| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2481 | αμαξωτός | , ή, ό βλ. αμαξιτός | |
| 2482 | αμάρα | [ἀμάρα] α-μά-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή απόληξη του πεπτικού, ουροποιητικού και γεννητικού συστήματος ορισμένων σπονδυλόζωων (ερπετών, πτηνών, αμφίβιων, των περισσότερων ψαριών)· συνεκδ. η αντίστοιχη οπή. [< αρχ. ἀμάρα 'αυλάκι', γαλλ. cloaque] | |
| 2484 | αμάραντος | , η, ο [ἀμάραντος] α-μά-ρα-ντος επίθ. 1. που δεν μαραίνεται ή δεν έχει μαραθεί: ~α: άνθη/φυτά (ΑΝΤ. μαραμένα). Βλ. αειθαλής, θαλερός. 2. (μτφ.-λογοτ.) αιώνιος, αμετάβλητος, άφθαρτος: Το ~ο στεφάνι της δόξας/του μαρτυρίου/της νίκης. Βλ. αθάνατος. ● Ουσ.: αμάραντος ουσ. (αρσ.) (ο): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό με πολλές ποικιλίες (επιστ. ονομασ. Amaranthus), το οποίο δεν μαραίνεται εύκολα, ευδοκιμεί σε ημιορεινές συνήθ. περιοχές και χρησιμοποιείται ως βότανο ή ως διακοσμητικό. [< μτγν. ἀμάραντος] ● ΦΡ.: Ρόδο (το) Αμάραντο: ΕΚΚΛΗΣ. προσφών. της Θεοτόκου. [< 1: μτγν. ἀμάραντος, γαλλ. amarante, αγγλ. amarant(h)] | |
| 2485 | αμαρέτο | [ἀμαρέτο] α-μα-ρέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό λικέρ με άρωμα πικραμύγδαλου. [< ιταλ. amaretto, αγγλ. ~, 1969, γαλλ. ~, 1986] | |
| 2486 | αμαρκάριστος | , η, ο [ἀμαρκάριστος] α-μαρ-κά-ρι-στος επίθ. ΑΝΤ. μαρκαρισμένος 1. ΑΘΛ. για παίκτη ομαδικού αθλήματος που δεν μαρκάρεται από κάποιον αντίπαλο: Βρέθηκε/έμεινε ~. Άφησαν τον επιθετικό ~ο.|| (κατ' επέκτ.) ~α σουτ (: που γίνονται από αφύλακτους παίκτες). ΣΥΝ. ξεμαρκάριστος 2. (σπάν.) καθετί που δεν έχει αναγνωριστικό σήμα, δεν έχει σημαδευτεί: ~η: σελίδα. [< αγγλ. unmarked] | |
| 2487 | αμαρτάνω | [ἁμαρτάνω] α-μαρ-τά-νω ρ. (αμτβ.) {αμάρτη-σα (αρχαιοπρ. ήμαρτον)} & (προφ.) αμαρταίνω: παραβαίνω μια θρησκευτική ή ηθική εντολή, διαπράττω αμαρτία: Παρασύρθηκε και ~σε. Βλ. κολάζομαι. ● βλ. ήμαρτον [< μτγν. ἁμαρτάνω] | |
| 2488 | αμάρτημα | [ἁμάρτημα] α-μάρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {αμαρτήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΘΡΗΣΚ. αμαρτία και ιδ. το αποτέλεσμά της: ανομολόγητο/ασυγχώρητο/βαρύ/κολάσιμο/μεγάλο/μικρό/νεανικό/φοβερό ~. Άφεση/εξιλέωση ~άτων. Διαπράττω/υποπίπτω σε ~. Eξομολογούμαι/συγχωρούνται τα ~ατά μου. ΣΥΝ. αμαρτία (1), ανόμημα, κρίμα (2) 2. (κατ' επέκτ.) σημαντικό, κρίσιμο λάθος ή παράβαση αρχών, κανόνων: Έκανε πολλά ~ατα και τώρα τα πληρώνει. Πβ. παράπτωμα, σφάλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Χριστιανική και ειδικότ. την Καθολική Εκκλησία) οι επτά σοβαρότερες αμαρτίες: έπαρση, ζηλοφθονία, λαγνεία, λαιμαργία, οκνηρία, οργή, πλεονεξία., προπατορικό αμάρτημα βλ. προπατορικός [< μτγν. ἁμάρτημα] | |
