Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34380-34400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33713νεοτερισμόςβλ. νεωτερισμός
33714νεοτεριστήςβλ. νεωτεριστής
33715νεοτεριστικός, ή, ό βλ. νεωτεριστικός
33716νεότεροςνε-ό-τε-ρος επίθ. , η (λογ. -έρα), ο & (λόγ.) νεώτερος 1. πιο νέος: (κατά) πέντε χρόνια ~ός τους. (ως ουσ.) Οι ~οι. ΑΝΤ. πρεσβύτερος.|| ~ες: εξελίξεις. ~α: δεδομένα. Πβ. πρόσφατος, τελευταίος.|| ~η: περίοδος. ~οι: χρόνοι. Πβ. μεταγενέστερος.|| (ΙΣΤ.) Η Νεότερη Ελλάδα (1832-1940). Νεότερη Λογοτεχνία (1922-1945). Πβ. σύγχρονος. 2. (για πρόσ.) που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του ή με άλλο διάσημο πρόγονό του: Πλίνιος/Γιόχαν Στράους ο ~. Βλ. πρεσβύτερος. ● Ουσ.: νεότερο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: πιο πρόσφατη, τελευταία εξέλιξη ή είδηση: Μόλις έχω/μάθω ~α, θα σας ενημερώσω.|| (λόγ.) Εν αναμονή ~έρων! ● ΦΡ.: μέχρι νεοτέρας/νεωτέρας (διαταγής) (λόγ.): μέχρι να υπάρξει νεότερη ειδοποίηση, απόφαση, εντολή ή εξέλιξη: αναβολή/κλειστό ~ ~. Η απεργία συνεχίζεται ~ ~., ουδέν νεότερο(ν)/νεώτερον (λόγ.): κανένα νεότερο, τίποτα καινούργιο: ~ ~ από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων. [< γερμ. nichts Neues] [< αρχ. νεώτερος]
33717νεότευκτος, η, ο νε-ό-τευ-κτος επίθ. (λόγ.) 1. που κατασκευάστηκε ή δημιουργήθηκε πρόσφατα· νέος, καινούργιος: ~ος: θεσμός. ~η: εταιρεία. ~ο: κράτος. ΣΥΝ. νεοσύστατος.|| ~ο: κτίριο (= νεόδμητο). 2. (σπάν.-για πρόσ.) που τοποθετήθηκε σε κάποια θέση ή εμφανίστηκε σε κάποιον τομέα πρόσφατα: ~ος: πρόεδρος. Πβ. νεόκοπος. [< 1: αρχ. νεότευκτος]
33718νεότητανε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. περίοδος ανάμεσα στην εφηβεία και την ωριμότητα· η νεανική ηλικία: αιώνια/διαρκής/παρατεταμένη/χαμένη ~. Το ελιξίριο της ~ας. Πβ. νιάτα. 2. (περιληπτ.) νέοι, νεολαία: (Αθλητικό) Κέντρο/Φεστιβάλ Νεότητας. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ξενώνας νεότητας βλ. ξενώνας, πρώτη/δεύτερη νιότη/νεότητα βλ. νιότη [< αρχ. νεότης, γαλλ. jeunesse]
33719νεοϋορκέζικος, η, ο νε-ο-ϋ-ορ-κέ-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Νέα Υόρκη ή/και τους Νεοϋορκέζους.
33720Νεοϋορκέζος, ΝεοϋορκέζαΝε-ο-ϋ-ορ-κέ-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Νέα Υόρκη.
