| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33793 | νεύμα | [νεῦμα] νεύ-μα ουσ. (ουδ.) {νεύμ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): κίνηση του προσώπου ή χειρονομία, ως μη λεκτική μορφή επικοινωνίας, προκειμένου να εκφραστεί κάποιο μήνυμα ή συναίσθημα: αρνητικό/καταφατικό/συγκαταβατικό/φιλικό ~. Ευχαρίστησε/χαιρέτησε με ένα ~ του κεφαλιού. Του έκανε ~ (= του έγνεψε) με το χέρι να ησυχάσει/με τα μάτια της ότι συμφωνεί. Συνεννοούνταν με ~ατα. ΣΥΝ. γνέψιμο, νόημα (3) ● νεύματα (τα): ΜΟΥΣ. (στην εκκλησιαστική μουσική) σημεία που τοποθετούνται πάνω από τις ψαλλόμενες συλλαβές και δηλώνουν το μουσικό διάστημα. Βλ. φθογγόσημο. [< αρχ. νεῦμα] | |
| 33794 | νευματικός | , ή, ό νευ-μα-τι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τα νεύματα της εκκλησιαστικής μουσικής: ~ή: γλώσσα/σημειογραφία. | |
| 33795 | νευρ- | βλ. νευρο- | |
| 33796 | νεύρα | [νεῦρα] νεύ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): οι ψυχολογικές αντιδράσεις ενός ατόμου, ιδ. αυτές που φανερώνουν εκνευρισμό, θυμό: Σου πέρασαν τα ~; Μη μου μιλάς, γιατί έχω τα ~ μου (= είμαι θυμωμένος)! Έχει αδύνατα/ευαίσθητα/εύθραυστα/κλονισμένα ~. Ρόφημα που ηρεμεί/χαλαρώνει τα ~. Έλεγξε τα ~ σου! Είναι μες/μέσα στα ~/όλο ~/συνέχεια με τα ~ τεντωμένα (= τσιτωμένα). Ο θόρυβος με πειράζει στα ~. Με πιάνουν τα ~ μου (= εκνευρίζομαι). Πάνω στα ~ (= στην οργή) του, είπε πράγματα που δεν έπρεπε. Πβ. ζοχάδα, μπουρίνια, τσατίλα. ● Υποκ.: νευράκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα & δυνατά/σιδερένια νεύρα & νεύρα από ατσάλι: (μτφ.) μεγάλη ψυχραιμία, αυτοέλεγχος: Πρέπει να έχεις ~ ~, για να το αντέξεις., πόλεμος νεύρων: άσκηση ψυχολογικής πίεσης, εκφοβισμός ή πρόκληση σύγχυσης σε κάποιον, με σκοπό την κάμψη του ηθικού, των αντοχών ή των αντιστάσεών του: ψυχοφθόρος ~ ~ μεταξύ διοίκησης και απεργών. Του κάνουν ~ο ~ για να τον εξαναγκάσουν να παραιτηθεί. ΣΥΝ. ψυχολογικός πόλεμος (2) [< αγγλ. war of nerves, 1939] , σπάσιμο νεύρων (προφ.): πρόκληση εκνευρισμού: Είναι (μεγάλο) ~ ~ (= πολύ εκνευριστικό) να περιμένεις. Μου κάνει ~ ~ (= μου έχει σπάσει τα ~, προσπαθεί να με εξοργίσει). ● ΦΡ.: παίζει με τα νεύρα μου & δοκιμάζει τα νεύρα μου (προφ.): με εκνευρίζει, συνήθ. για να διασκεδάσει, προσπαθεί να με κάνει να χάσω την υπομονή μου: Μην παίζεις ~ ~! Παίζουν ~ ~ των πολιτών., σπάνε τα νεύρα μου (προφ.): εκνευρίζομαι, δεν αντέχω άλλο: Έχουν σπάσει ~ να τον ψάχνω και να μην τον βρίσκω/με αυτή την ιστορία!, τα νεύρα μου!: ως έκφρ. αγανάκτησης, δυσανασχέτησης, θυμού., βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω [< γαλλ. nerfs] | |
| 33797 | νευραλγία | νευ-ραλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παροξυσμικός πόνος που γίνεται αισθητός κατά μήκος της πορείας ενός ή περισσοτέρων νεύρων: μεσοπλεύρια ~. ~ τριδύμου (νεύρου). Πβ. νευρόπονος. Βλ. -αλγία, καυσαλγία. [< μεσν. νευραλγία, γαλλ. névralgie, αγγλ. neuralgia] | |