| 2489 | αμαρτία | [ἁμαρτία] α-μαρ-τί-α ουσ. (θηλ.) {αμαρτι-ών} 1. παράβαση θείου, θρησκευτικού ή ηθικού νόμου: ασυγχώρητη/βαριά/γλυκιά/θανάσιμη/μεγάλη/μικρή ~. Διαπράττω/κάνω ~. Πέφτω σε ~. Έδωσε/πήρε άφεση ~ών. Του συγχωρέθηκαν οι/εξομολογήθηκε τις/είπε τις ~ες του. Πλήρωσαν (για) τις ~ες τους (: τιμωρήθηκαν, υπέστησαν τις συνέπειες). ΣΥΝ. αμάρτημα (1), ανόμημα, κρίμα (2) 2. ακολασία, ανηθικότητα, διαφθορά: ο δρόμος (ΑΝΤ. ο δρόμος του Θεού/Χριστού)/το σπίτι της ~ας. Βουτηγμένοι/ζει μέσα στην ~. Κάνει αγώνα να ξεφύγει από την ~. Πβ. ασωτία. 3. αξιοκατάκριτη ενέργεια, σοβαρό λάθος: Η μοναδική μου ~ είναι ότι την/τον ανέχτηκα! Πβ. παράπτωμα, σφάλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά αμαρτία: ερωτική σχέση που ανήκει στο παρελθόν., άφεση αμαρτιών βλ. άφεση ● ΦΡ.: (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου: (όταν κάποιος πρόκειται να παραδεχτεί κάτι), για να είμαι ειλικρινής: Για να/να σου πω ~, δεν το περίμενα/το μετάνιωσα., αίρει τις αμαρτίες (μτφ.-αρχαιοπρ.) (ΚΔ): αναλαμβάνει, σηκώνει το ηθικό βάρος αμαρτήματος., αμαρτία από τον Θεό: για κάτι που δεν είναι σωστό: Mην το λες αυτό, είναι ~ ~., αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα: τα λάθη των γονέων ή προγόνων ταλαιπωρούν τα παιδιά ή τους απογόνους τους., ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει: από την τήρηση της νηστείας εξαιρούνται άρρωστοι και ταξιδιώτες· (κατ' επέκτ.-σπάν.) για περιπτώσεις κατά τις οποίες εξαιρούνται από τον νόμο συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών., είναι αμαρτία να ...: είναι κρίμα, δεν πρέπει να: ~ ~ μην του πεις την αλήθεια. Θα ήταν ~ χάσει τέτοια ευκαιρία. Αμαρτία δεν είναι να πάει τόσο φαγητό χαμένο;, παίρνω πάνω μου την αμαρτία: αναλαμβάνω την ευθύνη αμαρτημάτων, παραπτωμάτων άλλων: Ο Χριστός πήρε πάνω Του ~ του κόσμου., πληρώνω αμαρτίες (μτφ.): ταλαιπωρούμαι από δικά μου λάθη ή των άλλων: ~ ξένες ~. (ως έκφρ. αγανάκτησης, παράπονου:) (Θεέ μου) τι αμαρτίες πληρώνω; Έχουμε ακόμα πολλές ~ να πληρώσουμε (: μας περιμένουν και άλλα βάσανα, και άλλες ταλαιπωρίες)., σαν αμαρτία: για κάποιον ή κάτι που βάζει σε πειρασμό, που είναι ιδιαίτερα ελκυστικό(ς): όμορφος ~ ~. Αποφεύγει τα γλυκά ~ ~., σιχαίνομαι/απεχθάνομαι/βαριέμαι κάποιον/κάτι σαν τις αμαρτίες μου: αποστρέφομαι, μισώ., προφάσεις εν αμαρτίαις βλ. πρόφαση [< 1,3: αρχ. ἁμαρτία] | |
