| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2471 | αμαξάδα | [ἁμαξάδα] α-μα-ξά-δα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): βόλτα με άμαξα. Βλ. -άδα. | |
| 2472 | αμαξάκι | [ἁμαξάκι] α-μα-ξά-κι ουσ. (ουδ.) 1. αγορίστικο συνήθ. παιχνίδι με τη μορφή μικρού αμαξιού: συλλογή από ~ια. Πβ. αυτοκινητάκι. Βλ. αεροπλανάκι. 2. (ειρων.-χιουμορ.) μικρό και συνήθ. φτηνό αμάξι. 3. μικρή άμαξα: Περιήγηση στο νησί με ~. 4. (σπανιότ.) αναπηρικό καροτσάκι. Βλ. αμαξίδιο. 5. (παρωχ.) καροτσάκι μωρού. | |
| 2473 | αμαξάς | [ἁμαξάς] α-μα-ξάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): επαγγελματίας οδηγός άμαξας. Πβ. καροτσιέρης. Βλ. -άς. [< μεσν. αμαξάς] | |
| 2474 | αμάξι | [ἁμάξι] α-μά-ξι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αυτοκίνητο: Πήγαμε βόλτα με τ' ~. ● Μεγεθ.: αμαξάρα (η) (εμφατ.): Πω πω, τι ~ είναι αυτή; Να σε πάω βόλτα με την ~ μου; [< μεσν. αμάξιν] | |
| 2475 | αμαξίδιο | [ἁμαξίδιο] α-μα-ξί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {αμαξιδί-ου | -ων}: μικρό μεταφορικό όχημα: χειροκίνητο ~. Μηχανοκίνητο ~ (του γκολφ). Βλ. βαγονέτο. ● ΣΥΜΠΛ.: (αναπηρικό) αμαξίδιο: κάθισμα στερεωμένο σε μεγάλες συνήθ. ρόδες για ανθρώπους με μειωμένη κινητικότητα: αγωνιστικό/ηλεκτροκίνητο/παιδικό ~. Αντισφαίριση/καλαθοσφαίριση με ~ ~. ~α ατόμων με ειδικές ανάγκες. ~ ~ ειδικού/ελαφρού τύπου. Κινείται με/χρησιμοποιεί ~ ~. ΣΥΝ. αναπηρική καρέκλα/πολυθρόνα, αναπηρικό καρότσι. [< αγγλ. wheel-chair] [< μτγν. ἁμαξίδιον, γαλλ. chariot] | |
| 2476 | αμαξιτός | , ή, ό [ἁμαξιτός] α-μα-ξι-τός επίθ. & αμαξωτός (λόγ.): (για δρόμο) κατάλληλος για την κυκλοφορία τροχοφόρων. [< αρχ. ἁμαξιτός] | |
| 2477 | αμαξοποιία | [ἁμαξοποιία] α-μα-ξο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή αμαξών, καροτσιών, κάρων ή συνηθέστ. αμαξωμάτων και η αντίστοιχη μονάδα παραγωγής. Βλ. -ποιία. | |
| 2478 | αμαξοστάσιο | [ἁμαξοστάσιο] α-μα-ξο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος κυρ. στάθμευσης, φύλαξης, αλλά και συντήρησης, επισκευής μεγάλων τροχοφόρων ή ηλεκτροκίνητων οχημάτων συγκοινωνιακού οργανισμού: το ~ του δήμου/της Ε.ΘΕ.Λ./των ΗΛΠΑΠ/των ΗΣΑΠ/του μετρό/του ΟΣΕ/του τραμ. Οι συρμοί αποσύρθηκαν στα ~α. Βλ. γκαράζ, μηχανοστάσιο, ντεπό, -στάσιο. | |
| 2479 | αμαξοστοιχία | [ἁμαξοστοιχία] α-μα-ξο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σειρά βαγονιών που σύρει μία σιδηροδρομική μηχανή: εμπορ(ευματ)ική/επιβατική/(υπερ)ταχεία ~. Έκτακτη/τακτική ~. ~ ιντερσίτι. ~ες κοινωνικών αναγκών. Δρομολόγια ~ών. ΣΥΝ. συρμός (1), τρένο [< γαλλ. train] | |
| 2480 | αμάξωμα | [ἁμάξωμα] α-μά-ξω-μα ουσ. (ουδ.) {αμαξώμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.}: μεταλλική συνήθ. κατασκευή η οποία στηρίζεται στον σκελετό (σασί) τροχοφόρου οχήματος: ανοιχτό/αυτοφερόμενο/γαλβανισμένο/κλειστό/κουπέ/συμπαγές ~. Τεχνίτης ~άτων (βλ. φανοποιός). Πβ. καροσερί. Βλ. καρότσα. [< γαλλ. carrosserie] | |
| 2481 | αμαξωτός | , ή, ό βλ. αμαξιτός | |
