| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33754 | νερομάνα | νε-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): πηγή από την οποία αναβλύζει μεγάλη ποσότητα νερού. Βλ. -μάνα. ΣΥΝ. βρυσομάνα, κεφαλάρι (2), κεφαλόβρυσο | |
| 33755 | νερομπογιά | νε-ρο-μπο-γιά ουσ. (θηλ.): υδατοδιαλυτό χρώμα σε πλακίδια ή σωληνάρια, που χρησιμοποιείται ως υλικό ζωγραφικής· συνεκδ. το αντίστοιχο ζωγραφικό έργο: σχέδιο με ~. Σετ ~ιές. Kασετίνα/κουτί με ~ιές. Βλ. ακρυλικό, κάρβουνο, λάδι, παστέλ. ΣΥΝ. ακουαρέλα (2), νερόχρωμα, υδατόχρωμα | |
| 33756 | νερομπούλι | νε-ρο-μπού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεροζούμι. | |
| 33757 | νερόμυλος | νε-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): μύλος που λειτουργεί με υδροηλεκτρική ενέργεια. Βλ. νεροτριβή, υδροκίνηση. ΣΥΝ. υδρόμυλος [< μεσν. νερόμυλος] | |
| 33758 | νεροπίστολο | νε-ρο-πί-στο-λο ουσ. (ουδ.): (κυρ. ως παιδικό παιχνίδι) πιστόλι συνήθ. πλαστικό, που εκτοξεύει νερό. | |
| 33759 | νερόπλυμα | νε-ρό-πλυ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. νεροζούμι. 2. (μτφ.-μειωτ.) για κάποιον βαρετό, αδιάφορο. Πβ. νερόβραστος, ξενέρωτος. 3. (σπάν.) νερό από πλύσιμο πιάτων ή άλλων σκευών. Βλ. απόπλυμα. | |
| 33760 | νεροποντή | νε-ρο-πο-ντή ουσ. (θηλ.): ξαφνική και πολύ δυνατή βροχή: καλοκαιρινή ~. Σφοδρή ~ έπληξε πολλές περιοχές. Διακοπή ρεύματος/καθιζήσεις/πλημμύρες λόγω (της) ~ής. Πβ. καταιγίδα, μπόρα, μπουρίνι. Βλ. ψιλόβροχο. | |
| 33761 | νεροπότηρο | νε-ρο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ποτήρι νερού και (σπανιότ.-συνεκδ.) η ποσότητα που χωρά σε αυτό. | |
| 33762 | νεροσυρμή | νε-ρο-συρ-μή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): κατηφορικό αυλάκι που σχηματίζεται από τα νερά της βροχής. Βλ. κοίτη, ρέμα, ρεματιά, χείμαρρος. [< μεσν. νεροσυρμή] | |
| 33763 | νεροσωλήνας | νε-ρο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.) (προφ.): υδροσωλήνας. | |
| 33764 | νεροτριβή | νε-ρο-τρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. υδροκίνητη κατασκευή για την επεξεργασία ή το πλύσιμο μάλλινων υφαντών. Βλ. νερόμυλος. 2. σύγχρονο εργαστήριο για το πλύσιμο ολόμαλλων υφαντών. | |
| 33765 | νεροτσουλήθρα | νε-ρο-τσου-λή-θρα ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.}: τσουλήθρα, συνήθ. σε πάρκο ψυχαγωγίας, σε ποικίλα σχήματα και μεγέθη, στο κοίλο μέρος της οποίας ρέει νερό για μείωση της τριβής και μεγαλύτερη ώθηση· (κατ' επέκτ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο πάρκο: πισίνα με ~.|| Πήγαμε στις ~ες. Βλ. -ήθρα, υδροπάρκο. [< αγγλ. waterslide] | |
| 33766 | νερουλάς | νε-ρου-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): πρόσωπο που μετέφερε ή/και πουλούσε πόσιμο νερό. Βλ. -ουλάς. ΣΥΝ. νεροκουβαλητής (2) | |
| 33767 | νερουλιάζει | νε-ρου-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {νερούλια-σε, -σμένος} (προφ.) 1. (κυρ. για φαγητό ή ρόφημα) γίνεται νερουλό. ΣΥΝ. νερώνει 2. (μτφ.) χαλαρώνει, πλαδαρεύει: ~σε το δέρμα της (= κρέμασε, ΑΝΤ. έσφιξε). ● ΦΡ.: νερούλιασε/έχει νερουλιάσει το μυαλό του βλ. μυαλό | |
| 33768 | νερουλός | , ή, ό νε-ρου-λός επίθ. (προφ.) 1. που περιέχει περισσότερο νερό από το κανονικό, με αποτέλεσμα να είναι πολύ αραιός και κατ' επέκτ. άγευστος: ~ός: καφές (= νερωμένος)/πουρές. ~ή: κρέμα/σάλτσα/σούπα (ΑΝΤ. παχύρρευστη, πηχτή, σφιχτή). ~ό: φαγητό. Πβ. ρευστός, υδαρής. 2. (μτφ.) πλαδαρός, χαλαρός: ~ός: λαιμός. ~ή: κοιλιά.|| ~ό: έργο/σενάριο. Πβ. άγευστος, νερόβραστος. Βλ. -ουλός. [< μεσν. νερουλός] | |
| 33769 | νεροφάγωμα | νε-ρο-φά-γω-μα ουσ. (ουδ.) & νεροφαγιά (η) (λαϊκό): κοιλότητα ή βαθούλωμα σε πέτρα ή στο έδαφος που δημιουργήθηκε από τρεχούμενα νερά: βαθύ ~. | |
| 33770 | νεροφίδα | νε-ρο-φί-δα ουσ. (θηλ.) & νερόφιδο (το): ΖΩΟΛ. φίδι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Natrix natrix), συνήθ. μη δηλητηριώδες, σκούρου πράσινου χρώματος με μαύρες κηλίδες ή ταινίες στη ράχη. ● ΦΡ.: πίνει σαν σφουγγάρι/νεροφίδα βλ. σφουγγάρι [< μεσν. νερόφιδον] | |
| 33771 | νεροχελίδονο | νε-ρο-χε-λί-δο-νο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο μεταναστευτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Glareola pratincola) που ζει δίπλα σε νερό και έχει σκούρο φτέρωμα στο πάνω μέρος του σώματος, λευκή κοιλιά και μαύρο-κόκκινο ράμφος. | |
| 33772 | νεροχελώνα | νε-ρο-χε-λώ-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία για τις χελώνες που ζουν σε γλυκό νερό και διακρίνονται σε γραμμωτές (επιστ. ονομασ. Mauremus caspica) και στικτές (επιστ. ονομασ. Emys orbicularis). | |
| 33773 | νερόχιονο | βλ. χιονόνερο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