| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33774 | νερόχρωμα | νε-ρό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): νερομπογιά. | |
| 33775 | νεροχύτης | νε-ρο-χύ-της ουσ. (αρσ.): είδος λεκάνης, συνδεδεμένης με το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης στην κουζίνα, για το πλύσιμο τροφίμων ή κουζινικών κυρ. σκευών: ανοξείδωτος/γρανιτένιος/εμαγιέ/μαρμάρινος ~. Μονός/διπλός ~ (: με μία/δύο γούρνες). Η μπαταρία/το ντουλάπι/ο πάγκος/το σιφόνι του ~η. Ο ~ βούλωσε. Βλ. νιπτήρας. [< μεσν. νεροχύτης ‘τρύπα ή σωλήνας για την έξοδο νερού’] | |
| 33776 | Νέρωνας | Νέ-ρω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Νέρων (μετωνυμ.): για εμπρηστή, πυρομανή ή για βίαιο, παράλογο και ψυχολογικά ασταθές άτομο: επίδοξοι/σύγχρονοι ~ες. Βλ. Ηρόστρατος. [< μτγν. Νέρων] | |
| 33777 | νερώνω | νε-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νέρω-σε, -σει, -μένος, νερών-οντας} (προφ.): αραιώνω με νερό ένα υγρό, συνήθ. αλκοολούχο ποτό, για να γίνει πιο ελαφρύ ή για λόγους νοθείας: ~ το ούζο. ~μένο: κρασί.|| ~μένη: βενζίνη. ● νερώνει: νερουλιάζει: ~σε η σάλτσα. ~μένη: σούπα (= αραιή). ● ΦΡ.: βάζω νερό στο κρασί μου βλ. κρασί | |
| 33778 | νες καφέ | νες κα-φέ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & νεσκαφέ & νες: στιγμιαίος καφές· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ρόφημα που παρασκευάζεται με ζεστό νερό: δύο κουταλάκια/ένα κουτί/ένα φακελάκι ~.|| ~ με γάλα.|| ~ φραπέ. Βλ. αναδευτήρας, σέικερ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Nescafé, 1942, < Nes(tlé) + café, nes, 1976] | |
| 33779 | νεσεσέρ | νε-σε-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρή θήκη, συνήθ. τσαντάκι ή κασετίνα, για φύλαξη και μεταφορά ειδών προσωπικής υγιεινής και άλλων αναγκαίων αντικειμένων: ανδρικό (: με ξυριστικά)/γυναικείο/πρακτικό ~. ~ καλλυντικών/ταξιδίου. ~ με ψαλίδι, νυχοκόπτη και τσιμπιδάκι. [< γαλλ. nécessaire ‘χρειώδη, απαραίτητα’] | |
| 33780 | Νέστορας | Νέ-στο-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Νέστωρ (μετωνυμ.): για ηλικιωμένο άνδρα που χαίρει σεβασμού και εκτίμησης από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας στην οποία ανήκει, εξαιτίας της σύνεσης, της σοφίας και των ψύχραιμων συμβουλών του: ο ~ της παράταξης/της πολιτικής. Πβ. πατριάρχης. [< αρχ. Νέστωρ, αγγλ.-γαλλ.-γερμ. Nestor] | |
| 33781 | νεστοριανισμός | νε-στο-ρι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. χριστιανική αίρεση του 5ου αι., με εισηγητή τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, η οποία υποστήριζε την ύπαρξη δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, της θεϊκής και της ανθρώπινης, με κυρίαρχη τη δεύτερη. Βλ. αρειαν-, μονοφυσιτ-ισμός. [< γαλλ. nestorianisme, αγγλ. Nestorianism] | |
| 33782 | νεστοριανός | , ή, ό νε-στο-ρι-α-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον νεστοριανισμό: ~οί: χριστιανοί. ● Ουσ.: Νεστοριανοί (οι): οπαδοί του νεστοριανισμού. [< μτγν. Νεστοριανοί] [< μεσν. νεστοριανός, γαλλ. nestorien, αγγλ. Nestorian] | |
| 33783 | νετ καφέ | βλ. ίντερνετ καφέ | |
| 33784 | νέτα | νέ-τα επίρρ. (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: νέτα σκέτα (επιτατ.): ευθέως, χωρίς περιστροφές: Μου απάντησε ~ ~. Πβ. σταράτα. ΣΥΝ. καθαρά και ξάστερα, στα ίσ(ι)α (2) [< μεσν. νέτα] | |
| 33785 | νετάρισμα | νε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νετάρω: (ΦΩΤΟΓΡ.) αυτόματο ~. ΣΥΝ. εστίαση.|| (Μάζεμα και) ~ του παραγαδιού (= καθάρισμα και τακτοποίησή του μετά την ανέλκυσή του).|| Σωματικό και ψυχολογικό ~ (= εξάντληση, εξουθένωση, κλατάρισμα). Βλ. -ισμα. | |
| 33786 | νετάρω | νε-τά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {νετάρισα κ. νέταρα} (λαϊκό) 1. ΦΩΤΟΓΡ. εστιάζω: ~ (σε) ένα αντικείμενο. Δεν έχεις ~ει σωστά. Βλ. φλουτάρω.|| Η εικόνα/ο φακός ~ει. 2. τελειώνω, ξεμπερδεύω, ξεκαθαρίζω: Μέχρι το μεσημέρι θα έχουμε ~ει.|| ~ τα δίχτυα/τα παραγάδια. 3. εξαντλούμαι: Έχω ~ει (= κλατάρει), δεν με κρατούν τα πόδια μου!|| Οι μπαταρίες έχουν ~ει. 4. αποτελειώνω, καταστρέφω. [< ιταλ. nettare] | |
| 33787 | νέτμπουκ | νέτ-μπουκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. μικρός και ελαφρύς φορητός υπολογιστής ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. για πρόσβαση στο διαδίκτυο. Βλ. λάπτοπ, ντέσκτοπ. [< αμερικ. netbook, 2007 < (inter)net + (note)book, ιταλ. ~, 2008] | |
| 33788 | νέτος | , η, ο νέ-τος επίθ. (λαϊκό) 1. καθαρός: ~ος: μισθός. ~η: τιμή (από το καθαρό βάρος προϊόντος). ~ο: κέρδος. ΑΝΤ. μικτός (1) 2. απένταρος: Είμαι/μένω ~ (= ρέστος, ταπί). 3. (σπάν.) που έχει τελειώσει, ξεμπερδέψει με κάτι. ● ΦΡ.: νέτος σκέτος (επιτατ.): ξεκάθαρος, σαφής: Η ενέργειά του δεν είναι παρά ~ ~ εκβιασμός. Η απάντησή της ήταν σταράτη, ~η ~η (= ντόμπρα). [< μεσν. νέτος < ιταλ. netto] | |
| 33789 | νετραλίνο | νε-τρα-λί-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. υποθετικό σωματίδιο που προβλέπεται από τη θεωρία της υπερσυμμετρίας. Βλ. σκοτεινή ύλη. [< αγγλ. neutralino] | |
| 33790 | νετρίνο | νε-τρί-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. υποατομικό σωματίδιο (λεπτόνιο), χωρίς ηλεκτρικό φορτίο και με πάρα πολύ μικρή μάζα (σύμβ. ν): ~ ηλεκτρονίου/μιονίου/ταυ (: τύποι ~ου). Ηλιακά ~α. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρονομία νετρίνων βλ. αστρονομία [< ιταλ. neutrino, 1933, αγγλ. ~, 1934, γαλλ. ~, 1935] | |
| 33791 | νετρονικός | , ή, ό νε-τρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το νετρόνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: νετρονική ενεργοποίηση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μη καταστροφική, αναλυτική τεχνική προσδιορισμού των ιχνοστοιχείων ενός δείγματος με ακτινοβόληση των νετρονίων του. [< αγγλ. neutron activation (analysis), 1947] [< γαλλ. neutronique, 1934, αγγλ. neutronic, 1934] | |
| 33792 | νετρόνιο | νε-τρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {νετρονί-ου | -ων}: ΦΥΣ. πυρηνικό σωματίδιο χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, με περίπου την ίδια μάζα με αυτή του πρωτονίου (σύμβ. n): ελεύθερα ~α. Πρωτόνιο, ηλεκτρόνιο, ~ (: τα δομικά σωματίδια της ύλης). ~α υψηλής/χαμηλής ενέργειας. Βομβαρδισμός πυρήνα με ~α. Ανάκλαση/αντιδράσεις/γεννήτρια/δέσμες/ροή/σκέδαση/φασματοσκοπία ~ων. Αντιδραστήρας ταχέων/θεωρία διάχυσης ~ων. Θεραπεία με ραδιενεργό ενσωμάτωση ~ου. Ο αριθμός των ~ων καθορίζει το ισότοπο ενός στοιχείου. Βλ. αδρόνιο, αντι~, κουάρκ, νουκλεόνιο. ΣΥΝ. ουδετερόνιο ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα νετρονίου: ΣΤΡΑΤ. πυρηνικό όπλο κατά την έκρηξη του οποίου παράγεται τεράστια ακτινοβολία νετρονίων που καταστρέφει κυρ. τους ζωντανούς οργανισμούς. [< αγγλ. neutron bomb, 1959] , άστρο/αστέρας νετρονίων βλ. αστέρας [< γαλλ. neutron, 1912, αγγλ. ~, 1921] | |
| 18527 | Νετταρα | [ἑστίαση] ε-στί-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) εστιασμός (ο) 1. ΦΥΣ. συγκέντρωση φωτεινής δέσμης ή ροής σωματιδίων σε ένα σημείο: ισοηλεκτρική ~. ~ του ειδώλου/τηλεσκοπίου. Φακός μεταβλητής ~ης. Πβ. νετάρισμα. 2. (μτφ.) επικέντρωση: ~ του ενδιαφέροντος/της προσοχής/των προσπαθειών.|| ~ του βλέμματος. ● ΣΥΜΠΛ.: μηδενική εστίαση βλ. μηδενικός [< αγγλ. focalization, γαλλ. focalisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