| 2482 | αμάρα | [ἀμάρα] α-μά-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή απόληξη του πεπτικού, ουροποιητικού και γεννητικού συστήματος ορισμένων σπονδυλόζωων (ερπετών, πτηνών, αμφίβιων, των περισσότερων ψαριών)· συνεκδ. η αντίστοιχη οπή. [< αρχ. ἀμάρα 'αυλάκι', γαλλ. cloaque] | |
| 2484 | αμάραντος | , η, ο [ἀμάραντος] α-μά-ρα-ντος επίθ. 1. που δεν μαραίνεται ή δεν έχει μαραθεί: ~α: άνθη/φυτά (ΑΝΤ. μαραμένα). Βλ. αειθαλής, θαλερός. 2. (μτφ.-λογοτ.) αιώνιος, αμετάβλητος, άφθαρτος: Το ~ο στεφάνι της δόξας/του μαρτυρίου/της νίκης. Βλ. αθάνατος. ● Ουσ.: αμάραντος ουσ. (αρσ.) (ο): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό με πολλές ποικιλίες (επιστ. ονομασ. Amaranthus), το οποίο δεν μαραίνεται εύκολα, ευδοκιμεί σε ημιορεινές συνήθ. περιοχές και χρησιμοποιείται ως βότανο ή ως διακοσμητικό. [< μτγν. ἀμάραντος] ● ΦΡ.: Ρόδο (το) Αμάραντο: ΕΚΚΛΗΣ. προσφών. της Θεοτόκου. [< 1: μτγν. ἀμάραντος, γαλλ. amarante, αγγλ. amarant(h)] | |
| 2485 | αμαρέτο | [ἀμαρέτο] α-μα-ρέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό λικέρ με άρωμα πικραμύγδαλου. [< ιταλ. amaretto, αγγλ. ~, 1969, γαλλ. ~, 1986] | |
| 2486 | αμαρκάριστος | , η, ο [ἀμαρκάριστος] α-μαρ-κά-ρι-στος επίθ. ΑΝΤ. μαρκαρισμένος 1. ΑΘΛ. για παίκτη ομαδικού αθλήματος που δεν μαρκάρεται από κάποιον αντίπαλο: Βρέθηκε/έμεινε ~. Άφησαν τον επιθετικό ~ο.|| (κατ' επέκτ.) ~α σουτ (: που γίνονται από αφύλακτους παίκτες). ΣΥΝ. ξεμαρκάριστος 2. (σπάν.) καθετί που δεν έχει αναγνωριστικό σήμα, δεν έχει σημαδευτεί: ~η: σελίδα. [< αγγλ. unmarked] | |
| 2488 | αμάρτημα | [ἁμάρτημα] α-μάρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {αμαρτήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΘΡΗΣΚ. αμαρτία και ιδ. το αποτέλεσμά της: ανομολόγητο/ασυγχώρητο/βαρύ/κολάσιμο/μεγάλο/μικρό/νεανικό/φοβερό ~. Άφεση/εξιλέωση ~άτων. Διαπράττω/υποπίπτω σε ~. Eξομολογούμαι/συγχωρούνται τα ~ατά μου. ΣΥΝ. αμαρτία (1), ανόμημα, κρίμα (2) 2. (κατ' επέκτ.) σημαντικό, κρίσιμο λάθος ή παράβαση αρχών, κανόνων: Έκανε πολλά ~ατα και τώρα τα πληρώνει. Πβ. παράπτωμα, σφάλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Χριστιανική και ειδικότ. την Καθολική Εκκλησία) οι επτά σοβαρότερες αμαρτίες: έπαρση, ζηλοφθονία, λαγνεία, λαιμαργία, οκνηρία, οργή, πλεονεξία., προπατορικό αμάρτημα βλ. προπατορικός [< μτγν. ἁμάρτημα] | |
| 2489 | αμαρτία | [ἁμαρτία] α-μαρ-τί-α ουσ. (θηλ.) {αμαρτι-ών} 1. παράβαση θείου, θρησκευτικού ή ηθικού νόμου: ασυγχώρητη/βαριά/γλυκιά/θανάσιμη/μεγάλη/μικρή ~. Διαπράττω/κάνω ~. Πέφτω σε ~. Έδωσε/πήρε άφεση ~ών. Του συγχωρέθηκαν οι/εξομολογήθηκε τις/είπε τις ~ες του. Πλήρωσαν (για) τις ~ες τους (: τιμωρήθηκαν, υπέστησαν τις συνέπειες). ΣΥΝ. αμάρτημα (1), ανόμημα, κρίμα (2) 2. ακολασία, ανηθικότητα, διαφθορά: ο δρόμος (ΑΝΤ. ο δρόμος του Θεού/Χριστού)/το σπίτι της ~ας. Βουτηγμένοι/ζει μέσα στην ~. Κάνει αγώνα να ξεφύγει από την ~. Πβ. ασωτία. 