| 33798 | νευραλγικός | , ή, ό νευ-ραλ-γι-κός επίθ. 1. (μτφ.-λόγ.) σημαντικός, κρίσιμος, καίριος: ~ός: τομέας/ρόλος. ~ή: περιοχή. ~ό: κομμάτι (μιας υπόθεσης)/υπουργείο. Ο ~ κλάδος της οικονομίας. Υποδομές ~ής σημασίας. Κατέλαβε ~ή θέση (βλ. θέση-κλειδί)/~ό πόστο στον κρατικό μηχανισμό. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευραλγία: ~οί: πόνοι. [< γαλλ. névralgique, αγγλ. neuralgic] | |
| 33799 | νευράξονας | νευ-ρά-ξο-νας ουσ. (αρσ.) & νευρική ίνα: ΑΝΑΤ. επιμήκης απόφυση κάθε νευρώνα, κατά μήκος της οποίας μεταφέρονται νευρικές ώσεις (ερεθίσματα, σήματα) σε πολλά κύτταρα-στόχους: το έλυτρο µυελίνης του ~α (: που τον περιβάλλει). Βλ. δενδρίτης, σύναψη. ΣΥΝ. άξονας (4), νευρίτης [< γαλλ. névraxe] | |
| 33800 | νευρασθένεια | νευ-ρα-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. (παλαιότ.) νεύρωση, σύνδρομο χρόνιας αδυναμίας και κόπωσης λόγω εξάντλησης του νευρικού συστήματος. Βλ. νευροπάθεια. 2. (μτφ.) νευρική κατάρρευση, τρέλα: Είναι στα πρόθυρα ~ας. Πβ. ψυχασθένεια. [< γαλλ. neurasthénie, αγγλ. neurasthenia] | |
| 33801 | νευρασθενής | νευ-ρα-σθε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): νευρασθενικό άτομο. [< γαλλ. neurasthénique, αγγλ. neurasthenic] | |
| 33802 | νευρασθενικός | , ή/ιά, ό νευ-ρα-σθε-νι-κός επίθ. 1. που πάσχει από νευρασθένεια· (καταχρ.-προφ.) νευρικός, ευερέθιστος: ~ό: άτομο (= νευρασθενής).|| Κατάντησε ~. Πβ. νευροπαθής, νευρόσπαστο, νευρωτικός. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τη νευρασθένεια: ~ό: σύνδρομο. [< γαλλ. neurasthénique, αγγλ. neurasthenic] | |
| 33803 | νευριάζω | νευ-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νευρία-σα, -σει, νευριάζ-οντας, νευρια-σμένος} 1. θυμώνω, εκνευρίζομαι: ~ (= με πιάνουν τα νεύρα μου) όταν μου λένε ψέματα/με την αναισθησία του. ~ει εύκολα (βλ. οξύθυμος). Δεν χρειάζεται να ~εις! Πβ. γίνομαι έξω φρενών, εξοργίζ-, τσατίζ-ομαι. 2. κάνω κάποιον να θυμώσει, τον εκνευρίζω: Με ~εις με αυτά που κάνεις! ΣΥΝ. εξοργίζω, τσατίζω [< γαλλ. (s') énerver] | |
| 33804 | νευριασμένος | , η, ο νευ-ρι-α-σμέ-νος επίθ.: εκνευρισμένος, θυμωμένος: Έφυγε/τον κοίταξε ~. Είναι ~η μαζί μου/με τον ...|| Με ~η φωνή/~ο ύφος. Πβ. τσατισμένος. ● επίρρ.: νευριασμένα | |
| 33805 | νευρικός | , ή/ιά, ό νευ-ρι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεύρα: ~ός: ιστός. ~ή: βλάβη/διαταραχή. ~ές: απολήξεις/ίνες/παθήσεις (= νευροπάθειες)/συνάψεις. ~ά: ερεθίσματα/κύτταρα (= νευρώνες)/σήματα. 2. που αναφέρεται στην ικανότητα διατήρησης της ψυχικής ισορροπίας, τη δυνατότητα ελέγχου του άγχους, της λύπης και του θυμού: ~ή: κατάπτωση/κατάρρευση (= νευρασθένεια). Βρίσκεται στα πρόθυρα ~ής κρίσης. 3. που γίνεται ή ενεργεί σπασμωδικά ή/και ασυναίσθητα, που βρίσκεται σε υπερένταση: ~ή: οδήγηση/συμπεριφορά. ~ό: περπάτημα/τικ. ~ές: κινήσεις.|| (για πρόσ.) ~ό: άτομο. Πβ. ευερέθιστος, οξύθυμος. ΑΝΤ. ήρεμος (1) 4. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ένταση, δύναμη: ~ή: εναλλαγή των εικόνων/μουσική/σκηνοθεσία.|| ~ή άνοδος/συνεδρίαση στο ΧΑΑ (= με έντονες διακυμάνσεις).|| ~ό: κρασί (: με έκδηλη οξύτητα).|| ~ό: αυτοκίνητο (= με αυξημένη δυνατότητα επιτάχυνσης). Πβ. νευρώδης. ● επίρρ.: νευρικά: Πήγαινε ~ πάνω κάτω. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρικό γέλιο: ασυγκράτητο, χωρίς σταματημό και συνήθ. ξαφνικό, εξαιτίας νευρικότητας ή χωρίς ιδιαίτερο λόγο: Με έπιασε ~ ~/(ως ουσ.