33721νεοφανής, ής, ές νε-ο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που εμφανίστηκε πρόσφατα ή για πρώτη φορά: ~ής: θεσμός/όρος. ~ής: θεωρία. ~είς: Άγιοι/Μάρτυρες. ~είς: πρακτικές. ~ή: τρόφιμα (: γενετικά τροποποιημένα).|| ~ής: ιδέα/κατάσταση. ~ές: φαινόμενο. Πβ. καινο-, πρωτο-φανής.|| (ειρων.) ~είς: υποστηρικτές του ... (= νεόκοποι, όψιμοι). Βλ. -φανής. [< μτγν. νεοφανής]
33722νεοφασισμόςνε-ο-φα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κοινωνικοπολιτικό κίνημα που αποτελεί αναβίωση του φασισμού. Βλ. νεοναζισμός. [< ιταλ. neofascismo, 1945, αγγλ. neofascism, 1946, γαλλ. néofascisme]
33723νεοφασίσταςνε-ο-φα-σί-στας ουσ. (αρσ.): οπαδός του νεοφασισμού. Βλ. νεοναζί. [< neofascista, 1943, αγγλ. neofascist, 1944, γαλλ. néofasciste, 1945]
33724νεοφασιστικός, ή, ό νε-ο-φα-σι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον νεοφασισμό ή τον νεοφασίστα. Βλ. νεοναζιστικός. [< αγγλ. neofascist, 1944, γαλλ. néofasciste, 1945]
33725νεοφερμένος, η, ο νε-ο-φερ-μέ-νος επίθ. & (σπάν.) νεόφερτος & (λαϊκό) νιόφερτος: που έχει έρθει, φτάσει ή τον έχουν φέρει πρόσφατα κάπου· καινούργιος, νέος: ~ο: μέλος (στην οικογένεια).|| (ως ουσ.) Ο ~ της παρέας. ~ σ' έναν τόπο (ΑΝΤ. γηγενής, ντόπιος). Πβ. νέηλυς, νεοαφιχθείς. [< γαλλ. nouveau venu]
33726νεοφιλελευθερισμόςνε-ο-φι-λε-λευ-θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει την απόλυτη κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς και αποδέχεται την κρατική παρέμβαση μόνο στον βαθμό που προστατεύει την οικονομική δραστηριότητα από τη δημιουργία μονοπωλίων. Βλ. Δεξιά, κράτος-νυχτοφύλακας, σοσιαλφιλελευθερισμός. [< γαλλ. néolibéralisme, αγγλ. neoliberalism]
33727νεοφιλελεύθερος, η, ο νε-ο-φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον νεοφιλελευθερισμό: ~ος: καπιταλισμός. ~η: ιδεολογία/σκέψη. ~ο: μοντέλο/πνεύμα/σύστημα.|| ~ος: πολιτικός. ~η: κυβέρνηση/παράταξη. Βλ. δεξιός. ● Ουσ.: νεοφιλελεύθεροι (οι) {-ων (λόγ.) -έρων} (κ. με κεφαλ. Ν): οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού. [< αγγλ. neoliberal, 1921, γαλλ. néolibéral, 1959]
33728νεοφλοιόςνε-ο-φλοι-ός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το πιο εξελιγμένο τμήμα του εγκεφαλικού φλοιού, το οποίο αποτελείται από έξι στιβάδες νευρώνων και διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα, καθώς είναι υπεύθυνο για τις λειτουργίες της γλώσσας, της μάθησης, της μνήμης και της αφηρημένης σκέψης. Βλ. αμυγδαλή. [< αγγλ. neocortex, 1909, γαλλ. néocortex , πριν από το 1950]
33729νεοφοβίανε-ο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. παθολογικός φόβος για οτιδήποτε νέο: τροφική ~. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. néophobie, αγγλ. neophobia]
33730νεοφυής, ής, ές νε-ο-φυ-ής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: νεοφυής επιχείρηση ΟΙΚΟΝ. νεοσύστατη εταιρεία που παρουσιάζει μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και επενδύει κυρ. στην καινοτομία. Βλ. τεχνοβλαστός. [< μτγν. νεοφυής ‘νεογέννητος’, αγγλ. start-up company, start-up, 1992]
33731νεοφώτιστος, η, ο νε-ο-φώ-τι-στος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. βαφτισμένος πρόσφατα: ~ος: χριστιανός. (ουσ.) Να σας ζήσει ο ~/το ~ο! Βλ. κατηχούμενος. 2. (μτφ.) καινούργιος, νέος, πρωτοεμφανιζόμενος: ~ος: πρόεδρος (= νέος). ~η: κυβέρνηση. Πβ. νεόκοπος.|| (ΑΘΛ.) ~η: ομάδα (: που ανέβηκε κατηγορία).|| (ουσ.) Οι ~οι στις νέες τεχνολογίες (βλ. αρχάριος). [< 1: μτγν. νεοφώτιστος]
33732νεόχτιστος, η, ο βλ. νεόκτιστος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.