3. αξιοκατάκριτη ενέργεια, σοβαρό λάθος: Η μοναδική μου ~ είναι ότι την/τον ανέχτηκα! Πβ. παράπτωμα, σφάλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά αμαρτία: ερωτική σχέση που ανήκει στο παρελθόν., άφεση αμαρτιών βλ. άφεση ● ΦΡ.: (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου: (όταν κάποιος πρόκειται να παραδεχτεί κάτι), για να είμαι ειλικρινής: Για να/να σου πω ~, δεν το περίμενα/το μετάνιωσα., αίρει τις αμαρτίες (μτφ.-αρχαιοπρ.) (ΚΔ): αναλαμβάνει, σηκώνει το ηθικό βάρος αμαρτήματος., αμαρτία από τον Θεό: για κάτι που δεν είναι σωστό: Mην το λες αυτό, είναι ~ ~., αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα: τα λάθη των γονέων ή προγόνων ταλαιπωρούν τα παιδιά ή τους απογόνους τους., ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει: από την τήρηση της νηστείας εξαιρούνται άρρωστοι και ταξιδιώτες· (κατ' επέκτ.-σπάν.) για περιπτώσεις κατά τις οποίες εξαιρούνται από τον νόμο συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών., είναι αμαρτία να ...: είναι κρίμα, δεν πρέπει να: ~ ~ μην του πεις την αλήθεια. Θα ήταν ~ χάσει τέτοια ευκαιρία. Αμαρτία δεν είναι να πάει τόσο φαγητό χαμένο;, παίρνω πάνω μου την αμαρτία: αναλαμβάνω την ευθύνη αμαρτημάτων, παραπτωμάτων άλλων: Ο Χριστός πήρε πάνω Του ~ του κόσμου., πληρώνω αμαρτίες (μτφ.): ταλαιπωρούμαι από δικά μου λάθη ή των άλλων: ~ ξένες ~. (ως έκφρ. αγανάκτησης, παράπονου:) (Θεέ μου) τι αμαρτίες πληρώνω; Έχουμε ακόμα πολλές ~ να πληρώσουμε (: μας περιμένουν και άλλα βάσανα, και άλλες ταλαιπωρίες)., σαν αμαρτία: για κάποιον ή κάτι που βάζει σε πειρασμό, που είναι ιδιαίτερα ελκυστικό(ς): όμορφος ~ ~. Αποφεύγει τα γλυκά ~ ~., σιχαίνομαι/απεχθάνομαι/βαριέμαι κάποιον/κάτι σαν τις αμαρτίες μου: αποστρέφομαι, μισώ., προφάσεις εν αμαρτίαις βλ. πρόφαση [< 1,3: αρχ. ἁμαρτία] | |
| 2490 | αμάρτυρος | , η, ο [ἀμάρτυρος] α-μάρ-τυ-ρος επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. για αρχαίο συνήθ. λεξικό ή γραμματικό τύπο που δεν απαντά στις σωζόμενες πηγές, αλλά αναφέρεται με έμμεσο τρόπο ή είναι υποθετικά γνωστός: ~η: ινδοευρωπαϊκή ρίζα. Το σύμβολο των ~ων τύπων είναι ο αστερίσκος (*). Βλ. επανασύνθεση. 2. (σπάν.) για κάτι που δεν γίνεται γνωστό από μαρτυρίες, πηγές: Η πληροφορία αυτή είναι ~η. [< 2: αρχ. ἀμάρτυρος] | |
| 2491 | αμαρτωλός | , ή, ό [ἁμαρτωλός] α-μαρ-τω-λός επίθ.: που παραβαίνει ηθικούς κανόνες ή αρχές, που έχει διαπράξει αμαρτίες: ~ός: έρωτας (= παράνομος). ~ή: ζωή/ιστορία. ~ό: παρελθόν. ~ές: απολαύσεις/επιθυμίες/σκέψεις/σχέσεις. ~ά: πάθη. Βλ. ανήθικος, κολασμένος. ΑΝΤ. ακριμάτιστος, αναμάρτητος ● Ουσ.: αμαρτωλός, αμαρτωλή (ο/η): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που έχει αμαρτήσει: Συγχώρεσέ με τον ~ό. Οι δίκαιοι και οι ~οί. Η σωτηρία των ~ών. ● επίρρ.: αμαρτωλά [< αρχ. ἁμαρτωλός] | |
| 2492 | αμαρτωλότητα | [ἁμαρτωλότητα] α-μαρ-τω-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ιδιότητα του αμαρτωλού. Βλ. αγιότητα, -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