμφανιζόμενοι). ΣΥΝ. καινούργιος (2) 5. που εισάγει καινούργια στοιχεία: ~α: θεραπεία/θεωρία/μέθοδος/οπτική (: διαφορετική)/προσέγγιση. ~ες: ιδέες. Πβ. ανανεωτικός, καινοτόμος, μοντέρνος, νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. Βλ. νεο-. ● Ουσ.: Νέοι (οι): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητών: Εθνική/Πρωτάθλημα ~ων. Πβ. Έφηβοι. Βλ. Νεάνιδες., νέος (ο) 1. {θηλ. νέα} ενν. άνδρας ή γυναίκα: άνεργος/φιλόδοξος ~. Οι ~οι και ~ες (= η νεολαία· πβ. νεότητα). ΣΥΝ. νεαρός, νεαρή ΑΝΤ. γέρος (1) 2. καινούργιος σε κάποιον χώρο: οι ~οι στη δουλειά. 3. (στη στρατιωτική αργκό) νεοσύλλεκτος. ● ΣΥΜΠΛ.: Νέα Ελληνικά 1. Νέα Ελληνική γλώσσα. Βλ. Αρχαία Ελληνική. ΣΥΝ. Νεοελληνικά (τα) 2. (συνεκδ.) το μάθημα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας· το σχετικό βιβλίο., νέο κρασί & (σπάν.) νεαρό κρασί: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που καταναλώνεται αμέσως μετά το τέλος της ζύμωσης., νέο κύμα 1. ΜΟΥΣ. ρεύμα στο ελληνικό τραγούδι της δεκαετίας του 1960, με χαρακτηριστικά τη λυρικότητα, την τρυφερότητα και την απλότητα. Βλ. μπαλάντα, μπουάτ. 2. ΚΙΝΗΜ. νουβέλ βαγκ., Νέος Κόσμος: οι ήπειροι που ανακαλύφθηκαν από τους Ευρωπαίους στους νεότερους χρόνους (η Ανταρκτική, η Ωκεανία και ιδ. η Αμερική)., γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο βλ. γρηγοριανός, Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων βλ. κατάστημα, νέα εποχή βλ. εποχή, Νέα Ρώμη βλ. Ρώμη1, Νέα Σελήνη βλ. σελήνη, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη, νέα/ψηφιακή οικονομία βλ. οικονομία, νέες τεχνολογίες βλ. τεχνολογία, νέο αίμα βλ. αίμα, νέο μυθιστόρημα βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: εκ νέου (λόγ.): πάλι, ξανά, για μια ακόμα φορά: ~ ~ δημοσίευση του άρθρου (= επαναδημοσίευση). Η δίκη αναβλήθηκε/το θέµα συζητήθηκε ~ ~., (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς βλ. παλιός, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι, νέας/τελευταίας κοπής βλ. κοπή, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός [< αρχ. νέος, γαλλ. nouveau, αγγλ. new, γερμ. neu] | |
| 33702 | νεοσσός | νε-οσ-σός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πτηνό (ή σπάν. ερπετό) που εκκολάφθηκε πρόσφατα: ~οί αετού/κότας (= κλωσόπουλα, κοτοπουλάκια· πβ. ξεπεταρούδι)/περιστεριού (= πιτσουνάκια). Βλ. νεογνό. [< αρχ. νεοσσός] | |
| 33703 | νεοσύλλεκτος | νε-ο-σύλ-λε-κτος ουσ. (αρσ.) {-ου (σπάν. λόγ.) -έκτου | -ων (συνήθ. λόγ.) -έκτων, -ους (σπάν. λόγ.) -έκτους· σπάν. θηλ. νεοσύλλεκτη}: ΣΤΡΑΤ. που μόλις κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις: ~ της ΠΑ/του ΠΝ. Ορκίστηκαν οι ~οι. Πβ. γκάβακας, νέοπας, νέος, ποντίκι, στραβάδι, ψάρι.|| (ως επίθ.) ~οι: οπλίτες/στρατιώτες/φαντάροι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~οι της Αστυνομίας.|| (μτφ.) ~οι της δημοσιογραφίας/στο φόρουμ. Πβ. νεόκοπος. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων (ακρ. ΚΕΝ): ΣΤΡΑΤ. στρατόπεδο όπου παρουσιάζονται και κάνουν τη βασική εκπαίδευση οι νεοσύλλεκτοι. Βλ. Κ.Ε.ΔΒ., Κ.Ε.ΜΧ., Κ.Ε.ΠΒ., Κ.Ε.ΤΘ., ΚΕΕΔ, ΚΕΕΜ, ΚΕΥΠ. [< μτγν. νεοσύλλεκτος, γαλλ. nouvelle recrue] | |
| 33704 | νεοσυντηρητικός | , ή, ό νε-ο-συ-ντη-ρη-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον νεοσυντηρητισμό: ~ή: ιδεολογία/κυβέρνηση/πολιτική.|| (ως ουσ.) Οι ~οί. [< αγγλ. neoconservative, 1952, γαλλ. néoconservateur] | |
| 33705 | νεοσυντηρητισμός | νε-ο-συ-ντη-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. σύγχρονη μορφή πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συντηρητισμού. Βλ. θατσερισμός, -ισμός. [< αγγλ. neoconservatism, 1960, γαλλ. néoconservatisme] | |
| 33706 | νεοσύστατος | , η, ο νε-ο-σύ-στα-τος επίθ. (λόγ.): που συστάθηκε πρόσφατα: ~ος: δήμος/θεσμός/φορέας. ~η: επιτροπή/εταιρεία/σχολή/υπηρεσία. ~ο: ίδρυμα/κόμμα/σωματείο/υπουργείο. Πβ. νεόδμητος, νεόπλαστος, νεότευκτος. ΣΥΝ. αρτισύστατος, νεοπαγής [< μτγν. νεοσύστατος] | |
| 33707 | νεοταξικός | , ή, ό νε-ο-τα-ξι-κός επίθ. & νεοταξίτικος, η, ο (μειωτ.): που σχετίζεται με τη νέα τάξη πραγμάτων: ~ή: ιδεολογία/πολιτική. ~ό: δόγμα. Βλ. νεοεποχίτικος. | |
| 33708 | νεοταξίτης | νε-ο-τα-ξί-της επίθ./ουσ. (μειωτ.): υποστηρικτής της νέας τάξης πραγμάτων. Βλ. νεοεποχίτης, -ίτης1. | |
| 33709 | νεοτεκτονική | νε-ο-τε-κτο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος της τεκτονικής που μελετά τις δομές της περιόδου μετά το Μειόκαινο και την τεκτονική ιστορία του γήινου φλοιού: ~ των νησιών. [< αγγλ. neotectonics, γαλλ. néotectonique] | |
| 33710 | νεοτεκτονικός | , ή, ό νε-ο-τε-κτο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη νεοτεκτονική: ~ός: χάρτης. ~ή: δομή/εξέλιξη/παραμόρφωση. | |
| 33711 | νεοτερικός | , ή, ό βλ. νεωτερικός | |
| 33712 | νεοτερικότητα | βλ. νεωτερικότητα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