-προφ.) το ~ό μου. Βλ. χαχανητό., νευρικό σύστημα: ΦΥΣΙΟΛ. το σύνολο των στοιχείων του νευρικού ιστού που ελέγχουν τη λειτουργία και τον συντονισμό όλων των οργάνων του ανθρώπινου σώματος, καθώς και τις νοητικές και συναισθηματικές του αντιδράσεις σε σχέση με το περιβάλλον του: το κεντρικό (: εγκέφαλος και νωτιαίος μυελός) και το περιφερικό (: περιφερικά νεύρα και γάγγλια) ~ ~. [< γαλλ. système nerveux] , αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα βλ. αυτόνομος, νευρική ανορεξία βλ. ανορεξία, νευρική βουλιμία βλ. βουλιμία, νευρική ώση βλ. ώση, νευρικός κλονισμός βλ. κλονισμός, παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. παρασυμπαθητικός, συμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. συμπαθητικός [< 1: μτγν. νευρικός, γαλλ. neural 2-4: γαλλ. nerveux, αγγλ. nervous] | |
| 33806 | νευρικότητα | νευ-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κατάσταση ψυχικής και σωματικής έντασης, εκνευρισμού και έλλειψης ψυχραιμίας: αυξημένη ~. Σπασμωδικές κινήσεις λόγω ~ας.|| (μτφ.) Η αλλαγή στην ηγεσία του κόμματος δημιούργησε/προκάλεσε ~ (= αναταραχή) και ανησυχία. ~ επικρατεί στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές (= έντονες διακυμάνσεις). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ηρεμία (1) [< γαλλ. nervosité] | |
| 33807 | νευρίνωμα | νευ-ρί-νω-μα ουσ. (ουδ.) & νευροΐνωμα: ΙΑΤΡ. καλόηθες νεόπλασμα που αναπτύσσεται από το έλυτρο συνήθ. περιφερικού νεύρου: ακουστικό ~. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. neurinoma, 1913, γαλλ. neurinome, 1926] | |
| 33808 | νευρινωμάτωση | νευ-ρι-νω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νευροϊνωμάτωση: ΙΑΤΡ. κληρονομική πάθηση που εκδηλώνεται με δερματικές κηλίδες, συνήθ. στη βρεφική ή νηπιακή ηλικία και αργότερα με την ανάπτυξη νευρινωμάτων και την προσβολή όλων των συστημάτων, κυρ. του νευρικού: ~ τύπου 1 και 2. [< αγγλ. neurofibromatosis, γαλλ. neurofibromatose] | |
| 33809 | νευρίτης | νευ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. νευράξονας. | |
| 33810 | νευρίτιδα | νευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή ενός νεύρου, η οποία εκδηλώνεται κυρ. με έντονους πόνους, μυϊκή εξασθένηση, απώλεια των αντανακλαστικών, παραισθησίες και παράλυση: ενδημική (βλ. μπέρι μπέρι)/οπτική/περιφερική/τοξική/τραυματική ~. Εκφυλιστικές ~ες. Βλ. -ίτιδα, νευραλγία, νευροπάθεια, πολυ~. [< γαλλ. névrite, αγγλ. neuritis] | |
| 33812 | νευρο- & νευρ- | & νευρό- & νεύρ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. ΙΑΤΡ. στο νευρικό σύστημα: νευρο-ανατομία/~φυσιολογία/~χημεία.|| Νευρο-τοξίνη.|| Νευρο-λόγος. Νευρο-πάθεια. Νευρ-ίτιδα.|| Νεύρ-ωση. 2. (σπανιότ.) σε ευέξαπτο ή απότομο άνθρωπο: νευρό-σπαστο(ς). | |
| 33813 | νευροαισθητήριος | , α/ος, ο νευ-ρο-αι-σθη-τή-ρι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. (για πάθηση ακοής) που οφείλεται σε βλάβη του έσω αυτιού ή του ακουστικού νεύρου: ~α: βαρηκοΐα/κώφωση. [< αγγλ. sensorineural, 1929] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