| 2490 | αμάρτυρος | , η, ο [ἀμάρτυρος] α-μάρ-τυ-ρος επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. για αρχαίο συνήθ. λεξικό ή γραμματικό τύπο που δεν απαντά στις σωζόμενες πηγές, αλλά αναφέρεται με έμμεσο τρόπο ή είναι υποθετικά γνωστός: ~η: ινδοευρωπαϊκή ρίζα. Το σύμβολο των ~ων τύπων είναι ο αστερίσκος (*). Βλ. επανασύνθεση. 2. (σπάν.) για κάτι που δεν γίνεται γνωστό από μαρτυρίες, πηγές: Η πληροφορία αυτή είναι ~η. [< 2: αρχ. ἀμάρτυρος] | |
| 2491 | αμαρτωλός | , ή, ό [ἁμαρτωλός] α-μαρ-τω-λός επίθ.: που παραβαίνει ηθικούς κανόνες ή αρχές, που έχει διαπράξει αμαρτίες: ~ός: έρωτας (= παράνομος). ~ή: ζωή/ιστορία. ~ό: παρελθόν. ~ές: απολαύσεις/επιθυμίες/σκέψεις/σχέσεις. ~ά: πάθη. Βλ. ανήθικος, κολασμένος. ΑΝΤ. ακριμάτιστος, αναμάρτητος ● Ουσ.: αμαρτωλός, αμαρτωλή (ο/η): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που έχει αμαρτήσει: Συγχώρεσέ με τον ~ό. Οι δίκαιοι και οι ~οί. Η σωτηρία των ~ών. ● επίρρ.: αμαρτωλά [< αρχ. ἁμαρτωλός] | |
| 2492 | αμαρτωλότητα | [ἁμαρτωλότητα] α-μαρ-τω-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ιδιότητα του αμαρτωλού. Βλ. αγιότητα, -ότητα. | |
| 2493 | αμαρυλλίδα | [ἀμαρυλλίδα] α-μα-ρυλ-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (οικογ. Amaryllidaceae) με κωνικά, αρωματικά άνθη σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων: δίχρωμες/κόκκινες/λευκές ~ες. [< μτγν. Ἀμαρυλλίς, γαλλ.-αγγλ. amaryllis] | |
| 2494 | αμάσητος | , η, ο [ἀμάσητος] α-μά-ση-τος επίθ.: που δεν μασήθηκε: Κατάπιε/κατέβασε το φαγητό ~ο (ΑΝΤ. μασημένο).|| (μτφ.-προφ.) Το έχαψε ~ο. Δέχονται σαν ~η τροφή (: χωρίς κριτική επεξεργασία) ό,τι τους σερβίρουν. [< μτγν. ἀμάσητος] | |
| 2495 | αμασχάλη | βλ. μασχάλη | |
| 2496 | αμαυρώνω | [ἀμαυρώνω] α-μαυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αμαύρω-σε, αμαυρώ-θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): θίγω την τιμή, το όνομα, κυρ. προσώπου: ~ το κύρος/τη μνήμη/τη φήμη (κάποιου). Η αξιοπιστία/η υστεροφημία του ~θηκε. Τα επεισόδια ~σαν τον εορτασμό της επετείου. ~μένη: εικόνα. Πβ. βρομίζω, λερώνω. ΣΥΝ. κηλιδώνω (1), σπιλώνω, στιγματίζω (1) [< αρχ. ἀμαυρῶ, μεσν. αμαυρώνω] | |
| 2497 | αμαύρωση | [ἀμαύρωση] α-μαύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μείωση της καλής φήμης, της υπόληψης κυρ. προσώπου, δυσφήμηση: ~ της εικόνας/της επετείου/της ιστορίας/του ονόματος (κάποιου). Δημόσια ~ προσώπου. ΣΥΝ. κηλίδωση (2), σπίλωση, στιγματισμός (1) 2. (λόγ.) το να γίνεται κάτι θαμπό, σκοτεινό· ειδικότ. μείωση ή απώλεια της λάμψης ορισμένων μετάλλων ή ορυκτών λόγω οξείδωσης: ~ του φιλμ. Βαθμός ~ης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ (ηλιακού) χείλους (: το να εμφανίζεται ο ηλιακός δίσκος σκοτεινότερος στην περιφέρεια από ό,τι στο κέντρο).|| (ΧΗΜ.) ~ επιφάνειας. 3. ΙΑΤΡ. ξαφνική, συνήθ. παροδική και σπανιότ. μόνιμη, απώλεια της όρασης, κυρ. λόγω βλάβης του οπτικού νεύρου ή του αμφιβληστροειδούς, χωρίς εμφανή αλλοίωση του οφθαλμού: ~ από γλαύκωμα/εγκεφαλική αιμορραγία. Εκ γενετής ~. Πβ. τυφλότητα. Βλ. αμβλυωπία. [< 1: μτγν. ἀμαύρωσις 2,3: αρχ. ἀμαύρωσις, γαλλ. amaurose, αγγλ. amaurosis] | |
| 2498 | αμάχη | [ἀμάχη] α-μά-χη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): έχθρα, μίσος και κατ' επέκτ. τσακωμός, σύγκρουση: Ρήμαξαν σπίτια με την ~ τους (ΑΝΤ. αγάπη, φιλία).|| Ξέσπασε ~. Πβ. φιλονικία. [< μεσν. αμάχη] | |
| 2499 | αμαχητί | [ἀμαχητί] α-μα-χη-τί επίρρ. (λόγ.): χωρίς μάχη, αντίσταση ή αντίρρηση: Έπεσε/παραδόθηκε ~. Δεν εγκαταλείπω τη θέση μου ~. Υπέκυψε ~ στη γοητεία της. [< αρχ. ἀμαχητί] | |
| 2500 | αμάχητος | , η, ο [ἀμάχητος] α-μά-χη-τος επίθ. 1. ΝΟΜ. που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να προσβληθεί, αδιάσειστος, αδιαμφισβήτητος: ~η: απόδειξη. ~ο: κριτήριο. ~α: στοιχεία. ΑΝΤ. μαχητός 2. (σπάν.) ακαταμάχητος, αήττητος. ● επίρρ.: αμάχητα & (λόγ.) αμαχήτως: στη σημ. 1: Αποδεικνύεται/τεκμαίρεται ~ ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αμάχητο τεκμήριο: ΝΟΜ. αποδεικτικό στοιχείο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Η συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής αποτελεί ~ ~ ότι έχετε αποδεχθεί τους όρους μας. ΑΝΤ. μαχητό τεκμήριο [< αρχ. ἀμάχητος] | |
| 2501 | άμαχος | , η, ο [ἄμαχος] ά-μα-χος επίθ.: που δεν συμμετέχει ενεργά σε πόλεμο: ~α: θύματα. Βλ. -μαχος. ΑΝΤ. μάχιμος (2) ● Ουσ.: άμαχοι (οι) {αμάχ-ων, -ους}: άμαχος πληθυσμός: αθώοι ~. Απώλειες/προστασία/σφαγή ~ων. Χιλιάδες ~ σκοτώθηκαν/έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους. Επιθέσεις/πυρά εναντίον ~ων. Βοήθεια στους ~ους. ● ΣΥΜΠΛ.: άμαχος πληθυσμός: ΝΟΜ. το σύνολο των κατοίκων μιας περιοχής που δεν λαμβάνει ενεργό μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, κυρ. γυναικόπαιδα. [< αρχ. ἄμαχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