Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34440-34460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33757νερόμυλοςνε-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): μύλος που λειτουργεί με υδροηλεκτρική ενέργεια. Βλ. νεροτριβή, υδροκίνηση. ΣΥΝ. υδρόμυλος [< μεσν. νερόμυλος]
33758νεροπίστολονε-ρο-πί-στο-λο ουσ. (ουδ.): (κυρ. ως παιδικό παιχνίδι) πιστόλι συνήθ. πλαστικό, που εκτοξεύει νερό.
33759νερόπλυμανε-ρό-πλυ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. νεροζούμι. 2. (μτφ.-μειωτ.) για κάποιον βαρετό, αδιάφορο. Πβ. νερόβραστος, ξενέρωτος. 3. (σπάν.) νερό από πλύσιμο πιάτων ή άλλων σκευών. Βλ. απόπλυμα.
33760νεροποντήνε-ρο-πο-ντή ουσ. (θηλ.): ξαφνική και πολύ δυνατή βροχή: καλοκαιρινή ~. Σφοδρή ~ έπληξε πολλές περιοχές. Διακοπή ρεύματος/καθιζήσεις/πλημμύρες λόγω (της) ~ής. Πβ. καταιγίδα, μπόρα, μπουρίνι. Βλ. ψιλόβροχο.
33761νεροπότηρονε-ρο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ποτήρι νερού και (σπανιότ.-συνεκδ.) η ποσότητα που χωρά σε αυτό.
33762νεροσυρμήνε-ρο-συρ-μή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): κατηφορικό αυλάκι που σχηματίζεται από τα νερά της βροχής. Βλ. κοίτη, ρέμα, ρεματιά, χείμαρρος. [< μεσν. νεροσυρμή]
33763νεροσωλήναςνε-ρο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.) (προφ.): υδροσωλήνας.
33764νεροτριβήνε-ρο-τρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. υδροκίνητη κατασκευή για την επεξεργασία ή το πλύσιμο μάλλινων υφαντών. Βλ. νερόμυλος. 2. σύγχρονο εργαστήριο για το πλύσιμο ολόμαλλων υφαντών.
33765νεροτσουλήθρανε-ρο-τσου-λή-θρα ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.}: τσουλήθρα, συνήθ. σε πάρκο ψυχαγωγίας, σε ποικίλα σχήματα και μεγέθη, στο κοίλο μέρος της οποίας ρέει νερό για μείωση της τριβής και μεγαλύτερη ώθηση· (κατ' επέκτ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο πάρκο: πισίνα με ~.|| Πήγαμε στις ~ες. Βλ. -ήθρα, υδροπάρκο. [< αγγλ. waterslide]
33766νερουλάςνε-ρου-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): πρόσωπο που μετέφερε ή/και πουλούσε πόσιμο νερό. Βλ. -ουλάς. ΣΥΝ. νεροκουβαλητής (2)
33767νερουλιάζεινε-ρου-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {νερούλια-σε, -σμένος} (προφ.) 1. (κυρ. για φαγητό ή ρόφημα) γίνεται νερουλό. ΣΥΝ. νερώνει 2. (μτφ.) χαλαρώνει, πλαδαρεύει: ~σε το δέρμα της (= κρέμασε, ΑΝΤ. έσφιξε). ● ΦΡ.: νερούλιασε/έχει νερουλιάσει το μυαλό του βλ. μυαλό
33768νερουλός, ή, ό νε-ρου-λός επίθ. (προφ.) 1. που περιέχει περισσότερο νερό από το κανονικό, με αποτέλεσμα να είναι πολύ αραιός και κατ' επέκτ. άγευστος: ~ός: καφές (= νερωμένος)/πουρές. ~ή: κρέμα/σάλτσα/σούπα (ΑΝΤ. παχύρρευστη, πηχτή, σφιχτή). ~ό: φαγητό. Πβ. ρευστός, υδαρής. 2. (μτφ.) πλαδαρός, χαλαρός: ~ός: λαιμός. ~ή: κοιλιά.|| ~ό: έργο/σενάριο. Πβ. άγευστος, νερόβραστος. Βλ. -ουλός. [< μεσν. νερουλός]
33769νεροφάγωμανε-ρο-φά-γω-μα ουσ. (ουδ.) & νεροφαγιά (η) (λαϊκό): κοιλότητα ή βαθούλωμα σε πέτρα ή στο έδαφος που δημιουργήθηκε από τρεχούμενα νερά: βαθύ ~.
33770νεροφίδανε-ρο-φί-δα ουσ. (θηλ.) & νερόφιδο (το): ΖΩΟΛ. φίδι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Natrix natrix), συνήθ. μη δηλητηριώδες, σκούρου πράσινου χρώματος με μαύρες κηλίδες ή ταινίες στη ράχη. ● ΦΡ.: πίνει σαν σφουγγάρι/νεροφίδα βλ. σφουγγάρι [< μεσν. νερόφιδον]
33771νεροχελίδονονε-ρο-χε-λί-δο-νο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο μεταναστευτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Glareola pratincola) που ζει δίπλα σε νερό και έχει σκούρο φτέρωμα στο πάνω μέρος του σώματος, λευκή κοιλιά και μαύρο-κόκκινο ράμφος.
33772νεροχελώνανε-ρο-χε-λώ-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία για τις χελώνες που ζουν σε γλυκό νερό και διακρίνονται σε γραμμωτές (επιστ. ονομασ. Mauremus caspica) και στικτές (επιστ. ονομασ. Emys orbicularis).
33773νερόχιονοβλ. χιονόνερο
33774νερόχρωμανε-ρό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): νερομπογιά.
33775νεροχύτηςνε-ρο-χύ-της ουσ. (αρσ.): είδος λεκάνης, συνδεδεμένης με το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης στην κουζίνα, για το πλύσιμο τροφίμων ή κουζινικών κυρ. σκευών: ανοξείδωτος/γρανιτένιος/εμαγιέ/μαρμάρινος ~. Μονός/διπλός ~ (: με μία/δύο γούρνες). Η μπαταρία/το ντουλάπι/ο πάγκος/το σιφόνι του ~η. Ο ~ βούλωσε. Βλ. νιπτήρας. [< μεσν. νεροχύτης ‘τρύπα ή σωλήνας για την έξοδο νερού’]
33776ΝέρωναςΝέ-ρω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Νέρων (μετωνυμ.): για εμπρηστή, πυρομανή ή για βίαιο, παράλογο και ψυχολογικά ασταθές άτομο: επίδοξοι/σύγχρονοι ~ες. Βλ. Ηρόστρατος. [< μτγν. Νέρων]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.